Ο Αλέξης Τσίπρας, στο βιβλίο του «Ιθάκη», παραδέχεται ότι η θέση του υπουργού Οικονομικών στην πρώτη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ουσιαστικά μια «ηλεκτρική καρέκλα».
Αυτό που φαίνεται να αποφεύγει να παραδεχτεί είναι ότι η επιλογή του Γιάνη Βαρουφάκη για το συγκεκριμένο πόστο, σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο για τη χώρα, αποδείχθηκε εξαιρετικά προβληματική.
Η επιλογή αυτή ήταν προσωπική απόφαση του ίδιου του κ. Τσίπρα — πριν αρχίσει να περιγράφει τον Βαρουφάκη ως «εγωκεντρικό» και «αναξιόπιστο», έναν θεωρητικό με εμμονές που επιδίωκε να εφαρμόσει τις ανορθόδοξες οικονομικές του ιδέες, ακόμη κι αν αυτές οδηγούσαν τη χώρα κατευθείαν σε οικονομικό ναυάγιο.
Το απόσπασμα του βιβλίου για τον Βαρουφάκη:
Τον Βαρουφάκη δεν τον γνώριζα πολλά χρόνια, είχα όμως διακρίνει την επικοινωνιακή του δεινότητα. Εκτός από τις μέρες που περάσαμε μαζί και με τον Γκαλμπρέιθ, στο Όστιν του Τέξας, είχαμε δειπνήσει και μερικές φορές το προηγούμενο καλοκαίρι στην Αίγινα, όπου συνήθως οι συζητήσεις κατέληγαν σε καβγάδες του με τον εξίσου επίμονο Φλαμπουράρη. Μου ήταν από την αρχή φανερό ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερη περίπτωση.

Στην πραγματικότητα ήταν περισσότερο σελέμπριτι και λιγότερο οικονομολόγος. Ο λόγος του όμως ήταν εξαιρετικά ελκυστικός, ευρηματικός και απόλυτος, πράγμα που τον έκανε δημοφιλή στα ΜΜΕ. Είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη αναγνώριση στην ελληνική κοινή γνώμη, αλλά και σε διεθνές επίπεδο, χάρη στον ιδιαίτερο τρόπο που είχε να μιλάει για την κρίση. Είχε πετύχει να προσελκύει την προσοχή του κοινού, των δημοσιογράφων αλλά και των πολιτικών.
Μετά τη γνωριμία μας ανταλλάσσουμε συχνά απόψεις και συζητούσαμε διάφορα θέματα γύρω από την οικονομία. Λίγο πριν κερδίσουμε τις εκλογές, είχα πάρει την απόφαση πως αυτός θα ήταν ο Υπουργός Οικονομικών.
Πίστευα ότι το βασικό διαπραγματευτικό μας χαρτί θα ήταν η επιθετική αποφασιστικότητα, γιατί θεωρούσα πως έτσι θα φέρναμε σε δύσκολη θέση τους εταίρους μας.
Σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να μας θεωρούν δεδομένους. Αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισα να γίνει υπουργός Οικονομικών ο Βαρουφάκης.
Ήθελα να στείλει το σήμα της σκληρής διαπραγμάτευσης. Υποτίμησα όμως τον ανθρώπινο παράγοντα, τόσο στην περίπτωση Βαρουφάκη όσο και σε μια σειρά άλλων επιλογών μου. Οι άνθρωποι δεν είναι σαν τα πιόνια στο σκάκι, να υπολογίζεις τις κινήσεις τους μόνο με βάση τις δυνατότητες και τις προδιαγραφές τους.
Παίζει ρόλο και η προσωπικότητά τους. Πολλές φορές παρασύρονται από την εξουσία και τη δημοσιότητα και βγάζουν έναν άλλο εαυτό -ή, ενδεχομένως, αποκαλύπτουν τον αληθινό εαυτό τους. «Αρχή άνδρα δείκνυσι», όπως έλεγαν και οι αρχαίοι.
Και όταν το Εγώ τους αδυνατεί να συντονιστεί με τη συλλογική προσπάθεια, τότε τα πράγματα οδηγούνται σε αδιέξοδο. Έτσι και έγινε. Πολύ γρήγορα ο Βαρουφάκης από «asset» μετατράπηκε σε αρνητικό πρωταγωνιστή.
Που δεν τον άντεχαν στο Eurogroup, όχι μόνο οι απέναντι, αλλά ούτε οι πιθανοί μας σύμμαχοι, ακόμα και οι ίδιοι του οι συνεργάτες. [σσ: Ο Βαρουφάκης, το 2014] Μου είπε «Αλέξη, εγώ θέλω να μπω στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θέλω να είμαι συνεργαζόμενος. Θέλω να είμαι υποψήφιος βουλευτής με σταυρό. Θέλω να εκλεγώ βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Θα γίνω μέλος του ΣΥΡΙΖΑ».
Είχε στο μυαλό του ένα άλλο σχέδιο. Διεκδικούσε να είναι οργανικό κομμάτι της προσπάθειάς μας. Με αιφνιδίασε. Εντούτοις, στο πλαίσιο της διεύρυνσης που επιχειρούσαμε σκέφτηκα πως δεν ήταν κακή ιδέα. Τότε εξάλλου εντάχθηκαν στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ και μια σειρά πανεπιστημιακοί.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Βαρουφάκης, όταν τον επέλεξα για Υπουργό, δεν ήταν υποστηρικτής της εξόδου από το ευρώ. Κι εγώ ήθελα μια έντιμη συμφωνία εντός του ευρώ. Αυτό άλλωστε το είχαμε κατ’ επανάληψη τονίσει. Αλλά, από την άλλη, δεν κρύβαμε ότι επιδιώκαμε ριζικές αλλαγές στην Ευρώπη.
Θέλαμε να σταματήσει η επιβολή του οικονομικού παραλογισμού του νεοφιλελευθερισμού, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά απ’ άκρη σ’ άκρη στην ήπειρο. Να σταματήσουν οι πολιτικές της λιτότητας.
Μπορεί αρκετοί να μας κατηγόρησαν για ονειροπόλους ουτοπιστές, όμως αργότερα, όπως είδαμε, στην περίοδο της πανδημίας, οι πολιτικές της λιτότητας κατέπεσαν.
Παρακάτω αναφέρει:
Όπως είχα περιγράψει και στο διάγγελμά μου προς τον ελληνικό λαό, η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου συνιστούσε ένα σημαντικό βήμα μεν, αλλά είχαμε πολύ δρόμο μπροστά μας.
Κι ο δρόμος αυτός ήταν ανηφορικός, γεμάτος εμπόδια και διαρκείς προκλήσεις. Με τον καιρό, βεβαίως, γινόμουν σοφότερος, κι έτσι, καθώς προχωρούσαμε στη διαπραγμάτευση, είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι πως η στρατηγική να τοποθετήσουμε ένα πρόσωπο αδιάλλακτο στην πρώτη γραμμή, ώστε να δοθεί η εντύπωση στους εταίρους μας ότι η Ελλάδα δεν θα υποχωρούσε όποιες κι αν ήταν οι πιέσεις, είχε φτάσει στα ακρότατα όριά της.
Το πρόβλημα δεν οφειλόταν μόνο στη στρατηγική, αλλά και στο πρόσωπο. Ο Βαρουφάκης είχε αποδειχθεί ακατάλληλος για μια συνθήκη που απαιτούσε σύνθετους και λεπτούς χειρισμούς.
Για να είμαι ειλικρινής, η αντίληψή μου για τις αδυναμίες του Βαρουφάκη είχε αρχίσει να διαμορφώνεται αρκετά νωρίς, ήδη από τη στιγμή της θρυλικής πλέον σκηνής με τον Ντάισελμπλουμ, όταν η συνάντηση τινάχτηκε στον αέρα με έναν εντελώς θεατρικό τρόπο.
Είναι αλήθεια πως όλη η Ελλάδα είχε χαρεί που κάποιος έκοψε τον βήχα στην Τρόικα και τους εκπροσώπους της. Κι εγώ επίσης, δεν το κρύβω, όταν είδα τη σκηνή στην τηλεόραση, το είχα ευχαριστηθεί. Ήταν κάτι σαν τρίποντο buzzer beater, που λένε στην μπασκετική ορολογία.
Δεν είναι κρυφό πως την ίδια στιγμή, μέσα στην Κυβέρνησή μας υπήρχαν διαφορετικές οπτικές. Και δεν αναφέρομαι στους οπαδούς της δραχμής, όπως ο Λαφαζάνης, αυτοί είχαν καιρό πριν διατυπώσει τον δικό τους εναλλακτικό δρόμο. Αναφέρομαι στον Βαρουφάκη, που υποτίθεται πως δήλωνε την αντίθεσή του στην έξοδο της χώρας από το ευρώ.
Ο Βαρουφάκης μέχρι τότε παρομοίαζε το ευρώ με το διάσημο τραγούδι “Hotel California” γιατί, όπως λέει ο στίχος, “You can check out any time you like, but you can never leave”, δηλαδή, ακόμα κι αν μια χώρα ήθελε να αποχωρήσει από το ευρώ, αυτό πρακτικά ήταν σχεδόν αδύνατο, ή εξαιρετικά επώδυνο, λόγω του πολιτικού και οικονομικού κόστους.
Σταδιακά, όμως, μετά τον δημόσιο καβγά του με τον Ντάισελμπλουμ, είχε αρχίσει να έχει στην πράξη μια τελείως διαφορετική στάση. Εκείνη την περίοδο, βεβαίως, ζούσε τον μύθο του, και όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παντού.
Ήταν το πρόσωπο της διαπραγμάτευσης. Ο άνθρωπος που συγκέντρωνε τα φώτα της δημοσιότητας, που φιλοξενούνταν στα εξώφυλλα κοσμοπολίτικων περιοδικών. Ήταν φανερό σε όποιον τον ήξερε πως επιζητούσε με θέρμη την αίγλη της αναγνωρισιμότητας.
Ήταν ένας οικονομολόγος που είχε γίνει είδωλο και έδινε την αίσθηση πως περισσότερο απολάμβανε τον νέο ρόλο του παρά βίωνε πιεστικά και με συνείδηση την κρισιμότητα της κατάστασης, το μέγεθος της ευθύνης. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Ο Βαρουφάκης δεν ήταν απλώς ένας οικονομολόγος με θεωρίες, ήταν ένας άνθρωπος που είχε την απέραντη αυτοπεποίθηση να θέλει να αποδείξει με κάθε τρόπο πως οι θεωρίες που ασπαζόταν ήταν σωστές.
Ήθελε, με άλλα λόγια, να δοκιμάσει τα μαθηματικά του μοντέλα και τις θεωρίες παιγνίων που δίδασκε στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα, στο πεδίο της μάχης.
Συνοπτικά, υπήρχε σε αυτόν μια επιστημονική εμμονή, μια διάθεση να φτάσει μέχρι το τέλος, ακόμα και αν αυτό θα προκαλούσε την κατάρρευση του σχεδιασμού μας, την κατάρρευση της Κυβέρνησης ή ακόμα και της χώρας. Για εκείνον, η διαπραγμάτευση δεν ήταν μόνο ένας τρόπος να επιτευχθεί μια καλύτερη συμφωνία για τη χώρα.
Ήταν και ένα πείραμα, μια ιστορική ευκαιρία να αποδείξει την αλήθεια την οικονομικών του θεωριών. Είχε ένα σχέδιο στο μυαλό του.
Ήθελε πρώτα από όλα το κούρεμα του χρέους που διακρατούσε η ΕΚΤ. Αν η ΕΚΤ δεν συμφωνούσε, που δεν επρόκειτο να συμφωνήσει, το σχέδιό του προέβλεπε, ως δεύτερο βήμα, τη μονομερή ανταλλαγή των ομολόγων που διακρατούσε η ΕΚΤ με νέα ομόλογα μηδενικού επιτοκίου, που δεν λήγουν ποτέ, τα λεγόμενα perpetual bonds.
Θα προχωρούσαμε δηλαδή σε μονομερές κούρεμα. Και το τρίτο βήμα θα ήταν η έκδοση των λεγόμενων IOU (I Owe You). Η έκδοση, δηλαδή, παράλληλου νομίσματος, για να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα της ρευστότητας. Ενός νομίσματος που πριν ακόμη εκδοθεί θα είχε υποτιμηθεί δραματικά έναντι του ευρώ. Αρχικά δεν έδωσα μεγάλη σημασία σε όσα είχε στο μυαλό του. Το σχέδιο του άλλωστε το είχα απορρίψει εξαρχής.
Του είχα καταστήσει σαφές ότι η δική μου στρατηγική δεν συμπεριλαμβάνει την έξοδο από το ευρώ.
Αυτός απαντούσε πάντα ότι «δεν θα φύγουμε από το ευρώ, θα εκδώσουμε παράλληλο νόμισμα, θα αντέξουμε και σύντομα θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν».
Από την αρχή όλο αυτό μου ακουγόταν υπερβολικά αισιόδοξο για να είναι αληθινό. Όταν όμως άρχισα να παρατηρώ την αντίδραση των αγορών, αλλά κυρίως τις διαθέσεις της ΕΚΤ, αποφάσισα να του ζητήσω να μου εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε. Ποιο ήταν αυτό το contingency plan που είχε στο μυαλό του και πώς θα υλοποιούνταν η ιδέα του στην πράξη.
Τότε άρχισε να μου αναλύει το πλάνο του. Θα τυπώναμε, έλεγε, κάποια κουπόνια και αντί να δώσουμε χρήματα στους συνταξιούχους και στους μισθωτούς, θα δίναμε κουπόνια και με αυτά θα μπορούσαν να αγοράσουν αγαθά και υπηρεσίες.
Όταν το άκουσα, δεν ήξερα αν έπρεπε να κλάψω ή να γελάσω. Αντέδρασα: «Καλά, είσαι με τα καλά σου; Πώς θα δίνουμε κουπόνια αντί για συντάξεις; Δεν θα σταθούμε ούτε μια μέρα. Ποιος συνταξιούχος θα δεχθεί να πάρει κουπόνια αντί για συντάξεις;»
Μετά άρχισε να μου λέει ότι υπήρχε και η εναλλακτική να μην τυπώσουμε κουπόνια αλλά να τα κάνουμε όλα ηλεκτρονικά με το κινητό. Να συναλλάσσονται οι συνταξιούχοι με το κινητό, το 2015!
Με την προχειρότητα αυτή τελείωσε για μένα η συζήτηση. Το πρόβλημα όμως ήταν βαθύτερο από την προχειρότητα. Τα IOU που πρότεινε ο Βαρουφάκης ήταν στην ουσία ένα παράλληλο νόμισμα πληρωμής, μια μορφή εσωτερικού, εναλλακτικού νομίσματος που θα μπορούσε υποτίθεται να χρησιμοποιηθεί προσωρινά μόνο μέσα στην Ελλάδα, χωρίς να αποχωρήσει η χώρα από το ευρώ.
Όμως, ήταν προφανές πως η κυκλοφορία τους σε καμιά περίπτωση δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους εταίρους. Μια τέτοια πρωτοβουλία από μεριάς μας θα γεννούσε αναμφισβήτητα αστάθεια και φυγή κεφαλαίων, γεγονός που θα είχε ως συνέπεια μια ντε φάκτο έξοδο από το ευρώ.
Ο Βαρουφάκης μού έμοιαζε με στρατηγό που έκανε μεγαλεπήβολα σχέδια επί χάρτου απολύτως σίγουρος πως θα κατατροπώσει τον εχθρό.
Το θέμα όμως με τα σχέδια στο χαρτί είναι πως, το αντίθεση με τη ζωή και τον πραγματικό πόλεμο, το χαρτί δεν αντιδρά. Αντέχει τα πάντα, ακόμα και τα πιο παράλογα, κυρίως τα παράλογα.
Η πραγματικότητα όμως όχι. Κι εγώ δεν ήμουν διατεθειμένος να παίξω κορόνα-γράμματα το μέλλον του λαού και της χώρας μου για να δοκιμάσω τις προσωπικές θεωρίες, τους πειραματισμούς ή τα παιχνίδια και τις εμμονές κανενός.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις