Στις κορυφαίες θέσεις της Ευρωζώνης σε ό,τι αφορά την κερδοφορία και την αποδοτικότητα βρίσκονται πλέον οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) για το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η εικόνα που προκύπτει αποτυπώνει τη μεγάλη αλλαγή που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Μετά την εξυγίανση των ισολογισμών, τη δραστική μείωση των «κόκκινων» δανείων, την ψηφιοποίηση των υπηρεσιών και τον περιορισμό του λειτουργικού κόστους, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν σήμερα από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη.
Πρωταθλήτριες στα έσοδα από τόκους
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αφορά το Καθαρό Περιθώριο Επιτοκίου (Net Interest Margin – NIM), δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των εσόδων που εισπράττουν οι τράπεζες από τα δάνεια και των τόκων που πληρώνουν στους καταθέτες.
Στην Ελλάδα το περιθώριο αυτό διαμορφώθηκε στο 2,72% κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, επίδοση που κατατάσσει τις ελληνικές τράπεζες στη δεύτερη θέση της Ευρωζώνης, πίσω μόνο από τη Σλοβενία (3,11%).
Το υψηλό αυτό ποσοστό εξηγείται κυρίως από το γεγονός ότι, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι αποδόσεις στις καταθέσεις παραμένουν αισθητά χαμηλότερες σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ στα επιτόκια των δανείων η διαφορά έχει περιοριστεί σημαντικά.
Ενδεικτικό της διαφοράς είναι ότι οι γερμανικές τράπεζες εμφανίζουν καθαρό περιθώριο επιτοκίου μόλις 1,04%, οι γαλλικές 0,97%, ενώ ακόμη και η Ισπανία, που παραδοσιακά διατηρεί υψηλές τραπεζικές αποδόσεις, βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από την Ελλάδα με 2,68%.
Πρώτες στη συγκράτηση του κόστους
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα στον δείκτη κόστους προς έσοδα (Cost-to-Income Ratio), ο οποίος αποτυπώνει πόσο κοστίζει στις τράπεζες η παραγωγή των εσόδων τους. Οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν την καλύτερη επίδοση σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, καθώς ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο μόλις 37,35%.
Με απλά λόγια, για κάθε 100 ευρώ που εισπράττουν, δαπανούν περίπου 37 ευρώ για τη λειτουργία τους, όταν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες το αντίστοιχο κόστος ξεπερνά τα 60 ευρώ.
Στο Βέλγιο ο δείκτης φτάνει το 69,41%, στη Γαλλία το 65,82% και στη Γερμανία το 57,98%, ενώ μετά την Ελλάδα ακολουθεί η Πορτογαλία με 39,16%.
Η επίδοση αυτή αποτελεί αποτέλεσμα της πολυετούς αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος, με συγχωνεύσεις, περιορισμό του δικτύου καταστημάτων, προγράμματα εθελουσίας εξόδου και σημαντικές επενδύσεις στην ψηφιακή τραπεζική.
Ισχυρή κερδοφορία
Τα υψηλά έσοδα και ο περιορισμός των λειτουργικών δαπανών αντικατοπτρίζονται και στους βασικούς δείκτες κερδοφορίας. Η Απόδοση Ιδίων Κεφαλαίων (Return on Equity – RoE) των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 10,97%, επίπεδο που θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Για λόγους σύγκρισης, στη Γερμανία ο αντίστοιχος δείκτης ανέρχεται στο 7,46%, ενώ στη Γαλλία περιορίζεται στο 6,27%.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Απόδοση Ενεργητικού (Return on Assets – RoA), η οποία στην Ελλάδα έφτασε στο 1,21%, υπερδιπλάσια σε αρκετές περιπτώσεις από μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Στη Γερμανία ο δείκτης διαμορφώνεται στο 0,47%, στη Γαλλία στο 0,40% και στην Ολλανδία στο 0,57%.
Έχουν περιοριστεί οι κίνδυνοι
Θετικά είναι τα στοιχεία και για την ποιότητα των χαρτοφυλακίων δανείων. Το Κόστος Κινδύνου (Cost of Risk), που αποτυπώνει τις προβλέψεις που σχηματίζουν οι τράπεζες για πιθανές επισφάλειες, διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο μόλις 0,23%.
Η επίδοση αυτή δείχνει ότι, μετά τη μεγάλη προσπάθεια εξυγίανσης των τελευταίων ετών, οι ελληνικές τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν πλέον τις μεγάλες πιέσεις του παρελθόντος από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Μάλιστα, το ελληνικό ποσοστό είναι σχεδόν ταυτόσημο με εκείνο της Ολλανδίας και της Ιρλανδίας (0,22%), ενώ απέχει σημαντικά από αγορές όπως η Ισπανία, όπου το κόστος κινδύνου φθάνει το 1,16%.
Η επόμενη πρόκληση
Τα στοιχεία του SSM επιβεβαιώνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιστρέψει σε μια περίοδο υψηλής κερδοφορίας και λειτουργικής αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η διατήρηση αυτών των επιδόσεων θα αποτελέσει τη μεγάλη πρόκληση των επόμενων ετών, καθώς η σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναμένεται να περιορίσει τα έσοδα από τόκους.
Το στοίχημα για τις διοικήσεις θα είναι να αντισταθμίσουν αυτή τη μείωση μέσα από μεγαλύτερη πιστωτική επέκταση προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αύξηση των προμηθειών από νέες υπηρεσίες και περαιτέρω αξιοποίηση της ψηφιακής τραπεζικής, ώστε να διατηρήσουν την υψηλή κερδοφορία και τα επόμενα χρόνια.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις