
Του Δήμου Βερύκιου
Η πλατεία δε σκοτώνει την κυβέρνηση, αλλά την τραυματίζει
Η χώρα υποδέχτηκε το Millennium με τις ογκώδεις λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες του χαρισματικού Ιεράρχη μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.
Στις 22 Ιουνίου του 2000, την επόμενη της λαοθάλασσας, που ως τσουνάμι είχε κατακλείσει την πλατεία Συντάγματος και όλους τους κεντρικούς δρόμους και τις λεωφόρους πέριξ αυτής, ο αντιπολιτευόμενος τύπος προεξοφλούσε την αρχή του τέλους του Κώστα Σημίτη. Aν και είχε ανανεωθεί η θητεία του μόλις δύο μήνες πριν, με την πύρρειο νίκη των εκλογών της 9ης Απριλίου που η διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων ήταν μόνο μία μονάδα (43,79 % ΠΑΣΟΚ – 42,74% ΝΔ) και όχι όπως σήμερα που η διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων υπολογίζεται στις 10 με 13 μονάδων.
Τελικά, ο Σημίτης όχι μόνο δεν έπεσε από τα συλλαλητήρια του Χριστόδουλου αλλά εξανάγκασε τον Χριστόδουλο και την Εκκλησία να υποχωρήσουν στη μάχη των ταυτοτήτων, εφαρμόζοντας την Κοινοτική Οδηγία για μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Ωστόσο η Εκκλησία κατάφερε να κάνει επίδειξη δύναμης αναδεικνύοντας την επιρροή που ασκεί σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Μια επίδειξη ισχύος με την οποία πορεύεται τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Η Εκκλησία παραμένει υπολογίσιμη δύναμη μέσα στην κοινωνία και πλέον λαμβάνεται σοβαρά από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τις λοιπές πολιτικές δυνάμεις.
Επομένως οι πολυπληθέστατες λαοσυνάξεις του μακαριστού Χριστόδουλου κατέδειξαν ότι η πλατεία δεν είναι κάλπη, είναι όμως “καμπάνα” για τους κυβερνώντες.
Η Πλατεία – οι πλατείες της 28ης Φεβρουαρίου 2025 δε ρίχνουν την κυβέρνηση, αλλά την προειδοποιούν, όπως και ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, ότι : «ΔΕΝ είναι στραβός ο γυαλός, αλλά εκείνοι στραβά αρμενίζουνε»…
Η Λαοθάλασσα της Παρασκευής έστειλε τρία σαφή μηνύματα :
• Στην Δικαιοσύνη να δικάσει και να καταδικάσει τους ενόχους που προκάλεσαν την ανείπωτη τραγωδία και εκείνους που δε σεβάστηκαν την ιερότητα του χώρου, με αποτέλεσμα να εξαφανιστούν πολύτιμα ίχνη για την διερεύνηση του δυστυχήματος. Ταυτόχρονα, η Δικαιοσύνη με αφορμή την σκανδαλώδη Σύμβαση 717 θα πρέπει – οφείλει- να ανοίξει μέτωπο με τα κυκλώματα διαφθοράς που επι δεκαετίες λυμαίνονται τα Δημόσια Έργα.
• Στην Βουλή να παραπέμψει στο Ειδικό Δικαστήριο τα πολιτικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση, όπως δύο πρώην υπουργούς Μεταφορών καθώς και τον υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ που ενώ βρίσκονταν επι του πεδίου δεν απέτρεψε το μπάζωμα.
• Στην κυβέρνηση να τα αλλάξει όλα από την επόμενη εργάσιμη ημέρα.
Εαν ο πρωθυπουργός εντός της εβδομάδας δεν προβεί σε συγκεκριμένες πολιτικές κινήσεις που θα δείχνουν ότι έλαβε το μήνυμα της “Πλατείας”, όντως θα προμηνύεται η αρχή του τέλους του. Ένα τέλος που μπορεί να έρθει σύντομα.
Το λογικό και το αναμενόμενο θα είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης να προβεί σε συμβολικές, αλλά και ουσιαστικές κινήσεις ξεκινώντας με :
* Την παραίτηση από το κοινοβουλευτικό αξίωμα του Κώστα Καραμανλή και του Χρήστου Τριαντόπουλου.
* Διευκόλυνση των διαδικασιών της Βουλής για σύσταση Προανακριτικής και μη χρήση της πλειοψηφικής κοινοβουλευτικής δύναμης για παρεμπόδιση του ενδεχόμενου σύστασης Ειδικού Δικαστηρίου.
* Δομικό Ανασχηματισμό «εδώ και τώρα», με στόχο ένα νέο υπουργικό συμβούλιο που θα είναι ικανό να κινηθεί με ταχύτητα πάνω στις ματωμένες ράγες των Τεμπών, να καταγράψει και να καλύψει με νομοθετήματα και κονδύλια , ελλείψεις και αδυναμίες που φάνηκαν μέσα από την τραγωδία.
Θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επιλογή του προσώπου για τη θέση του υπουργού Μεταφορών.
– Θα τοποθετηθεί πολιτικό πρόσωπο πρώτης γραμμής με εγνωσμένες ικανότητες και όραμα «Τρικούπη» για να προβεί στην ανασύσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου ή η επιλογή του προσώπου θα έχει τιμωρητικό χαρακτήρα ;
Ο νέος υπουργός Μεταφορών θα πρέπει και να θέλει και να μπορεί να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις… Αυτή είναι η δουλειά της κάθε κυβέρνησης , αφενός να αφουγκράζεται το πρόβλημα και τον πόνο των πολιτών και αστραπιαία να παρεμβαίνει για να το αντιμετωπίσει και αφετέρου να οραματίζεται και να σχεδιάζει το μέλλον της χώρας με ορίζοντα τουλάχιστον εικοσαετίας.
Το σύνθημα και το μήνυμα της πλατείας είναι ξεκάθαρο :
– Αποδώστε Δικαιοσύνη.
– Φτιάξτε κράτος και υποδομές.
– Σταματήστε να κλέβετε και να λεηλατείτε τις Δημόσιες Συμβάσεις.
– Σεβαστείτε τον κόπο και τον ιδρώτα μας.
-Μην σκυλεύεστε τη μνήμη των παιδιών.
Όλα αυτά τα μηνύματα που εξέπεμπε η πλατεία ήταν γροθιά στο στομάχι, όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Γι’ αυτό και δε τόλμησε κανένα κόμμα να επιχειρήσει να την “καπελώσει”.
Ο καθένας που συμμετείχε στα συλλαλητήρια εξέφραζε τα δικά του συναισθήματα. Αξιοσημείωτο είναι ότι δυναμικό παρών στην πλατεία έδωσε και το κόμμα της «αποχής», που ενώ συνήθως βρίσκεται εν υπνώσει αφυπνίζεται σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας του κάθε τόπου.
Το κόμμα της αποχής είναι αυτό που αυτορυθμίζει το πολιτικό εκκρεμές. Το επιβεβαίωσαν οι τελευταίες εκλογές σε ΗΠΑ και Γερμανία. Η μεγάλη συμμετοχή 65% στις ΗΠΑ και 83% στην Γερμανία καθόρισαν τα αποτελέσματα . Οι Αμερικανοί που σηκώθηκαν από τον καναπέ της Αποχής και πήγαν στην κάλπη έδωσαν φτερά στον Τράμπ ενώ οι Γερμανοί της Αποχής ψαλίδισαν τα φτερά της Ακροδεξιάς και έδωσαν οξυγόνο τους χριστιανοδημοκράτες.
Το ζητούμενο ,λοιπόν, για τα κόμματα του κοινοβουλευτικού τόξου είναι τι θα κάνουν την ώρα της κάλπης οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που απέχουν από τις Εθνικές Εκλογές ;
Σήμερα κανείς δε μπορεί να το προβλέψει.
Πολύ πιθανό στις επόμενες εκλογές η συμμετοχή των απεχόντων να καθορίσει το αποτέλεσμα. Μέχρι σήμερα απέχουν Αριστεροί, Δεξιοί, Κεντρώοι & Ανένταχτοι.
Εαν ο Μητσοτάκης ΔΕΝ λάβει το μήνυμα των συλλαλητηρίων να τα αλλάξει ΟΛΑ μέχρι να πάει στις εκλογές, τότε οι περισσότεροι θα σηκωθούν και θα προσέλθουν στην κάλπη για να τον μαυρίσουν. Και θα ψηφίσουν εκείνους που μπορούν να υποσχεθούν ελάχιστο οξυγόνο, ελάχιστη ελπίδα.
Εάν αρχίσουν οι μομφές και οι “κοκορομαχίες” στη Βουλή και δεν μιλήσουν για την ταμπακιέρα, δηλαδή την εκ θεμελίων ανέγερση του σύγχρονου κράτους, τότε θα πάνε όλοι στον πάτο.
Ο κόσμος κουράστηκε….
Ο κόσμος τους σιχάθηκε…
Τώρα το ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί ΚΑΙ να έχει τις ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ για ένα νέο ξεκίνημα είναι ένα άλλο ζητούμενο και όχι της παρούσης …

Του Ηλία Ψυχογιού
Η ακομμάτιστη οργή των Τεμπών
Έχοντας παρακολουθήσει την ελληνική πολιτική σκηνή για πάνω από δύο δεκαετίες, από τις μέρες του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’90 μέχρι την κρίση των μνημονίων και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, σπάνια έχω δει κινητοποίηση σαν αυτή της 28ης Φεβρουαρίου 2025. Η δεύτερη επέτειος της τραγωδίας των Τεμπών, που στοίχισε τη ζωή 57 ανθρώπων, έφερε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στους δρόμους, από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μέχρι το τελευταίο χωριό της περιφέρειας. Όμως, αυτό που ξεχωρίζει –και θα πρέπει να προβληματίσει βαθιά το πολιτικό σύστημα– είναι ο αδιαμφισβήτητα ακομμάτιστος χαρακτήρας αυτών των συγκεντρώσεων και η πλήρης αδυναμία των κομμάτων να πάρουν στα χέρια τους το τιμόνι της λαϊκής οργής.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Οι διαδηλώσεις της Παρασκευής δεν είχαν σημαίες κομμάτων να κυματίζουν περήφανα, ούτε κομματικά συνθήματα να δονούν τον αέρα. Στην πλατεία Συντάγματος, στη Θεσσαλονίκη, στον Βόλο, δεν είδαμε τις γνωστές κομματικές παρατάξεις να στήνουν τις δικές τους «γωνιές» για να διεκδικήσουν την πρωτοκαθεδρία. Αντ’ αυτού, υπήρξαν πένθιμες κορδέλες, φωτογραφίες των θυμάτων, και συνθήματα όπως «Δικαιοσύνη τώρα» ή «Κανείς δεν ξεχνά». Ήταν μια κραυγή που ξεπερνούσε τις παραδοσιακές πολιτικές διαιρέσεις, ενώνοντας ανθρώπους από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, ηλικίες και ιδεολογίες – από φοιτητές και εργάτες μέχρι συνταξιούχους και επαγγελματίες.
Αυτή η απουσία κομματικής ταυτότητας δεν ήταν τυχαία. Μετά από χρόνια παρακολούθησης της πολιτικής συμπεριφοράς στην Ελλάδα, μπορώ να πω ότι οι πολίτες έδειξαν μια συνειδητή απόρριψη της κομματικής εργαλειοποίησης. Η οργή για τα Τέμπη δεν είναι πια ένα ζήτημα που μπορεί να περιοριστεί σε κομματικές ατζέντες ή να γίνει σημαία ευκαιρίας για την αντιπολίτευση. Οι πολίτες γνωρίζουν ότι η τραγωδία του 2023 δεν ήταν απλώς ένα «λάθος της στιγμής» ή αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών συστημικής αδιαφορίας, διαφθοράς και ανικανότητας που διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Αυτό το αίσθημα βαθιάς απογοήτευσης εξηγεί γιατί κανένα κόμμα δεν μπόρεσε να «καθοδηγήσει» το πλήθος, παρότι όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης το ήθελαν και το προσπάθησαν. Εξηγεί επίσης ακόμα περισσότερο γιατί η κυβέρνηση δεν μπόρεσε, για να μην πω ότι ορισμένα στελέχη της προκάλεσαν το αντίθετο αποτέλεσμα, να εμφανίσει τις κινητοποιήσεις ως καθοδηγούμενες από συγκεκριμένα κόμματα της αντιπολίτευσης. Όχι, όσοι κατέβηκαν στις συγκεντρώσεις δεν ήταν οπαδοί της Ζωής Κωνσταντοπούλου…
Η κυβέρνηση, βεβαίως, προσπάθησε να διαχειριστεί την κατάσταση με τη ρητορική της «τάξης και ασφάλειας, μίλησε για «μοιραία ανθρώπινα λάθη» και «χρόνιες παθογένειες», αλλά η φωνή της ακούστηκε κούφια μπροστά στο πλήθος που ζητούσε λογοδοσία. Επιπλέον, κανένα κόμμα δεν τόλμησε να στείλει οργανωμένες δυνάμεις στις συγκεντρώσεις – και δικαίως, καθώς οποιαδήποτε τέτοια κίνηση θα είχε θεωρηθεί πρόκληση. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ, που κάποτε ήξερε να καβαλάει τα κύματα της λαϊκής δυσαρέσκειας, εμφανίστηκε διστακτικός και αποσπασματικός. Ο Κασσελάκης εξέδωσε ανακοινώσεις, αλλά η παρουσία του κόμματος στους δρόμους ήταν αόρατη. Το ΠΑΣΟΚ, με τη σειρά του, περιορίστηκε σε συμβολικές κινήσεις, χωρίς να καταφέρει να εμπνεύσει ή να συσπειρώσει.
Ακόμα και τα μικρότερα κόμματα, όπως το ΚΚΕ ή το ΜέΡΑ25, που παραδοσιακά έχουν ισχυρή οργανωτική βάση στις διαδηλώσεις, δεν μπόρεσαν να επιβάλουν τη δική τους αφήγηση. Το ΚΚΕ συμμετείχε με τις γνωστές πειθαρχημένες μονάδες του, αλλά η φωνή του πνίγηκε μέσα στον γενικευμένο όγκο των μη κομματικών διαδηλωτών. Οι αναρχικοί, που συνήθως βρίσκουν έδαφος σε τέτοιες κινητοποιήσεις, εμφανίστηκαν στα επεισόδια του Συντάγματος, αλλά η δράση τους απομονώθηκε και αποδοκιμάστηκε από το ίδιο το πλήθος ως «ξένο σώμα». Πρώτη φορά μάλλον στα χρονικά οι «γνωστοί – άγνωστοι» υπέστησαν τέτοιο ανηλεές «κράξιμο».
Ακόμα και η Κωνσταντοπούλου, η οποία πολιτικά έχει επενδύσει στα Τέμπη, δεν αποτόλμησε να βγει υπερβολικά «μπροστά» γιατί σε αυτή την περίπτωση διακινδύνευε να επιβεβαιώσει στα μάτια του κόσμου όσα της καταλογίζει ο Γεωργιάδης στα οποία, μεταξύ μας, δεν έχει άδικο…
Τι σημαίνει αυτό για το πολιτικό σύστημα; Κατά την άποψή μου, βρισκόμαστε μπροστά σε μια σπάνια στιγμή όπου η κοινωνία έχει ξεπεράσει τους παραδοσιακούς μεσολαβητές της. Τα κόμματα, μετά από δεκαετίες πελατειακών σχέσεων και κυνικών υπολογισμών, έχουν χάσει την εμπιστοσύνη του κόσμου σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν πλέον να καναλιζάρουν την οργή του. Η αίσθηση ότι «όλοι φταίνε» για τα Τέμπη –από τις κυβερνήσεις που δεν εκσυγχρόνισαν το σιδηροδρομικό δίκτυο, μέχρι τους υπουργούς που υποσχέθηκαν και δεν έκαναν– έχει δημιουργήσει ένα κίνημα που δεν εμπιστεύεται πια τις κομματικές σημαίες. Και το σύνθημα «παραιτήσου» που απευθυνόταν προς την Κυβέρνηση, μπορεί εύκολα να απευθυνθεί και στην επόμενη και στη μεθεπόμενη από τον κόσμο ο οποίος πλέον δεν έχει άλλες ανοχές διαθέσιμες.
Αυτή η ακομμάτιστη δυναμική, ωστόσο, δεν είναι χωρίς κινδύνους. Χωρίς πολιτική διέξοδο, η οργή μπορεί είτε να εξαντληθεί σε συμβολικές διαμαρτυρίες είτε να οδηγήσει σε πιο απρόβλεπτες εκρήξεις. Ως εξωτερικός παρατηρητής, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: αν τα κόμματα δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό το κίνημα, ποιος θα το κάνει; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στην ίδια την κοινωνία, που για πρώτη φορά δείχνει να αναζητά τη δική της φωνή, πέρα από τους παραδοσιακούς μεσολαβητές. Οι μέρες που έρχονται θα δείξουν αν αυτό το φαινόμενο θα εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο ή αν θα παραμείνει μια συγκλονιστική, αλλά εφήμερη, κραυγή.