Αρχική Εργασιακά Τι αλλάζει για τους Δημόσιους υπαλλήλους σε πειθαρχικό δίκαιο και διοικητικά μέτρα

Τι αλλάζει για τους Δημόσιους υπαλλήλους σε πειθαρχικό δίκαιο και διοικητικά μέτρα

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Νέες διατάξεις όσον αφορά τα διοικητικά μέτρα και το πειθαρχικό δίκαιο για τους υπαλλήλους ΟΤΑ α΄βαθμού, απέστειλε το υπουργείο Εσωτερικών στις αποκεντρωμένες διοικήσεις.

Η εγκύκλιος κάνει λόγο για τις βελτιώσεις διατάξεων περί διοικητικών μέτρων που αφορούν την δυνητική αργία και την αναστολή άσκησης καθηκόντων και τις αποδοχές της.

Συγκεκριμένα για την δυνητική αργία αναφέρεται πως «4. Εντός τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την πάροδο ενός (1) έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει, ύστερα από ερώτημα του αρμόδιου διοικητικού οργάνου για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά από την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσης του υπαλλήλου σε αργία.».

Βάσει των ως άνω διατάξεων εντός τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την πάροδο ενός (1) έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει για τη συνέχιση ή μη της αργίας, κατόπιν ερωτήματος του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, άλλως η αργία αίρεται. Επισημαίνεται δε ότι επειδή το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτεί κατόπιν σχετικού ερωτήματος του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, προς αποφυγή υπέρβασης της προβλεπόμενης προθεσμίας και αυτοδίκαιης άρσης της αργίας συνεπεία αυτής, το αρμόδιο προς διορισμό όργανο υποχρεούται να προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την έγκαιρη υποβολή του σχετικού ερωτήματος. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της αρχικής απόφασης θέσης του υπαλλήλου σε αργία.

Για την αναστολή άσκησης καθηκόντων και τις αποδοχές της προβλέπεται πλέον ρητά ότι και σε όσους τελούν σε κατάσταση αναστολής άσκησης καθηκόντων καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών τους, όπως και όταν ο υπάλληλος τίθεται σε αργία. Σε περίπτωση που ο/η υπάλληλος τεθεί στη συνέχεια σε καθεστώς αργίας το υπόλοιπο των αποδοχών που δεν καταβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης καθηκόντων και της αργίας ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για έκνομη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε. Σε περίπτωση που ο/η υπάλληλος σε συνέχεια της αναστολής άσκησης καθηκόντων δεν τεθεί σε δυνητική αργία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 108 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν.3584/2007), το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης καθηκόντων επιστρέφεται.

Βάσει των ως άνω ρυθμίσεων και στο πλαίσιο της αποτελεσματικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού και ειδικά σε ό,τι αφορά την ιδιαίτερη αντιμετώπιση που απαιτείται κατά τον χειρισμό πειθαρχικών υποθέσεων, τα αρμόδια όργανα – μονομελή ή συλλογικά – υποχρεούνται να τηρούν με αίσθημα ευθύνης τις αποκλειστικές προθεσμίες που τίθενται για την γνωμοδότησή τους προκειμένου να εμπεδώνεται αφενός το κύρος της πειθαρχικής διαδικασίας, αλλά και να προστατεύεται ο υπάλληλος, ο οποίος τελεί σε αναστολή καθηκόντων ή σε αργία.

Όσον αφορά τις πειθαρχικές διατάξεις

Τροποποιούνται πειθαρχικής φύσεως ρυθμίσεις που διέπουν τα πειθαρχικά όργανα των υπαλλήλων των ΟΤΑ α’ βαθμού, τους πειθαρχικώς προϊσταμένους και την αρμοδιότητά τους, προκειμένου, αφενός, να αρθούν ασάφειες που προέκυψαν μετά την ισχύ του ν. 4057/2012 από την αναλογική εφαρμογή των πειθαρχικών διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) στο προσωπικό αυτό, και αφετέρου, να εναρμονιστούν πειθαρχικές διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) με τις ισχύουσες του Υπαλληλικού Κώδικα.

Ως σημαντικότερα αναφέρονται τα ακόλουθα σημεία:

• Ορίζεται ρητά ότι για τα πειθαρχικά όργανα και τους πειθαρχικώς προϊστάμενους των υπαλλήλων των ΟΤΑ α’ βαθμού, καθώς και για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους εφαρμόζονται τα άρθρα 120-123 του ΚΚΔΚΥ, όπως τροποποιούνται.

• Επικαιροποιούνται τα πειθαρχικά όργανα και οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι των υπαλλήλων των ΟΤΑ α’ βαθμού, με σημαντικότερες αλλαγές αυτές της κατάργησης του προϊστάμενου αυτοτελούς Τμήματος ως πειθαρχικώς προϊσταμένου, καθώς και της Εκτελεστικής Επιτροπής ως συλλογικού πειθαρχικού οργάνου.

• Ορίζεται, πλέον ρητά, η αρμοδιότητα επιβολής ποινών των πειθαρχικώς προϊσταμένων και των πειθαρχικών οργάνων των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ, αντιστοίχως με τις ποινές που μπορούν να επιβάλλουν οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι και τα πειθαρχικά όργανα του Δημοσίου.

• Θεσπίζεται ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα τόσο για τους υπαλλήλους, όσο και για τους αιρετούς των ΟΤΑ α’ βαθμού, αναφορικά με τη χορήγηση και χρήση των μέσων ατομικής προστασίας.

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Πειθαρχικά όργανα των υπαλλήλων είναι:
α. οι πειθαρχικώς Προϊστάμενοί τους,
β. το διοικητικό συμβούλιο του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, του
Ιδρύματος και του Συνδέσμου Δήμων,
γ. το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο,
δ. το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο,
ε. το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα Διοικητικά Εφετεία και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΙ

Πειθαρχικώς προϊστάμενοι των υπαλλήλων είναι:

α. ο Δήμαρχος επί όλων των υπαγόμενων στην αρμοδιότητά του υπαλλήλων,
β. ο Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης,
γ. ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης,
δ. ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος,
ε. ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου,
στ. ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Δήμων.