Η επιβράδυνση του πληθωρισμού που καταγράφηκε τον Ιούνιο δίνει μια “ανάσα”, κυρίως στην κυβέρνηση που βλέπει ότι το όλο ζήτημα της ακρίβειας να “ροκανίζει” την πολιτική της παρουσία, ωστόσο, προφανώς, δεν αρκεί για να αλλάξει την καθημερινότητα των νοικοκυριών, εγκυμονώντας παράπλευρους κινδύνους για την πορεία του ΑΕΠ.
Συγκεκριμένα, μπορεί ο ετήσιος δείκτης τιμών καταναλωτή να υποχώρησε τον Ιούνιο στο 4,4% από 5,2% τον Μάιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, όμως η εικόνα στην αγορά παραμένει ιδιαίτερα πιεστική. Δηλαδή, η αποκλιμάκωση του γενικού δείκτη δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική ανακούφιση για τους καταναλωτές, καθώς μια σειρά από βασικά αγαθά και υπηρεσίες εξακολουθούν να ακριβαίνουν με ταχείς ρυθμούς, επιβαρύνοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ειδικά, το υψηλό ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να τροφοδοτεί τις ανατιμήσεις, επηρεάζοντας τόσο την παραγωγή όσο και τις μεταφορές. Παράλληλα, οι αυξήσεις σε βασικά είδη διατροφής διατηρούν ισχυρές πιέσεις στο κόστος ζωής, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να δημιουργούν αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Η ακρίβεια παραμένει στην πρώτη γραμμή
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν, μάλιστα, ότι, παρά τη μικρότερη αύξηση του συνολικού πληθωρισμού, αρκετές κατηγορίες δαπανών εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά. Οι μεταφορές εμφανίζουν ετήσια αύξηση 7,2%, ενώ η στέγαση καταγράφει άνοδο 10,6%, κυρίως λόγω της σημαντικής ανατίμησης των ενεργειακών προϊόντων.
Ειδικότερα, το πετρέλαιο θέρμανσης είναι ακριβότερο κατά 53,2% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, το φυσικό αέριο κατά 24,6%, τα καύσιμα αυτοκινήτου κατά 12,8% και το πετρέλαιο κίνησης κατά 12%. Παράλληλα, οι αεροπορικές μεταφορές κοστίζουν κατά 15,6% περισσότερο, γεγονός που επηρεάζει τόσο τις μετακινήσεις όσο και τον τουρισμό.
Στο μέτωπο των τροφίμων, οι τιμές αυξήθηκαν συνολικά κατά 2,7% σε ετήσια βάση, ωστόσο πίσω από τον μέσο όρο κρύβονται ιδιαίτερα μεγάλες επιβαρύνσεις σε βασικά προϊόντα. Το αρνί και το κατσίκι ανατιμήθηκαν κατά 16,2%, το μοσχάρι κατά 15,6%, τα αλίπαστα ψάρια κατά 11,1%, ενώ η μαργαρίνη και τα φυτικά λίπη σημείωσαν αύξηση 9,7%. Εξαίρεση αποτελεί το ελαιόλαδο, η τιμή του οποίου κινήθηκε πτωτικά σε σύγκριση με πέρυσι.
Παρέμβαση της κυβέρνησης με εθελοντικές μειώσεις
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις μέσω συμφωνίας με την αγορά. Σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο υπουργείο Ανάπτυξης υπό τον υπουργό Τάκη Θεοδωρικάκο, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της βιομηχανίας, των προμηθευτών, των πολυεθνικών, των σούπερ μάρκετ, της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, οριστικοποιήθηκε το πλαίσιο μιας εθελοντικής πρωτοβουλίας για μειώσεις τιμών.
Η συμφωνία προβλέπει ότι από τις 31 Αυγούστου επιχειρήσεις που θα συμμετάσχουν θα προχωρήσουν σε μειώσεις τουλάχιστον 5% σε σειρά βασικών προϊόντων, με χρονικό ορίζοντα εφαρμογής από δύο έως τέσσερις μήνες. Η συμμετοχή των επιχειρήσεων θα είναι προαιρετική, ενώ στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα ευρύτερο κύμα αποκλιμάκωσης των τιμών στα ράφια των καταστημάτων.
Ποια προϊόντα μπαίνουν στη λίστα
Το εύρος των προϊόντων που εντάσσονται στην πρωτοβουλία είναι ιδιαίτερα μεγάλο και καλύπτει βασικές ανάγκες του νοικοκυριού.
Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται το νωπό κρέας –μοσχάρι, χοιρινό και πουλερικά–, γαλακτοκομικά προϊόντα όπως γάλα, γιαούρτι, τυριά και αυγά, ψωμί, αλεύρι, ζυμαρικά, ρύζι, όσπρια, ελαιόλαδο, σπορέλαια, βούτυρο και μαργαρίνες. Στη λίστα εντάσσονται επίσης το βρεφικό γάλα, οι παιδικές τροφές, οι πάνες, ο καφές, τα δημητριακά, η σοκολάτα, τα μπισκότα, τα αναψυκτικά, απορρυπαντικά και καθαριστικά, προϊόντα προσωπικής υγιεινής, αλλά και σχολικά είδη ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι, εφόσον υπάρξει ευρεία συμμετοχή των επιχειρήσεων, οι μειώσεις αυτές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα απέναντι στην ακρίβεια, χωρίς ωστόσο να αποτελούν μόνιμη λύση στο πρόβλημα.
Ο πληθωρισμός απειλεί την ανάπτυξη
Πέρα όμως από την καθημερινότητα των πολιτών, η επίμονη ακρίβεια δημιουργεί έντονο προβληματισμό και για τις προοπτικές της οικονομίας, ειδικά ένα παγιωθεί και εξελιχθεί σε μια διαδικασία στασιμοπληθωρισμού. Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για τον ρυθμό ανάπτυξης, καθώς μειώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και περιορίζει την κατανάλωση, η οποία αποτελεί βασικό μοχλό του ελληνικού ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κάθε επιπλέον ποσοστιαία μονάδα πληθωρισμού μπορεί να αφαιρεί περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης. Με δεδομένο ότι ο μέσος πληθωρισμός κινείται υψηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις, η επίτευξη των στόχων για την ανάπτυξη γίνεται δυσκολότερη.
Το βασικό σενάριο κάνει πλέον λόγο για ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κοντά στο 1,8%, ενώ δεν αποκλείεται, εφόσον συνεχιστούν οι διεθνείς αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, η ανάπτυξη να κινηθεί ακόμη χαμηλότερα, προς το 1,7%.
Επιφυλακτικές προβλέψεις από τους θεσμούς
Αντίστοιχα συγκρατημένες εμφανίζονται και οι εκτιμήσεις των διεθνών και εγχώριων οργανισμών. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η Τράπεζα της Ελλάδος και ο ΟΟΣΑ τοποθετούν την ανάπτυξη κοντά στο 1,9%, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμούν ότι θα κινηθεί περίπου στο 1,8%.
Παράλληλα, οι προβλέψεις για την πορεία του πληθωρισμού έχουν επίσης αναθεωρηθεί προς τα πάνω. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας εκτιμά πλέον ότι ο μέσος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3%, αντί της αρχικής πρόβλεψης για 2,2%, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζονται ακόμη πιο απαισιόδοξες, προβλέποντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα παραμείνουν κοντά στο 3,7%-3,8%.
Πάντως, όπως φαίνεται, η εξέλιξη των διεθνών ενεργειακών τιμών και η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν αν η αποκλιμάκωση των τιμών θα συνεχιστεί ή αν η ελληνική οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων. Μέχρι τότε, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αφήνει βαθύ αποτύπωμα τόσο στο εισόδημα των πολιτών όσο και στις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις