Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών η Μάρω Κοντού, μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, προκαλώντας συγκίνηση στον καλλιτεχνικό χώρο και στο κοινό που τη λάτρεψε μέσα από τη σπουδαία διαδρομή της.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η αγαπημένη ηθοποιός και πρώην βουλευτής νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας». Είχε προηγηθεί η μεταφορά της στο «Αττικόν» στις 15 Ιουνίου, εξαιτίας σοβαρού αναπνευστικού προβλήματος, ενώ το τελευταίο διάστημα η κατάσταση της υγείας της είχε παρουσιάσει επιδείνωση.
Το περιστατικό στο Αττικόν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της
Ένα ασυνήθιστο περιστατικό είχε σημειωθεί στο νοσοκομείο «Αττικόν« το βράδυ της Τετάρτης 24 Ιουνίου, την περίοδο που η Μάρω Κοντού νοσηλευόταν εκεί. Ένας 93χρονος άνδρας προσπάθησε να μπει στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η ηθοποιός, έχοντας μαζί του μία γλάστρα και ένα μαχαίρι. Οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν στο Αστυνομικό Τμήμα Χαϊδαρίου, προκειμένου να διαπιστωθεί τι ακριβώς είχε συμβεί.
Ο ίδιος, υποστήριξε ότι δεν ήθελε να προκαλέσει επεισόδιο ούτε να κάνει κακό στην ηθοποιό. Όπως ανέφερε, είχε το μαχαίρι μαζί του αποκλειστικά για να προστατεύεται όταν κυκλοφορεί τη νύχτα και επέμεινε ότι δεν συνδεόταν με την επίσκεψή του στη Μάρω Κοντού.

Μια ζωή γεμάτη τέχνη και μεγάλες επιτυχίες
Γοητευτική, αέρινη και προπάντων ταλαντούχα ηθοποιός, η Μάρω Κοντού τίμησε με την αδιάλειπτη παρουσία της το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο για σχεδόν 60 χρόνια. Με δυναμική προσωπικότητα, αλλά και αυθεντική φινέτσα, έκλεψε από νεαρή ηλικία την παράσταση αποδίδοντας μια πλειάδα ρόλων στο πλευρό σπουδαίων συμπρωταγωνιστών.
Η επιτυχία της, ειδικά στο παλιό εμπορικό σινεμά, ήταν τεράστια και για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες θα είναι για πάντα η εύθραυστη «Ελενίτσα» της κομεντί «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα», η μπριόζα «Ιταλίδα από την Κυψέλη», η τρισχαριτωμένη και πιο γοητευτική από ποτέ Λιλή στη «Σοφερίνα», αλλά και η αιθέρια Ισμήνη στην «Αντιγόνη», δίπλα στο θηρίο της υποκριτικής Ειρήνη Παπά.
Πολύπλευρο ταλέντο και με μεγάλη ερμηνευτική γκάμα, η Μάρω Κοντού έπαιξε με άνεση από κωμωδίες, κομεντί και φάρσες, μέχρι δράματα και περιπέτειες, δίπλα σε όλους τους σημαντικότερους ζεν πρεμιέ του ελληνικού σινεμά, αλλά και πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες, συνεργάστηκε με πολλούς σκηνοθέτες, ενώ αυτός που της έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση στη μακρά καριέρα της, ήταν ο Γιώργος Τζαβέλλας, δίνοντάς της τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπέροχη κομεντί «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα», δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου.
Γεννημένη στο Κουκάκι με καταγωγή από τα Ψαρά
Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι της Αθήνας, στην ίδια γειτονιά με την οικογένεια του Μάριου Πλωρίτη, την φίλη της Κατερίνα Γιουλάκη και τη Νάνα Μούσχουρη. Η ηθοποιός είχε καταγωγή από τα Ψαρά. Ο πατέρας της ήταν Πειραιώτης έμπορος που όμως είχε καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ζωγραφίζοντας και γράφοντας στίχους. Δυστυχώς έφυγε από τη ζωή από φυματίωση όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών και η νεαρή Μάρω μεγάλωσε με τη μητέρα της και τη γιαγιά της.
Σπούδασε χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, (μετέπειτα Κρατική Σχολή Χορού). Με το ταλέντο της κατάφερε να αποσπάσει υποτροφία για την σχολή HLADEK στη Γερμανία, την οποία όμως δεν αξιοποίησε λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης. Επέμεινε όμως στις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και «σαμποτάρισε» τις πιθανότητες πρόσληψής στην Εθνική τράπεζα (κατόπιν οικογενειακής πίεσης) παραδίδοντας στις εξετάσεις σημείωμα που έγραφε «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».
Έχοντας αποφοιτήσει από τη σχολή χορού, συμμετείχε στις οντισιόν που έκανε ο Δημήτρης Ροντήρης για το Εθνικό Θέατρο, όπου και προσελήφθη το 1953 ως μέλος του χορού στα ανεβάσματα αρχαίων τραγωδιών (ανάμεσα στις άλλες επιτυχούσες ήταν και η Μαίρη Χρονοπούλου). Μερικά χρόνια αργότερα έδωσε εξετάσεις και έλαβε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού, ως εξαιρετικό ταλέντο, από την Ανωτάτη Κρατική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας.
Το θέατρο
Έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση ως μέλος του χορού στο ανέβασμα του «Ιππόλυτου» από τον Δημήτρη Ροντήρη στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού (1953). Ήταν η ίδια παράσταση που ένα καλοκαίρι αργότερα εγκαινίασε το θεσμό των Επιδαύριων και η Μάρω Κοντού ήταν και τότε παρούσα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο έως το καλοκαίρι του 1958, δίπλα σε ιερά τέρατα, όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού. Τα καλοκαίρια ως μέλος του χορού σε αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες και τους χειμώνες πλαισιώνοντας κλασσικές παραστάσεις.
Δεν άργησε να τραβήξει την προσοχή θιασαρχών του ελεύθερου θεάτρου. Πρώτος ο Ντίνος Ηλιόπουλος την κάλεσε το 1959 στο θίασό του και μαζί περιόδευσαν σε Ελλάδα και Κύπρο με τα έργα «Φωνάζει ο Κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά και «Η Κυρία του Κυρίου» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη. Σε μια από αυτές τις παραστάσεις την είδε ο Άλκης Στέας και την σύστησε στον Δημήτρη Χόρν ο οποίος της προσέφερε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο σε Αθηναϊκή σκηνή με το έργο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ (χειμερινή περίοδος 1959-60). Η Μάρω Κοντού θα συνεργαστεί με τον Δημήτρη Χορν για τρεις σεζόν, ώσπου τρία χρόνια αργότερα την προσλαμβάνει ο Μάνος Χατζιδάκις στη θρυλική παράσταση «Οδός Ονείρων» (1962). Στην παράσταση αυτή ερμήνευσε το τραγούδι «Μαύρη Φορντ», που έγινε διαχρονική επιτυχία.
Στην θεατρική πορεία της συμμετείχε σε πάνω από 90 παραστάσεις. Τη δεκαετία του 1970 στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στο θέατρο επιλέγοντας ως επί το πλείστον κωμωδίες Ελλήνων συγγραφέων (Τσιφόρου – Βασιλειάδη, Γιαλαμά – Πρετεντέρη, Ψαθά κλπ). Σημείωσε μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες και αρκετές χρονιές ήταν συνθιασάρχισσα άλλοτε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, άλλοτε με τον Κώστα Βουτσά ή τον Γιώργο Κωνσταντίνου. Παρέμεινε ενεργή και δεν απέφυγε να συνεργαστεί με νεότερούς της δημιουργούς, όπως για παράδειγμα με τον Λάκη Λαζόπουλο («Τι Είδε ο Γιαπωνέζος», 1987) και με τον Σταμάτη Κραουνάκη («Χ-Σκηνής, Αυτά που κάψαν το σανίδι», 2008). Εξαιρετική ήταν επίσης στο ρόλο της βασίλισσας Ελισάβετ στη θεατρική παράσταση «Ελισάβετ – Μια Γυναίκα από Σύμπτωση» του Ντάριο Φο που ανέβασε ο Γιώργος Κατσιμίχος το 2012.

Ο κινηματογράφος
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Μάρως Κοντού ήταν μόλις είχε ξεκινήσει στο Εθνικό Θέατρο, με ένα βουβό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Χαρούμενο Ξεκίνημα» (1954) του Ντίνου Δημόπουλου. Ακολούθησαν ρόλοι σε ταινίες άλλων παραγωγών («Ο Άνθρωπος του Τραίνου», «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Έγκλημα στα Παρασκήνια») πριν κάνει ντεμπούτο με πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Τα Κίτρινα Γάντια» (1960) ως σύζυγος του ζηλόφθονα Νίκου Σταυρίδη. Επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ το 1963 πρωταγωνιστώντας στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ταινία «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης».
Συμμετείχε σε πάνω από 50 κινηματογραφικές παραγωγές μεταξύ των οποίων η ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Αντιγόνη» (1961) ως Ισμήνη, αλλά και το διαχρονικό φιλμ (επίσης του Τζαβέλλα) «Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα» (Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, 1965), όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου υποδύθηκαν το ζεύγος Κοκοβίκου, ένα από τα πλέον διάσημα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου. Τελευταία συνεργασία της Μάρως Κοντού με τη Φίνος Φιλμ ήταν στην αξέχαστη «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968) στον κεντρικό ρόλο πλάι στον Αλέκο Αλεξανδράκη. Ιδιαίτερη επιτυχία είχαν και οι 13 ταινίες όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα («Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι», «Κρίμα το Μπόι σου» κ.α.).
Με την κάμψη του εμπορικού κινηματογράφου από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι επιλογές της έγιναν όλο και λιγότερες. Ξεχωρίζει ίσως ο ρόλος στην ταινία «Το Μεγάλο Κανόνι» (1981) με τον Θανάση Βέγγο. Χρειάστηκε να περάσει μακρύ διάστημα απουσίας από τον κινηματογράφο για να επιστρέψει η Μάρω Κοντού το 2012 με ένα ρόλο στην ταινία «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.
Στη διάρκεια της καριέρας της οι τηλεοπτικές της συμμετοχές ήταν περιορισμένες («Ένοχοι», «Τρεις στο Γύρο», «Το Πάθος» κ.α.). Το 2021 βρέθηκε ξανά στις τηλεοπτικές οθόνες με ένα χαρακτηριστικό ρόλο στη σειρά «Γη της Ελιάς».
Προσωπική ζωή
Η Μάρω Κοντού είχε κάνει δύο γάμους. Με τον διευθυντή φωτογραφίας, Αριστείδη Καρύδη Φουκς και με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.
Παράλληλα με την γεμάτη καριέρα της ασχολήθηκε ενεργά και με την πολιτική. Ξεκίνησε από την τοπική αυτοδιοίκηση το 1994, ως εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων, όπου παρέμεινε για επτά χρόνια. Διετέλεσε πρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9,84, και αργότερα Πρόεδρος του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα». Έκανε τρεις σύντομες θητείες στο Ελληνικό κοινοβούλιο (1999-2000, 2003-2004 και 2007), έχοντας αποσπάσει την πρώτη επιλαχούσα θέση στην περιφέρεια της Α’ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.
Εκτός από την υποκριτική αγαπά και τη ζωγραφική. Έργα της έχουν εκτεθεί σε ατομική έκθεση στην Γκαλερί Αντήνωρ το 1993, ενώ πίνακάς της εκτίθεται στο Μουσείο Βορρέ.
Η τελευταία της συνέντευξη
Η τελευταία συνέντευξη της Μάρως Κοντού ήταν στην εκπομπή «Πάμε μια βόλτα;» με τη Νίκη Λυμπεράκη. Η αγαπημένη ηθοποιός είχε ανοίξει την καρδιά της, κάνοντας μια αναδρομή στη ζωή και την καριέρα της, αποκαλύπτοντας στιγμές που τη σημάδεψαν βαθιά. Ωστόσο, είχε αναφέρει χαρακτηστικά: «Έχω συνειδητοποιήσει ότι είμαι περαστική στη ζωή. Τα 91 είναι χαράς ευαγγέλια».
«Ο τελευταίος έρωτάς μου ήταν 67 χρονών – Πλέον δεν μου λείπει τίποτα, τα έχω ζήσει όλα»:
«Στη γιαγιά μου δεν άρεσε καθόλου που με επέλεξαν στο Εθνικό – Πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της»:
«Όλα τα ταξί της Αθήνας έχουν μια selfie μαζί μου»:
«Η μαμά μου έμεινε χήρα με δυο παιδιά στα 25 της και στα 29 ξαναπαντρεύτηκε»:
«Ήμουν κάκιστη μαθήτρια στο σχολείο»:
«Μέσα στη Βουλή δεν περνούσα καλά – Ο καλύτερος μου φίλος ήταν ο Πάγκαλος, από άλλο κόμμα»:
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις