Η Ρωσία επιδιώκει γεωπολιτικό πλεονέκτημα στην Ουκρανία, υπογραμμίζοντας ότι καμία συζήτηση για εγγυήσεις ασφαλείας δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη συμμετοχή της Μόσχας.

Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωσε σήμερα ότι «η συζήτηση για σοβαρές εγγυήσεις ασφαλείας χωρίς τη Ρωσία οδηγεί σε αδιέξοδο».

Η δήλωση αυτή πραγματοποιήθηκε σε μια κρίσιμη περίοδο, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ανακοινώσει την έναρξη διαδικασιών για τη διοργάνωση συνάντησης κορυφής ανάμεσα στον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Παρά ταύτα, η Μόσχα δείχνει απροθυμία να δεσμευθεί για μια τέτοια συνάντηση, φοβούμενη τις πολιτικές και συμβολικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει.

Ο Λαβρόφ, αναφερόμενος στις εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία στο πλαίσιο ενός ειρηνευτικού σχεδίου, δεν περιορίστηκε απλώς στην απόρριψη της ευρωπαϊκής διπλωματικής δραστηριότητας, την οποία περιέγραψε ως «επιθετική κλιμάκωση» και «αδέξια προσπάθεια επηρεασμού του Τραμπ».

Ο Λαβρόφ επισήμανε επίσης ότι, σύμφωνα με τη ρωσική προσέγγιση, η Κίνα θα πρέπει να περιλαμβάνεται στις χώρες-εγγυητές της ασφάλειας της Ουκρανίας, επαναφέροντας μια πρόταση που είχε τεθεί για πρώτη φορά στις διαπραγματεύσεις της Κωνσταντινούπολης την άνοιξη του 2022. Ωστόσο, η Κίνα δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη δύναμη, καθώς για πολλές ευρωπαϊκές χώρες η στάση της κρίνεται σαφώς φιλορωσική.

Όσον αφορά το Κίεβο, η προοπτική αυτή θεωρείται ιδιαίτερα προβληματική, καθώς το Πεκίνο έχει διατηρήσει σταθερή στήριξη προς τη Μόσχα καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, παρέχοντάς της πολιτική και οικονομική κάλυψη, σύμφωνα με τον Guardian. Η πρόταση για συμμετοχή της Κίνας στις εγγυήσεις ασφάλειας μοιάζει περισσότερο με τακτική της Ρωσίας, που στοχεύει να θολώσει το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και να μεταφέρει τη συζήτηση σε συνθήκες πιο ευνοϊκές για εκείνη.

Την ίδια στιγμή, πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επεξεργάζονται εναλλακτικά σενάρια για την επόμενη μέρα της Ουκρανίας, εστιάζοντας στην ιδέα παροχής εγγυήσεων ασφαλείας μετά το πέρας του πολέμου. Μεταξύ των σεναρίων βρίσκεται και η πιθανότητα αποστολής ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στο ουκρανικό έδαφος, κάτι που η Ρωσία απορρίπτει κατηγορηματικά, θεωρώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε casus belli, καθώς θα νομιμοποιούσε μόνιμη δυτική στρατιωτική παρουσία στη χώρα. Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ έχουν δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να στείλουν Αμερικανούς στρατιώτες στην Ουκρανία, διερευνώντας άλλες μορφές στήριξης.

Η Ρωσία, με τη σειρά της πάντως προβάλλει ως «μοντέλο» τις διαπραγματεύσεις της Άνοιξης του 2022 στην Τουρκία, όπου ζητούσε την οριστική εγκατάλειψη της φιλοδοξίας ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την επιβολή καθεστώτος πολιτικής ουδετερότητας. Η ουσία είναι ότι η Μόσχα συνεχίζει να θεωρεί τις «ρίζες» του πολέμου άρρηκτα δεμένες με το ζήτημα της ευρωατλαντικής προοπτικής της Ουκρανίας άρα και την μορφή που θα πάρουν οι εγγυήσεις ασφαλείας, αν λήξει ο πόλεμος.

Ο Πούτιν αποζητά διπλωματικό θρίαμβο στο ουκρανικό

Η Ρωσία επιμένει να συμμετέχει σε οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τις εγγυήσεις ασφάλειας της Ουκρανίας, καθώς θεωρεί ότι οι συνομιλίες αυτές είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία των στρατηγικών της συμφερόντων. Από στρατηγική άποψη, η Ρωσία θεωρεί την προσέγγιση της Ουκρανίας με τη Δύση, και ιδίως με το ΝΑΤΟ, ως άμεση απειλή για την εθνική της ασφάλεια. Η συμμετοχή σε αυτές τις συζητήσεις επιτρέπει στη Μόσχα να επηρεάσει την αρχιτεκτονική ασφάλειας μετά τη σύγκρουση, με στόχο να αποτρέψει την επέκταση του ΝΑΤΟ ή την ανάπτυξη δυτικών στρατιωτικών δυνάμεων σε ουκρανικό έδαφος.

Εξάλλου μετά την συνάντηση κορυφής Πούτιν-Τραμπ στην Αλάσκα, η Ρωσία επιδιώκει να ενισχύσει την εικόνα της ως κεντρικής δύναμης και κεντρικού διπλωματικού παίχτη όπου η συγκατάθεσή της για την ευρωπαϊκή ασφάλεια θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, παρουσιάζοντας κάθε αποκλεισμό ως δρόμο προς την αποτυχία ή την αστάθεια.

Ουσιαστικά, το αίτημα της Μόσχας να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις αποτελεί μια υπολογισμένη προσπάθεια να διατηρήσει την επιρροή της στο μέλλον της Ουκρανίας, να προστατεύσει τις δικές της προτεραιότητες σε θέματα ασφάλειας και να κατοχυρώσει το διπλωματικό και γεωπολιτικό της status. Αυτό το τελευταίο είναι που προβληματίζει και περισσότερο την Ευρώπη.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις