ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Στο μαιευτήριο ή απευθείας στον ΟΠΕΚΑ θα δηλώνονται στο εξής τα νεογνά που γεννιούνται στην Ελλάδα, προκειμένου οι γονείς τους να εισπράττουν το επίδομα γέννησης ύψους 2.000 ευρώ.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στη Βουλή κι αφορά στις γεννήσεις παιδιών στην  Ελλάδα από την 1η Ιανουαρίου 2020, η υποβολή της σχετικής αίτησης γίνεται είτε στο υποσύστημα του πληροφοριακού συστήματος του Μητρώου Πολιτών στο μαιευτήριο όπου δηλώθηκε η γέννηση, είτε απευθείας στο σύστημα του ΟΠΕΚΑ για το επίδομα γέννησης, πάντα μέσω ηλεκτρονικής αίτησης.

Οι προϋποθέσεις

Στο άρθρο 5 προβλέπεται εισοδηματικό κριτήριο ως προϋπόθεση χορήγησης του επιδόματος  το ποσό των 40.000 ευρώ ετησίως, ενώ αναγκαία είναι η υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και η σχετική πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, για την είσπραξή τους.

Κριτήριο χορήγησης του επιδόματος συνιστά η νόμιμη και μόνιμη 12ετής διαμονή στην ελληνική επικράτεια των δικαιούχων του, πριν την υποβολή της αίτησης. Η δωδεκαετής διαμονή εκτιμάται ως ικανή να τεκμηριώσει πρόθεση μόνιμης διαμονής, ως απόρροια διαμόρφωσης ισχυρού δεσμού των εν λόγω δικαιούχων με το κράτος και την κοινωνία υποδοχής.

Επισημαίνεται πως στη Ληξιαρχική Πράξη Γέννησης προστίθενται ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) και ο Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ) του τέκνου.

Το επίδομα γέννησης χορηγείται σε δύο ισόποσες δόσεις των 1.000 ευρώ έκαστη, δεν εμπίπτει σε καμία κατηγορία εισοδήματος, απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου και δεν κατάσχεται ούτε συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα των τελευταίων και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Επίσης δεν κατάσχεται από πιστωτικά ιδρύματα για οφειλές προς αυτά ούτε συμψηφίζεται με οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα και δεν προσμετράται στο συνολικό, πραγματικό ή τεκμαρτό οικογενειακό εισόδημα.

Η αιτιολογική έκθεση

Το ζήτημα της υπογεννητικότητας εντάθηκε κατά την τελευταία δεκαετία λόγω της οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα.

Συνεπεία τούτου, καθίστανται δυσοίωνες οι προβλέψεις για τις επόμενες δεκαετίες και συνακόλουθα επιβεβλημένη η λήψη πρωτοβουλιών εκ μέρους της Πολιτείας, για τη χάραξη και την υλοποίηση μέτρων δημογραφικής πολιτικής στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας.

Πρόσφατες έρευνες συγκλίνουν στη διαπίστωση της συνεχούς πτώσης του δείκτη γονιμότητας, σε επίπεδα κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την αύξηση της μέσης ηλικίας τεκνογονίας, καθιστά ολοένα και δυσχερέστερη την απόκτηση άνω των δύο παιδιών και, επομένως, την αναπλήρωση του πληθυσμού.

Πρόκειται για τάσεις οι οποίες, αν και έχουν καταγραφεί στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών και υφίστανται από δεκαετίες, έχουν ενισχυθεί στη χώρα μας λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών που καθιστούν δυσχερή την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για την απόκτηση και την ανατροφή των παιδιών.

Η διαφαινόμενη προοπτική της σταθερής πληθυσμιακής συρρίκνωσης υπό την αντίληψη αυτή ανάγεται σε μείζον εθνικό ζήτημα. Εξάλλου, η αδράνεια ως προς τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας έχει επιπτώσεις και στη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Η θέσπιση του επιδόματος γέννησης, συνιστά μέτρο ενίσχυσης της σύγχρονης δημογραφικής πολιτικής της χώρας, η οποία προωθείται στο πλαίσιο των συνταγματικών επιταγών, επιτυγχάνοντας, παράλληλα, την προώθηση της γονεϊκότητας και ενισχύοντας την οικογενειακή και κοινωνική συνοχή, η οποία έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, προσδίδοντας, κατά τούτο, στο εν λόγω επίδομα και προνοιακό χαρακτήρα.