Με την απολογία της 27χρονης μητέρας, η οποία κατηγορείται για τον θάνατο του 3χρονου Άγγελου, συνεχίστηκε η διαδικασία στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου Κρήτης. Η κατηγορούμενη βρέθηκε στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης, ζητώντας συγγνώμη και δηλώνοντας πως δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει την απώλεια του παιδιού της.

«Δεν έχω καταλάβει ότι το παιδί μου έχει φύγει, ζητώ χίλια συγγνώμη».

Στη συνέχεια περιέγραψε την προσωπική της ζωή πριν τη γέννηση του παιδιού, σημειώνοντας ότι στο παρελθόν είχε μία σχέση και είχε μείνει έγκυος, όμως η κύηση δεν ολοκληρώθηκε.

Αναφερόμενη στον βιολογικό πατέρα του μικρού Άγγελου, είπε ότι τον γνώρισε μέσω Facebook και ότι συναντήθηκαν την ίδια ημέρα. Όπως υποστήριξε, έγιναν σύντομα ζευγάρι και εκείνη μετακόμισε στο σπίτι του.

«Μου είπε το ίδιο βράδυ “δεν θα πας σπίτι σου, θα μείνεις εδώ σε εμένα”», ανέφερε στην απολογία της, προσθέτοντας ότι η μητέρα της αντέδρασε, καθώς την επόμενη ημέρα η 27χρονη είχε δουλειά.

Όπως είπε, εκείνη την περίοδο δεν εργαζόταν ούτε η ίδια ούτε ο βιολογικός πατέρας του παιδιού. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, την οικονομική τους στήριξη θα αναλάμβαναν η γιαγιά και η θεία του. Η οικογένειά της, όπως ανέφερε, τη ρωτούσε πώς θα τα καταφέρουν, με την ίδια να απαντά ότι θα προσπαθήσουν.

Η 27χρονη σημείωσε ότι δεν ήθελε να διακόψει την εγκυμοσύνη, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν ήθελε να «ρίξει» το παιδί.

Στην απολογία της υποστήριξε ακόμη ότι στη συνέχεια ο βιολογικός πατέρας του Άγγελου άρχισε να την κακοποιεί, ακόμη και όσο ήταν έγκυος. Όπως είπε, της μιλούσε άσχημα, τη ζήλευε και τη χτυπούσε, χωρίς όμως η ίδια να καταγγείλει τα περιστατικά στις Αρχές.

Αναφερόμενη στον μικρό Άγγελο, υποστήριξε ότι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού τον είχε χτυπήσει επειδή, όπως είπε, το παιδί δεν τον πλησίαζε. «Το έβαλε κάτω στο πάτωμα και το χτυπούσε με χαστούκια», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η ίδια τον έσπρωξε και του είπε να φύγει από το παιδί.

Σύμφωνα με την 27χρονη, μετά το περιστατικό ο άνδρας χτύπησε και την ίδια. Η κατηγορούμενη ανέφερε ακόμη ότι ο βιολογικός πατέρας ήθελε να αναγνωρίσει το παιδί, όμως η ίδια δεν το επιθυμούσε, καθώς, όπως υποστήριξε, φοβόταν για την ασφάλεια του Άγγελου.

Στο πλαίσιο της απολογίας της, η 27χρονη επανήλθε και στη γνωριμία της με τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον οποίο είχε γνωρίσει –όπως είπε– μέσω Facebook. «Με ρώτησε αν θέλω να κάνουμε σχέση από την πρώτη μέρα που με γνώρισε. Είπα ναι, δεν τον ήξερα καθόλου. Τον εμπιστεύτηκα πολύ γρήγορα», ανέφερε χαρακτηριστικά.  Η ίδια υποστήριξε επίσης ότι το παιδί, το πρώτο διάστημα, κοιμόταν μαζί τους στο διπλό κρεβάτι, ενώ στη συνέχεια περιέγραψε σοβαρά περιστατικά κακοποίησης, αποδίδοντάς τα στον σύντροφό της.

Όπως είπε, «μετά δεν ξέρω τι τον έπιασε, πήρε το ξύλο της κούνιας και τον είδα να χτυπάει το παιδί στα χέρια και στα γόνατα, επειδή ήταν ζωηρός». Παράλληλα ανέφερε ότι ο ίδιος της έλεγε πως «καίει το παιδί για να βάλει μυαλό», προσθέτοντας ότι η ίδια δεν είχε δει ποτέ άμεσα τις πράξεις αυτές.

Σε ερώτηση για το γιατί δεν πήγε το παιδί στο νοσοκομείο, απάντησε: «Πώς να πάω στο νοσοκομείο; Αφού ήταν μακριά».  Η κατηγορούμενη σημείωσε ακόμη ότι έβλεπε «κάποια χτυπήματα», χωρίς όμως –όπως είπε– να γνωρίζει την προέλευσή τους.

Αναφερόμενη στο περιστατικό της ημέρας που οδήγησε στην απομάκρυνσή της από το σπίτι, είπε ότι στο σχολείο το παιδί χτυπιόταν και φώναξε μια ακατάλληλη λέξη, την οποία περιέγραψε ως «που…α», σημειώνοντας ότι αυτό αποτέλεσε την αφορμή για να φύγει.

«Αυτή ήταν η αιτία για να πάρω το παιδί και να εξαφανιστώ», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι γονείς της δεν γνώριζαν ότι είχε φύγει και ότι πήρε μαζί της ελάχιστα πράγματα και μόλις 3-4 ρούχα του Άγγελου.  Τέλος, περιέγραψε ένα περιστατικό κατά το οποίο, όπως υποστήριξε, ένα πρωί της 25ης Ιανουαρίου βγήκε για καφέ και όταν επέστρεψε είδε το παιδί σε κακή κατάσταση.

«Μπαίνω μέσα και βλέπω το παιδί πάνω στον καναπέ με γυρισμένα τα μάτια. Μου είπε ότι χτύπησε στο τραπεζάκι», κατέθεσε, χωρίς να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις. Περιγράφοντας μια πλήρη απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και του ίδιου του παιδιού, ο 44χρονος φέρεται, σύμφωνα με την απολογία της μητέρας, να της είχε πει: «Αν πάθει κάτι το παιδί σου, δεν πειράζει· θα κάνουμε άλλο».

Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, η πρόεδρος της έδρας έδειξε στη μητέρα φωτογραφίες του παιδιού με σημάδια κακοποίησης. Η 27χρονη ρωτήθηκε αν είχε δει τα συγκεκριμένα σημάδια και πώς προκλήθηκαν, απαντώντας επανειλημμένα ότι δεν γνωρίζει.

Η απολογία της ολοκληρώθηκε με τη φράση: «Δεν έχω καταλάβει ότι το παιδί μου έχει φύγει, νιώθω ότι είναι εδώ. Ζητώ χίλια συγγνώμη που δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα».  Μετά το τέλος της απολογίας της 27χρονης, το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση για μισή ώρα.

Δεν εμφανίστηκε ο 44χρονος κατηγορούμενος

Σήμερα, Παρασκευή 26 Ιουνίου, αναμενόταν να απολογηθούν τόσο η 27χρονη μητέρα του παιδιού αλλά και ο τότε σύντροφός της, ο 44χρονος κατηγορούμενος, για όσα τους αποδίδονται στην υπόθεση. Ωστόσο, ο 44χρονος δεν βρέθηκε στα δικαστήρια του Ηρακλείου, επικαλούμενος προβλήματα υγείας. Εκτός από τις απολογίες των δύο κατηγορούμενων, κατά τη διαδικασία, κατάθεση έδωσε και ο καθηγητής Ψυχιατρικής, ο οποίος έχει προταθεί ως μάρτυρας από την υπεράσπιση της 27χρονης μητέρας.

«Η μητέρα έχει νοητική στέρηση», λέει καθηγητής ψυχιατρικής

Ο καθηγητής ανέφερε ότι εξέτασε την πρώτη κατηγορούμενη συνολικά τρεις φορές, μετά το έγκλημα, ενώ εκείνη κρατούνταν στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού. Όπως είπε, η αξιολόγησή του επιβεβαιώνει και προηγούμενες εκτιμήσεις που είχαν γίνει για την 27χρονη όταν ήταν μικρή, από το Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Σύμφωνα με τον ίδιο και όπως αναμεταδίδει το neakriti.gr η 27χρονη παρουσιάζει νοητική στέρηση, η οποία δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από την εξωτερική της εικόνα.

Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι, όταν της ζητήθηκε να κατονομάσει τρία ευρωπαϊκά κράτη, απάντησε: «Ελλάδα, Πάτρα, Αυστραλία».

Ο καθηγητής σημείωσε ότι μια πράξη κακοποίησης μπορεί να γίνει αντιληπτή από την ίδια, ωστόσο το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς την αξιολογεί και πώς την επεξεργάζεται. Μάλιστα, ανέφερε ότι ακόμη και σήμερα δεν είναι βέβαιος αν η κατηγορούμενη έχει αντιληφθεί πλήρως ότι το παιδί της έχει πεθάνει.

Ερωτηθείς αν η 27χρονη είχε το νοητικό εύρος ώστε να αποκρύπτει κακοποίηση, ο καθηγητής απάντησε: «Κατά τη γνώμη μου, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων, απολύτως όχι».

Τι προηγήθηκε

Η υπόθεση, που έχει προκαλέσει έντονη συγκίνηση και πανελλαδικό ενδιαφέρον, αφορά την 27χρονη μητέρα του παιδιού και τον τότε σύντροφό της, οι οποίοι αντιμετωπίζουν βαρύτατες κατηγορίες. Κατά την προηγούμενη συνεδρίαση, μάρτυρες υπεράσπισης είχαν αναφερθεί στην προσωπικότητα και την κατάσταση της κατηγορούμενης, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να βλάψει το παιδί της, ενώ έκαναν λόγο και για ψυχολογικές και νοητικές δυσκολίες.

Η συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορούμενης, Μαρία Αβούρη, σε δήλωσή της υπογράμμισε τη σημασία της ψυχραιμίας στην αποτίμηση της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι «σε μια δίκη δεν κρινόμαστε από το σοκ του αποτελέσματος. Το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει με νηφαλιότητα τα αποδεικτικά δεδομένα και τον ρόλο κάθε εμπλεκόμενου, όπως αυτός προκύπτει από τη δικογραφία και την επιστημονική τεκμηρίωση».

Η ίδια επισήμανε ότι η υπεράσπιση ζητά αποκλειστική αξιολόγηση των στοιχείων της δικογραφίας, μακριά από το συναισθηματικό φορτίο της υπόθεσης.  Στη διαδικασία που έχει ήδη προηγηθεί, έχουν καταθέσει διασώστες, ιατροί και λοιποί μάρτυρες, περιγράφοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες το παιδί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο τον Ιανουάριο του 2024 και κατέληξε.

Η δίκη συνεχίζεται με την ολοκλήρωση της εξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης και τη σταδιακή επεξεργασία του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, ενώ η υπόθεση παραμένει ιδιαίτερα φορτισμένη και στο επίκεντρο της δημόσιας προσοχής.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις