Στον κόσμο των οικονομικών υπάρχουν ορισμένοι αριθμοί που σπάνια γίνονται πρωτοσέλιδο, αλλά συχνά αποδεικνύονται σημαντικότεροι από τους δείκτες που παρακολουθούν καθημερινά οι αγορές. Ένας από αυτούς είναι το περίφημο Μ3, το ευρύτερο μέτρο της ποσότητας χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία.
Τον Μάρτιο του 2006 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών αποφάσισε να σταματήσει τη δημοσίευσή του. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι το κόστος συλλογής των στοιχείων ήταν μεγαλύτερο από τη χρησιμότητά τους. Για πολλούς οικονομολόγους όμως η εξήγηση δεν ήταν ποτέ πειστική.
Το χρονικό σημείο προκάλεσε ερωτήματα. Εκείνη ακριβώς την περίοδο η αμερικανική οικονομία βρισκόταν σε φάση εκρηκτικής πιστωτικής επέκτασης. Οι τιμές των ακινήτων κατέρριπταν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, οι τράπεζες χορηγούσαν στεγαστικά δάνεια σχεδόν χωρίς περιορισμούς και η χρηματοπιστωτική αγορά έδειχνε να κινείται σε κατάσταση ευφορίας.
Δύο χρόνια αργότερα ήρθε η κατάρρευση της Lehman Brothers και η Μεγάλη Χρηματοπιστωτική Κρίση.
Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, το θέμα επανέρχεται στο προσκήνιο. Ο βετεράνος αναλυτής της Société Générale, Άλμπερτ Έντουαρντς, υποστηρίζει ότι η Fed εξακολουθεί να υποτιμά τον ρόλο της ποσότητας χρήματος στην οικονομία και προειδοποιεί ότι η νέα έκρηξη ρευστότητας μπορεί να κρύβει κινδύνους που δεν γίνονται ακόμη ορατοί.
Για να κατανοήσει κανείς τη συζήτηση πρέπει πρώτα να καταλάβει τι είναι το Μ3. Πρόκειται για τον πιο ευρύ δείκτη μέτρησης της νομισματικής κυκλοφορίας. Περιλαμβάνει όχι μόνο τα μετρητά και τις τραπεζικές καταθέσεις, αλλά και μεγάλα προθεσμιακά προϊόντα, θεσμικά κεφάλαια χρηματαγοράς και άλλες μορφές εξαιρετικά ρευστών χρηματοοικονομικών στοιχείων.
Οι υποστηρικτές της θεωρίας του Μ3 θεωρούν ότι οι υπερβολικές αυξήσεις του αποτελούν συχνά προειδοποίηση για τη δημιουργία φουσκών και μελλοντικού πληθωρισμού.
Η άποψη αυτή συνδέεται άμεσα με τον Μίλτον Φρίντμαν και τη σχολή του μονεταρισμού. Ο διάσημος οικονομολόγος υποστήριζε ότι «ο πληθωρισμός είναι πάντοτε και παντού νομισματικό φαινόμενο». Με απλά λόγια, όταν το χρήμα αυξάνεται ταχύτερα από την πραγματική παραγωγή της οικονομίας, αργά ή γρήγορα οι τιμές ακολουθούν ανοδική πορεία.
Για δεκαετίες οι κεντρικές τράπεζες παρακολουθούσαν στενά αυτούς τους δείκτες. Στη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η παρακολούθηση της ευρείας νομισματικής μάζας αποτέλεσε βασικό εργαλείο για την καταπολέμηση του πληθωρισμού που είχε φτάσει σε ιστορικά επίπεδα.
Η Fed όμως ακολούθησε διαφορετική πορεία.

Το 2021 ο πρόεδρός της, Τζερόμ Πάουελ, δήλωσε ότι η αύξηση της ποσότητας χρήματος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τις οικονομικές προοπτικές. Για πολλούς οικονομολόγους η τοποθέτηση αυτή ήταν σχεδόν αιρετική.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ξανά σε περίοδο αυξημένης ρευστότητας. Η Fed έχει πραγματοποιήσει νέες παρεμβάσεις στην αγορά κρατικών τίτλων, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση συνεχίζει να λειτουργεί με υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η κατάσταση θυμίζει σε αρκετά σημεία τα λάθη που οδήγησαν στην πληθωριστική έκρηξη της περιόδου 2021-2023. Τότε, μετά την πανδημία, τεράστια ποσά χρήματος διοχετεύθηκαν στην οικονομία μέσω κρατικών προγραμμάτων στήριξης και νομισματικών παρεμβάσεων. Αρχικά οι περισσότεροι αξιωματούχοι θεωρούσαν ότι οι αυξήσεις των τιμών θα ήταν «παροδικές». Τελικά αποδείχθηκε ότι ο πληθωρισμός είχε πολύ βαθύτερες αιτίες.
Ο Έντουαρντς πιστεύει ότι η σημερινή κατάσταση ενδέχεται να εξελιχθεί με παρόμοιο τρόπο. Η διαφορά είναι ότι πλέον η νέα ρευστότητα δεν παραμένει εγκλωβισμένη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως συνέβη μετά το 2008, αλλά διοχετεύεται απευθείας στην πραγματική οικονομία μέσω τραπεζικού δανεισμού, επενδύσεων και τεχνολογικών έργων.
Αυτό είναι που ανησυχεί περισσότερο τους μονεταριστές οικονομολόγους.
Ο κίνδυνος γίνεται ακόμη μεγαλύτερος όταν συνδυάζεται με γεωπολιτικές κρίσεις και υψηλές τιμές ενέργειας. Η εμπειρία της δεκαετίας του 1970 έδειξε ότι όταν μια ήδη υπερθερμασμένη οικονομία δεχθεί ένα εξωτερικό σοκ, όπως μια πετρελαϊκή κρίση, οι πληθωριστικές πιέσεις μπορούν να ξεφύγουν πολύ γρήγορα από κάθε έλεγχο.
Κανείς δεν γνωρίζει αν οι φόβοι αυτοί θα επιβεβαιωθούν. Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από το Μ3 υπενθυμίζει ένα διαχρονικό μάθημα της οικονομικής ιστορίας: η υπερβολική ρευστότητα μπορεί να παραμένει αόρατη για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά σπάνια εξαφανίζεται χωρίς συνέπειες.
Και όπως έδειξαν το 2008 και το 2022, οι μεγαλύτερες κρίσεις συχνά γεννιούνται ακριβώς τη στιγμή που οι περισσότεροι πιστεύουν ότι όλα βρίσκονται υπό έλεγχο.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις