Την ανάγκη να μετατοπιστεί το ευρωπαϊκό βάρος από τη διαχείριση των ενεργειακών κρίσεων στη χρηματοδότηση των υποδομών που μπορούν να τις αποτρέψουν στο μέλλον, ανέδειξε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης, τόσο από το βήμα του συνεδρίου του Growthfund όσο και κατά τη διάρκεια της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης του ομίλου.
Το κεντρικό μήνυμα που απηύθυνε προς τις Βρυξέλλες ήταν σαφές και εστιάζεται στο ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην ανάπτυξη νέων έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Απαιτείται, όπως είπε, ταυτόχρονη ενίσχυση της αποθήκευσης, της ευέλικτης παραγωγής και κυρίως των διασυνοριακών ηλεκτρικών διασυνδέσεων, ώστε η Ευρώπη να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιοχής.
Όπως επισήμανε, οι δύο μεγάλες ενεργειακές κρίσεις των τελευταίων ετών κατέδειξαν τόσο την εξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα όσο και τα όρια της σημερινής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η ύπαρξη ισχυρότερων δικτύων διασύνδεσης θα επέτρεπε τη μεταφορά καθαρής ενέργειας από περιοχές με υψηλή παραγωγή σε αγορές με αυξημένες ανάγκες, περιορίζοντας τις ανισορροπίες και ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα.
Στο πλαίσιο αυτό, ο επικεφαλής της ΔΕΗ υπογράμμισε ότι η Ευρώπη δαπάνησε κατά την ενεργειακή κρίση του 2022 περίπου 600-650 δισ. ευρώ για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ οι επενδύσεις που απαιτούνται για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών ηλεκτρικών διασυνδέσεων εκτιμώνται σε περίπου 150 δισ. ευρώ έως το 2040. Κατά τον ίδιο, η σύγκριση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη αλλαγής προτεραιοτήτων, με περισσότερους πόρους να κατευθύνονται σε έργα που αντιμετωπίζουν τις αιτίες του προβλήματος και όχι μόνο τις συνέπειές του.
Τα δίκτυα στο επίκεντρο της επόμενης ημέρας
Να σημειωθεί ότι στην χθεσινή Γ.Σ. ο κ. Στάσσης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη δραστηριότητα της Διανομής, η οποία παραμένει βασικός μοχλός ανάπτυξης και σταθερών αποδόσεων για τον όμιλο.
Όπως παρουσιάστηκε στη Γενική Συνέλευση, η Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση αυξήθηκε κατά περίπου 800 εκατ. ευρώ, φθάνοντας τα 5,7 δισ. ευρώ, εξέλιξη που αντανακλά τις σημαντικές επενδύσεις που πραγματοποιούνται σε Ελλάδα και Ρουμανία. Το σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον στις δύο χώρες παρέχει ορατότητα και ασφάλεια για τον μακροπρόθεσμο επενδυτικό σχεδιασμό.
Όπως τόνισε ο κ. Στάσσης, η ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ, η αυξανόμενη ψηφιοποίηση και οι νέες απαιτήσεις του ενεργειακού συστήματος καθιστούν αναγκαία την ανάπτυξη πιο «έξυπνων» και ανθεκτικών δικτύων. Για τον λόγο αυτό, η ΔΕΗ συνεχίζει να επενδύει στον εκσυγχρονισμό των υποδομών της, ενισχύοντας παράλληλα τη λειτουργική αποδοτικότητα και τη δυνατότητα απορρόφησης μεγαλύτερων ποσοτήτων καθαρής ενέργειας.
Παρά την εξομάλυνση του επενδυτικού ρυθμού μετά από μια περίοδο έντονης ανάπτυξης, το EBITDA του τομέα Διανομής διατηρήθηκε στα 0,8 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα του συγκεκριμένου επιχειρηματικού πυλώνα.
ΔΕΗ: Από εθνικός πρωταγωνιστής σε περιφερειακή δύναμη
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, πάντως, η ΔΕΗ φιλοδοξεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Μάλιστα στο πλαίσιο της Γ.Σ. που έλαβε χώρα, χθες, ο κ. Στάσσης περιέγραψε το όραμα ενός ομίλου που εξελίσσεται σε περιφερειακό ενεργειακό παίκτη, αξιοποιώντας τη δυναμική που δημιουργεί η ενεργειακή μετάβαση σε αγορές οι οποίες για δεκαετίες υπολείπονταν των δυτικοευρωπαϊκών χωρών σε επενδύσεις και υποδομές.
Μάλιστα, όπως είπε, η παρουσία της ΔΕΗ σε πολλαπλές αγορές της περιοχής επιτρέπει την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας, τη δημιουργία νέων επενδυτικών ευκαιριών και τη μείωση του συνολικού ενεργειακού κόστους. Παράλληλα, ο όμιλος εξετάζει περαιτέρω γεωγραφική επέκταση προς την Κεντρική Ευρώπη, με χώρες όπως η Σλοβακία και η Πολωνία να βρίσκονται στο επενδυτικό του ραντάρ.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της ΔΕΗ, η περιφερειακή ανάπτυξη του ομίλου δεν αποτελεί μόνο επιχειρηματική στρατηγική, αλλά και παράγοντα ενίσχυσης της θέσης της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη, δημιουργώντας νέες δυνατότητες συνεργασίας και για ελληνικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στα επενδυτικά έργα του εξωτερικού.
Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέα ενεργειακή πραγματικότητα
Ο κ. Στάσσης συνέδεσε άμεσα την ενεργειακή μετάβαση με την ταχύτατη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, των cloud υπηρεσιών και των κέντρων δεδομένων, υπογραμμίζοντας ότι η αυξανόμενη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από τις ψηφιακές υποδομές αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η ενεργειακή και η ψηφιακή μετάβαση εξελίσσονται ταυτόχρονα και καμία δεν μπορεί να περιμένει την άλλη. Η εκρηκτική αύξηση των αναγκών σε υπολογιστική ισχύ συνεπάγεται αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που απαιτεί νέες παραγωγικές μονάδες, ισχυρότερα δίκτυα και μεγαλύτερες δυνατότητες αποθήκευσης.
Η Δυτική Μακεδονία ως κόμβος ενέργειας και τεχνολογίας
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το φιλόδοξο σχέδιο της ΔΕΗ για την ανάπτυξη ενός από τα μεγαλύτερα data centers της Ευρώπης στη Δυτική Μακεδονία.
Το έργο προβλέπει αρχικά εγκατάσταση ισχύος 300 MW, με επένδυση που προσεγγίζει τα 1,2 δισ. ευρώ, ενώ υπάρχει δυνατότητα σταδιακής επέκτασης έως το 1 GW. Εφόσον υλοποιηθεί πλήρως, θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες ψηφιακές υποδομές στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οι διαδικασίες αδειοδότησης και τεχνικού σχεδιασμού βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, με στόχο την έναρξη των κατασκευαστικών εργασιών εντός του 2026 και την ηλεκτροδότηση της εγκατάστασης το 2028.
Υπενθυμίζεται ότι η επιλογή της Δυτικής Μακεδονίας δεν είναι τυχαία. Η περιοχή διαθέτει εκτεταμένες ενεργειακές υποδομές, σημαντικές διαθέσιμες εκτάσεις από την απολιγνιτοποίηση και τη δυνατότητα ανάπτυξης νέας παραγωγικής ισχύος που εκτιμάται μεταξύ 2,5 και 3,5 GW. Το σχέδιο συνδυάζει παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, έργα ΑΠΕ, μπαταρίες, αντλησιοταμίευση και αποθήκευση, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα ενεργειακών και ψηφιακών υποδομών.
Σύμφωνα με τον κ. Στάσση, το μοντέλο αυτό διασφαλίζει ότι η λειτουργία του data center θα στηρίζεται σε νέα παραγωγική δυναμικότητα και δεν θα επιβαρύνει το υφιστάμενο ηλεκτρικό σύστημα ή τους καταναλωτές. Πρόκειται για μια πρακτική που κερδίζει συνεχώς έδαφος διεθνώς, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ανάπτυξη μεγάλων κέντρων δεδομένων συνοδεύεται από αντίστοιχες επενδύσεις σε νέα παραγωγή ενέργειας.
Πέρα από τη σημασία του για την ψηφιακή οικονομία, το έργο εντάσσεται στη συνολική στρατηγική ανασυγκρότησης της Δυτικής Μακεδονίας μετά την απολιγνιτοποίηση. Στόχος είναι η δημιουργία νέων, υψηλής εξειδίκευσης θέσεων εργασίας και η προσέλκυση ανθρώπινου δυναμικού που εγκατέλειψε την περιοχή τα προηγούμενα χρόνια.
Ουσιαστικά, η μετάβαση από τον λιγνίτη σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα συνδυάζει καθαρή ενέργεια, αποθήκευση, ψηφιακές υποδομές και καινοτομία αποτελεί, σύμφωνα με τη διοίκηση της ΔΕΗ, μια από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές ευκαιρίες όχι μόνο για τη Δυτική Μακεδονία αλλά και για τη χώρα συνολικά.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις