Η ανεξάρτητη έκθεση με τίτλο «Rape Gang Inquiry Report», που δημοσιοποιήθηκε στις 16 Ιουνίου, αναδεικνύει ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στις περισσότερες από 200 σελίδες της, περιγράφεται η δράση οργανωμένων κυκλωμάτων που για δεκαετίες φέρονται να στοχοποιούσαν ανήλικα κορίτσια, αλλά και οι σοβαρές παραλείψεις κρατικών και τοπικών αρχών στην αντιμετώπιση της υπόθεσης.
Η έκθεση αναφέρει ότι ο αριθμός των θυμάτων ενδέχεται να ανέρχεται σε εκατοντάδες χιλιάδες, ενώ συντηρητικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 250.000 ανήλικες που υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση, εμπορία ανθρώπων και άλλες μορφές εκμετάλλευσης.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρμόδιες αρχές απέτυχαν να επέμβουν έγκαιρα, με την έκθεση να εξετάζει κατά πόσο φόβοι για κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις επηρέασαν τη διαχείριση των υποθέσεων. Οι συντάκτες της κάνουν λόγο για εκτεταμένες θεσμικές αποτυχίες, οι οποίες επέτρεψαν τη συνέχιση της εγκληματικής δράσης επί σειρά ετών.
Η έρευνα δεν είναι επίσημη κρατική ανακριτική επιτροπή. Πρόκειται για μια ανεξάρτητη πρωτοβουλία, με επικεφαλής τον Βρετανό βουλευτή Rupert Lowe και κεντρική συμμετοχή της επιζώσας Sammy Woodhouse. Χρηματοδοτήθηκε μέσω crowdfunding, με δεκάδες χιλιάδες πολίτες να συνεισφέρουν εκατοντάδες χιλιάδες λίρες, ζητώντας μια ενιαία, ολοκληρωμένη αποτύπωση όσων καταγγέλλονται εδώ και χρόνια αποσπασματικά.
Η έκθεση συνθέτει δεδομένα από εμβληματικές υποθέσεις (Rotherham, Telford, Rochdale κ.ά.), κρατικές έρευνες δικαστικές αποφάσεις, μαρτυρίες επιζωσών και μαρτυρίες επαγγελματιών πρώτης γραμμής. Στόχος είναι να δείξει ότι δεν πρόκειται για «τοπικές παθογένειες», αλλά για ένα μοτίβο ομαδικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών σε εθνική κλίμακα.
Σύμφωνα με το πόρισμα, οι ίδιες πρακτικές εντοπίζονται τουλάχιστον σε 149 δήμους– περίπου το 40% των τοπικών περιφερειών του Ηνωμένου Βασιλείου. Χάρτης που συνοδεύει το κείμενο αποτυπώνει μια «γεωγραφία της φρίκης», φτάνοντας μέχρι και την ίδια την πρωτεύουσα, παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις από τον μουσουλμάνο δήμαρχο ότι «δεν υπάρχουν grooming gangs στο Λονδίνο».

Τα 250.000 θύματα και η κλίμακα της κακοποίησης
Ίσως το πιο σοκαριστικό σημείο της έκθεσης είναι ο αριθμός των θυμάτων. Στο κείμενο αναφέρεται ότι «τουλάχιστον 250.000» λευκά κορίτσια έχουν υπάρξει θύματα ομαδικών βιασμών, trafficking, βασανιστηρίων, εξαναγκαστικών γάμων και ισόβιου τραύματος. Οι συντάκτες προσθέτουν ότι ο πραγματικός αριθμός είναι πιθανότατα υψηλότερος, λόγω συστηματικής υποκαταγραφής και του γεγονότος ότι πολλές γυναίκες δεν έχουν αναγνωρίσει ή δηλώσει ποτέ επίσημα τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν ως παιδιά.
Ο αριθμός αυτός προκύπτει από συνδυασμό επίσημων στοιχείων, τοπικών ερευνών, εκτιμήσεων για την υποκαταγραφή και αναγωγών σε εθνικό επίπεδο. Δεν παύει, ωστόσο, να είναι αντικείμενο έντονης συζήτησης – με επικριτές να αμφισβητούν τη μεθοδολογία και να προειδοποιούν για τον κίνδυνο υπερεκτίμησης, και υποστηρικτές να αντιτείνουν ότι, όποιος κι αν είναι ο «ακριβής» αριθμός, η τάξη μεγέθους του φαινομένου είναι ανατριχιαστική.

Οι δράστες έχουν κοινή θρησκευτική προέλευση
Εκεί όπου η έκθεση διαφοροποιείται από πολλές προηγούμενες επίσημες έρευνες είναι στην ευθύτητα με την οποία μιλά για το προφίλ των δραστών. Βάσει ανάλυσης εκατοντάδων καταδικαστικών αποφάσεων και ερευνών, αναφέρει ότι περίπου το 87% των καταδικασμένων σε υποθέσεις ομαδικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών φέρουν «διακριτά μουσουλμανικά ονόματα». Ορισμένες εκτιμήσεις ερευνητών εκτοξεύουν το ποσοστό εμπλοκής μουσουλμάνων δραστών στο 95%.
Η πλειονότητα των συμμοριών απαρτίζεται από άνδρες πακιστανικής καταγωγής, αλλά καταγράφονται και μικρότερες ομάδες Σομαλών, Ιρανών, Σύρων, Τούρκων κ.ά. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι δεν προκύπτει από αυτό πως «όλοι οι μουσουλμάνοι» ή «όλοι οι μετανάστες» είναι δράστες· σημειώνει όμως ότι, στο συγκεκριμένο μοτίβο ομαδικής, οργανωμένης εκμετάλλευσης ανήλικων λευκών κοριτσιών, η υπερεκπροσώπηση μουσουλμάνων –και ιδίως Πακιστανών– είναι «συντριπτική» σε σχέση με το ποσοστό τους στο γενικό πληθυσμό.
Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη είναι η σύνδεση που επιχειρείται με την ισλαμική θεολογική έννοια του al‑walāʼ wa‑l‑barāʼ, την οποία ορισμένοι συντάκτες παρουσιάζουν ως ιδεολογικό πλαίσιο που ιστορικά έχει χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει τη σεξουαλική υποδούλωση «απίστων» γυναικών.
Σημειώνεται ότι ριζοσπαστικά ρεύματα (τζιχαντιστές, σκληροί σαλαφιστές) χρησιμοποιούν το al‑walāʼ wa‑l‑barāʼ ως ιδεολογική βάση για αυστηρή αποκοπή από τους «άπιστους», απόρριψη της ένταξης σε μη‑μουσουλμανικές κοινωνίες και, σε κάποιες περιπτώσεις, για δικαιολόγηση εχθρότητας ή και βίας. Αυτή η «σκληρή» εκδοχή είναι που επικαλούνται επικριτές του ισλαμισμού – και το ίδιο το Rape Gang Inquiry Report – όταν μιλούν για «θρησκευτικά κίνητρα» σε φαινόμενα όπως οι βρετανικές rape gangs, κάτι που όμως πολλοί μουσουλμάνοι θεολόγοι απορρίπτουν ως διαστροφή της διδασκαλίας.

Από το «φλερτ» στη φρίκη του ομαδικού βιασμού
Το πόρισμα περιγράφει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια πώς λειτουργούσαν οι συμμορίες. Στόχοι: κορίτσια 11 έως 15 ετών, κυρίως λευκά, συχνά από φτωχές οικογένειες, με ιστορικό κακοποίησης ή ήδη υπό την ευθύνη του κράτους σε δομές παιδικής προστασίας. Οι δράστες τα εντόπιζαν σε πλατείες, σε στάσεις λεωφορείων, έξω από σχολεία, σε κέντρα πόλεων.
Η αρχή σχεδόν πάντα ήταν «γλυκιά»: μεγαλύτεροι άνδρες που τους έκαναν «κομπλιμέντα», τις έπαιρναν βόλτες με ακριβά αυτοκίνητα, τους αγόραζαν φαγητό, ποτά, τσιγάρα, τις κερνούσαν αλκοόλ και ναρκωτικά. Πολλά κορίτσια μιλούν για έναν… «boyfriend» που τα έκανε να νιώθουν ότι επιτέλους κάποιος τα αγαπά και τα προσέχει. Σύντομα, όμως, το «αγόρι» έφερνε «φίλους» – και το «φλερτ» μετατρεπόταν σε ομαδικούς βιασμούς, βία, εξευτελισμούς.
Μαρτυρίες κάνουν λόγο για κορίτσια που κλειδώνονταν για ημέρες σε διαμερίσματα‑«καβάντζες», όπου τα βίαζαν διαδοχικά άνδρες που δεν γνώριζαν. Αναφορές μιλούν για «ντους με παγωμένο νερό» ανάμεσα σε βιασμούς, για χτυπήματα όταν λιποθυμούσαν «για να συνέλθουν», για βιντεοσκόπηση που χρησιμοποιούνταν μετά ως εργαλείο εκβιασμού. Πολλά θύματα μεταφέρονταν από πόλη σε πόλη, παραδίδονταν σε άλλους άνδρες, χρησιμοποιούνταν σε «πάρτι» με δεκάδες παρόντες.
Ιδιαίτερα σοκαριστική είναι η περίπτωση της Anna, όπως παρουσιάζεται στη σύνοψη του πορίσματος: ζούσε σε παιδικό ίδρυμα στο Bradford το 2002, κακοποιούνταν σεξουαλικά από τα 13 της, και σε ηλικία 15 ετών εξαναγκάστηκε σε θρησκευτικό γάμο σύμφωνα με τη σαρία. Ο κοινωνικός της λειτουργός όχι μόνο παρευρέθηκε στην τελετή, αλλά ενέκρινε να μετακομίσει στο σπίτι των γονιών του «συζύγου», οι οποίοι έλαβαν κρατικό επίδομα αναδοχής, ενώ η ίδια είχε μείνει έγκυος από τον βιαστή της. Η υπόθεση αναδεικνύεται ως εμβληματικό παράδειγμα της μετάβασης από την απλή αδιαφορία στην ενεργή θεσμική νομιμοποίηση της κακοποίησης.
Άλλες ιστορίες μιλούν για κορίτσια που βιάστηκαν από «δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες» άνδρες σε βάθος χρόνου, για επαναλαμβανόμενες αμβλώσεις, για εξαναγκαστικούς γάμους στο εξωτερικό, για απειλές ότι οι οικογένειές τους «θα πληρώσουν» αν μιλήσουν. Κάποιες μεταφέρθηκαν στο Πακιστάν ή σε άλλες χώρες και παραμένουν ακόμη εκεί, παγιδευμένες σε γάμους χωρίς τη θέλησή τους.
Η φριχτή συγκάλυψη του βρετανικού κράτους
Η έκθεση κατακεραυνώνει τις βρετανικές αρχές. Η αστυνομία κατηγορείται ότι αγνόησε επανειλημμένες καταγγελίες, υποβάθμισε μαρτυρίες, αντιμετώπισε τα θύματα ως «προβληματικές έφηβες» ή «συναινούντα» σε αυτό που στην πραγματικότητα ήταν βασανιστήρια, άφησε γνωστούς δράστες ελεύθερους με εγγύηση, ακόμη και κατέστρεψε ή έχασε κρίσιμα στοιχεία.
Οι κοινωνικές υπηρεσίες παρουσιάζονται να υπονομεύουν γονείς που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου, να εισάγουν παιδιά σε ιδρύματα και να κλείνουν φακέλους παρά τις ξεκάθαρες ενδείξεις εκμετάλλευσης. Το NHS κατέγραφε επαναλαμβανόμενα τραύματα σε παιδιά 13–14 ετών, εγκυμοσύνες από βιασμό και απόπειρες αυτοκτονίας, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις τα κορίτσια επέστρεφαν στο ίδιο περιβάλλον χωρίς σοβαρές παρεμβάσεις προστασίας.
Σε σχολεία, σύμφωνα με το πόρισμα, υπήρχαν μαρτυρίες με μεγάλους άνδρες να παίρνουν μαθήτριες από την πύλη του σχολείου, ακούστηκαν καταγγελίες για βιασμούς ακόμη και σε χώρους τους, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις αντέδρασαν με αποβολές των θυμάτων για «ανάρμοστη συμπεριφορά» αντί για ενεργοποίηση μηχανισμών προστασίας. Ακόμη και οι αρχές αδειοδότησης ταξί βρίσκονται στο στόχαστρο: οδηγοί ταξί –κρίσιμος κρίκος στα δίκτυα μεταφοράς– συνέχισαν να εργάζονται, παρά τις καταγγελίες, ενώ προσπάθειες για αυστηρότερα μέτρα ασφάλειας συνάντησαν οργανωμένες αντιδράσεις.
Ο Κιρ Στάρμερ και ο Σάντικ Καν στο στόχαστρο
Η «Rape Gang Inquiry Report» δεν σταματά σε ανώνυμες δομές. Κατονομάζει ευθέως πολιτικούς, με κύριο στόχο το Εργατικό Κόμμα, κατηγορώντας το ότι επί δεκαετίες υποβάθμισε ή και εμπόδισε διεξοδικές έρευνες, για να μην διαταράξει τις σχέσεις του με μουσουλμανικά εκλογικά ακροατήρια σε κρίσιμες περιοχές.
Σε περίοπτη θέση βρίσκεται ο δήμαρχος Λονδίνου, Sadiq Khan, για τον οποίο το πόρισμα αναφέρει ότι, ενώ δημοσίως επέμεινε πως «δεν υπάρχουν grooming gangs στην πόλη», είχε στα χέρια του έγγραφα της επιθεώρησης της αστυνομίας και της Metropolitan Police που περιέγραφαν ακριβώς το αντίθετο. Παρά τις επανειλημμένες μαρτυρίες γυναικών που, μετά από δημόσιες συζητήσεις, κατήγγειλαν ότι είχαν πέσει θύματα τέτοιων συμμοριών στην πρωτεύουσα, ο Khan φέρεται να αντιμετώπισε τις καταγγελίες ως «πολιτικά υποκινούμενες» και «κακόβουλες».
Η έκθεση αναφέρεται και στον νυν πρωθυπουργό Keir Starmer, συνδέοντάς τον με περίοδο κατά την οποία χιλιάδες υποθέσεις –σύμφωνα με τους συντάκτες– μπήκαν στο αρχείο ή δεν οδηγήθηκαν σε δίωξη όταν εκείνος είχε κεντρικό ρόλο στον εισαγγελικό μηχανισμό. Το κατά πόσο η προσωπική του ευθύνη είναι άμεση ή πολιτική παραμένει αντικείμενο έντονης δημόσιας διαμάχης, όμως μόνο η αναφορά του ονόματός του αρκεί για να οξύνει περαιτέρω τις ήδη εκρηκτικές πολιτικές εντάσεις.

Στην καρδιά της έκθεσης βρίσκεται η κατηγορία ότι η πολιτική ορθότητα λειτούργησε ως φίμωτρο. Ο φόβος του να κατηγορηθεί κάποιος δημόσιος λειτουργός ή πολιτικός για «ρατσισμό», «ισλαμοφοβία» ή «στοχοποίηση μειονοτήτων» φέρεται να οδήγησε σε ένα άτυπο καθεστώς αυτολογοκρισίας: αποφυγή σαφών αναφορών στην εθνοτική και θρησκευτική ταυτότητα των δραστών, πίεση να «ελαφρύνουν» οι διατυπώσεις σε εσωτερικές αναφορές, αποθάρρυνση στελεχών που χτυπούσαν το καμπανάκι.
Πολλοί από τους επαγγελματίες που κατέθεσαν στην έρευνα περιγράφουν ότι, κάθε φορά που προσπαθούσαν να αναδείξουν τη δυσανάλογη εμπλοκή συγκεκριμένων κοινοτήτων, άκουγαν το ίδιο επιχείρημα: «Δεν πρέπει να τροφοδοτήσουμε την ακροδεξιά», «Δεν θέλουμε να στοχοποιήσουμε μειονότητες», «Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τα μέσα ενημέρωσης». Για τους συντάκτες, αυτό το κλίμα δεν ήταν μια αφηρημένη «κουλτούρα», αλλά ένας συγκεκριμένος, καθημερινός μηχανισμός αποτροπής κάθε ξεκάθαρης, ειλικρινούς παραδοχής της πραγματικής εικόνας.
Οι προτάσεις: Από ισόβια μέχρι δημοψήφισμα για τη θανατική ποινή
Πέρα από την καταγραφή της φρίκης, η «Rape Gang Inquiry Report» καταθέτει δέσμη προτάσεων εξαιρετικά σκληρής γραμμής:
-Θέσπιση ειδικού νόμου για την ομαδική σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών (Childhood Sexual Exploitation Act), με ισχυρότερη προστασία θυμάτων και αυστηροποιημένες ποινές.
-Ελάχιστη ποινή 25 ετών για τους δράστες και πολύ αυστηρότερες ποινές για τους οργανωτές/ηγέτες των κυκλωμάτων.
-Πρόταση για δημοψήφισμα ως προς την επαναφορά της θανατικής ποινής σε ακραίες περιπτώσεις, κάτι που ήδη προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις.
-Αυτόματη απέλαση κάθε αλλοδαπού καταδικασμένου, αφαίρεση υπηκοότητας για όσους έχουν διπλή, και προώθηση μαζικών απελάσεων όπου είναι νομικά εφικτό.
-Δημιουργία εθνικής, εξειδικευμένης μονάδας για ομαδική σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και διεθνούς task force για εντοπισμό και επαναπατρισμό θυμάτων στο εξωτερικό.
-Έρευνα σε τεμένη και ισλαμικές οργανώσεις που φέρονται να λειτουργούν ως καταφύγια δραστών ή να συγκαλύπτουν πρακτικές κακοποίησης.
-Δημιουργία ταμείου αποζημίωσης των επιζωσών και υποχρεωτική ετήσια εκπαίδευση αστυνομικών, κοινωνικών λειτουργών και επαγγελματιών πρώτης γραμμής.
-Ποινικοποίηση της απόκρυψης εγκλημάτων ή της παραποίησης στοιχείων από δημόσιους λειτουργούς με σκοπό να αποφευχθεί «η όξυνση κοινοτικών εντάσεων» ή η αρνητική δημοσιότητα.
Οι προτάσεις αυτές διχάζουν: για πολλούς πολίτες που βλέπουν την υπόθεση μέσα από τον φακό της οργής για τα εγκλήματα, μοιάζουν ως η ελάχιστη ηθική απάντηση. Για οργανώσεις δικαιωμάτων και φιλελεύθερους νομικούς, ωστόσο, προμηνύουν ένα επικίνδυνο σκληρό ποιοτικό άλμα στην ποινική πολιτική και τη μεταναστευτική διαχείριση.
Μια βρετανική τραγωδία με ευρωπαϊκές προεκτάσεις
Η δημοσίευση της «Rape Gang Inquiry Report» δεν είναι απλώς το επόμενο επεισόδιο σε έναν βρετανικό δημόσιο διάλογο. Είναι ένας καθρέφτης για ολόκληρη την Ευρώπη – και για κοινωνίες όπως η ελληνική, που παρακολουθούν τη σύγκρουση μεταξύ προστασίας των μειονοτήτων, αντιμετώπισης της βίας και φόβου για την πολιτική εκμετάλλευση του θέματος.
Για τις χιλιάδες γυναίκες που κατέθεσαν ή αναγνώρισαν στις σελίδες της έκθεσης τη δική τους ιστορία, η δημοσίευση του πορίσματος είναι ένα πρώτο βήμα δικαίωσης – αρκεί να μη μείνει στα χαρτιά. Για το βρετανικό κράτος, αποτελεί μια σπάνια, δημόσια παραδοχή αποτυχίας σε θεμελιώδη καθήκοντα προστασίας των παιδιών. Για την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι ένα προειδοποιητικό σήμα: όταν η ανάγκη να μη «θιγεί» κανείς γίνεται υπέρτατη αξία, τις συνέπειες τις πληρώνουν, αργά ή γρήγορα, οι πιο αδύναμοι.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις