Το πολυαναμενόμενο Σχέδιο Αμυντικών Επενδύσεων έχει προκαλέσει μία από τις σοβαρότερες εσωτερικές συγκρούσεις της πρωθυπουργίας του Κιρ Στάρμερ, εγείροντας ερωτήματα όχι μόνο για το μέλλον της βρετανικής άμυνας αλλά και για την πολιτική επιβίωση του ίδιου του πρωθυπουργού.

Παραιτήσεις

Η ανησυχία ότι η ισχύς των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων δεν είναι πλέον αυτή που ήταν στο παρελθόν βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας κλιμακούμενης πολιτικής σύγκρουσης. Το Σχέδιο Αμυντικών Επενδύσεων εξελίχθηκε σε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης ανάμεσα στο υπουργείο Αμυνας, το υπουργείο Οικονομικών και την Ντάουνινγκ Στριτ. Η κρίση κορυφώθηκε με τις παραιτήσεις του υπουργού Αμυνας Τζον Χίλι και του υφυπουργού Ενόπλων Δυνάμεων Αλ Καρνς λόγω διαφωνιών για το ύψος της χρηματοδότησης. Το σχέδιο αποτελεί επίσης κρίσιμο στοιχείο της προσπάθειας του Ηνωμένου Βασιλείου να ανταποκριθεί στον στόχο του ΝΑΤΟ να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες από το 2,6% του ΑΕΠ το 2027 στο 3,5% έως το 2035 – αύξηση που αντιστοιχεί σε σχεδόν 30 δισεκατομμύρια στερλίνες. Παρότι ο Στάρμερ δήλωνε πως η Βρετανία «πρέπει να κινηθεί ταχύτερα» ως προς τις αμυντικές δαπάνες, σύμφωνα με πληροφορίες προσέφερε στον Χίλι μόλις επιπλέον 2 δισεκατομμύρια στερλίνες έως το 2030, ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο 0,08% του ΑΕΠ.

Κυβερνητικές πηγές παραδέχονται ότι η κυβέρνηση δυσκολεύεται να συμβιβάσει τις φιλόδοξες στρατιωτικές δεσμεύσεις με τους αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς. Το ερώτημα παραμένει: Πώς θα χρηματοδοτηθούν όλα αυτά;

«Γιατί θα αποτύχει το Σχέδιο»

Για αρκετούς ειδικούς, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα ξοδεύει η Βρετανία, αλλά και πώς τα ξοδεύει. Ο Πολ Ρότζερς, ομότιμος καθηγητής Ειρηνευτικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπράντφορντ, εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτικός: «Το Σχέδιο θα αποτύχει παταγωδώς για τρεις βασικές αιτίες. Πρώτον, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει συμμετάσχει σε τέσσερις αποτυχημένους πολέμους μέσα σε λιγότερο από 25 χρόνια: Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη και κατά του ISIS (Συρία και Ιράκ το 2014-2018). Χωρίς μια θεμελιώδη κατανόηση των λόγων που οδήγησαν σε αυτές τις αποτυχίες, θα διαθέτουμε μια εξαιρετικά αδύναμη βάση για τη διαμόρφωση αποτελεσματικής ασφάλειας. Δεύτερον, υπάρχει ένα πολύ κακό ιστορικό σοβαρών υπερβάσεων κόστους και αποτυχημένων προγραμμάτων, ιδιαίτερα όσον αφορά τον εξοπλισμό του Στρατού Ξηράς και του Πολεμικού Ναυτικού. Τρίτον, αποτυγχάνει να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει το κυρίαρχο ζήτημα της επιταχυνόμενης κλιματικής κατάρρευσης».

Αλλοι ειδικοί θεωρούν ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών είναι αναπόφευκτη, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από διαφορετικές προτεραιότητες. Ο Πάολο Σούρικο, καθηγητής Οικονομικών στο London Business School, μας λέει ότι «η κυβέρνηση δεν πρέπει να αναρωτιέται μόνο αν θα δανειστεί για την άμυνα, αλλά και τι ακριβώς θα χρηματοδοτήσει αυτός ο δανεισμός». Κατά την άποψή του, οι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν προς την καινοτομία, τη στήριξη επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας και την ανάπτυξη κρίσιμων βιομηχανικών δυνατοτήτων και όχι απλώς στην επέκταση υφιστάμενων προγραμμάτων προμηθειών. «Η πραγματική επιλογή δεν είναι ανάμεσα στα όπλα και την κοινωνική ευημερία. Είναι ανάμεσα στο να επενδύσουμε στην ικανότητα να παράγουμε και τα δύο ή στο να πληρώνουμε περισσότερα για να παίρνουμε λιγότερα» προσθέτει.

Το κρίσιμο ερώτημα

Η πρόκληση που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση είναι ταυτόχρονα στρατηγική και πολιτική. Ο Ντέιβιντ Γκάλμπρεθ, καθηγητής Πολέμου και Τεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ, προειδοποιεί ότι «αν και η κυβέρνηση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν θα είναι εύκολο καθώς θα χρειαστεί να αντισταθμίσει σημαντικές δαπάνες προκειμένου να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό. Η μεγαλύτερη πρόκληση, όμως, είναι να καθορίσουμε ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η άμυνα. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι ακριβώς θα αγοράσουμε με αυτόν τον αυξημένο προϋπολογισμό».

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις