Όλο και περισσότεροι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί στρέφονται σε επενδύσεις που συνδέονται με την παραγωγή πυρηνικών όπλων, καταγγέλλουν μη κυβερνητικές οργανώσεις, προειδοποιώντας για τον αυξανόμενο κίνδυνο κλιμάκωσης. Το φαινόμενο αυτό εντείνεται σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς εντάσεις αυξάνονται και οι στρατιωτικές δαπάνες καταγράφουν διαδοχικά ιστορικά υψηλά.

Ειδικοί εκφράζουν έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας νέας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών, καθώς κράτη που διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια εμπλέκονται ήδη σε πολεμικές συγκρούσεις στην Ευρώπη, την Ασία και τη Μέση Ανατολή, ενώ οι μακροχρόνιες προσπάθειες για πυρηνικό αφοπλισμό και περιορισμό της διάδοσης των όπλων αυτών εμφανίζουν σοβαρή κάμψη.

Σε μελέτη που δημοσιοποιήθηκε σήμερα, η Διεθνής Εκστρατεία για την Κατάργηση των Πυρηνικών Όπλων (ICAN), η οποία έχει τιμηθεί με Νόμπελ Ειρήνης, μαζί με την οργάνωση PAX, που επίσης τάσσεται κατά των πυρηνικών όπλων, επισημαίνουν τη διαρκώς αυξανόμενη εμπλοκή χρηματοπιστωτικών οργανισμών σε εταιρείες που κατασκευάζουν ή εκσυγχρονίζουν τα πυρηνικά οπλοστάσια των εννέα χωρών που διαθέτουν τέτοιου είδους εξοπλισμό.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση με τίτλο Don’t Bank on the Bomb («Μην επενδύετε στην πυρηνική βόμβα», σε ελεύθερη απόδοση), τα στοιχεία της οποίας καλύπτουν έως και τον Σεπτέμβριο του 2025, συνολικά 301 τράπεζες, συνταξιοδοτικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες και άλλοι χρηματοπιστωτικοί φορείς χρηματοδότησαν ή επένδυσαν σε επιχειρήσεις που σχετίζονται με την παραγωγή πυρηνικών όπλων.

Ο αριθμός αυτός παρουσιάζει αύξηση 15% σε σχέση με την προηγούμενη ετήσια έκθεση και, όπως επισημαίνεται, σηματοδοτεί την ανατροπή της πολυετούς τάσης μείωσης αυτών των επενδύσεων.

«Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ο αριθμός των επενδυτών που επιδιώκουν να αποκομίσουν κέρδη από κούρσα εξοπλισμών αυξάνεται», υπογραμμίζει η Σούζι Σνάιντερ, διευθύντρια προγραμμάτων της ICAN και μία από τις βασικές συντάκτριες της έκθεσης.

«Πρόκειται για μια βραχυπρόθεσμη στρατηγική υψηλού κινδύνου, η οποία συμβάλλει σε επικίνδυνη κλιμάκωση», προειδοποίησε, τονίζοντας πως είναι «αδύνατο να αποκομίζεις κέρδη από μια κούρσα εξοπλισμών χωρίς να την τροφοδοτείς».

Τα εννιά κράτη που διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια–η Ρωσία, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Γαλλία, η Βρετανία, το Πακιστάν, η Ινδία, το Ισραήλ και η Βόρεια Κορέα–τα εκσυγχρονίζουν ή/και τα αναπτύσσουν το τρέχον διάστημα, σύμφωνα με τις δυο οργανώσεις, που αναφέρονται σε μεγέθυνση της ζήτησης για τα όπλα αυτά.

Καθώς η ισχύς της συνθήκης Νέα START, της τελευταίας που περιόριζε τον αριθμό των ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών των δυο χωρών με τα μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια στην υφήλιο, της Ρωσίας και των ΗΠΑ, εξέπνευσε τον Φεβρουάριο, το κείμενο τονίζει τη μεγάλη άνοδο της κεφαλαιοποίησης πολλών μεγάλων ομίλων της στρατιωτικής βιομηχανίας στα διεθνή χρηματιστήρια.

Φωτίζει επίσης την αυξανόμενη πίεση που ασκείται από κυβερνήσεις, ιδίως στην Ευρώπη, σε επενδυτές για να αφήσουν καρά μέρος ηθικές αναστολές και να επενδύσεις σε βιομηχανίες όπλων.

Επικαλούμενες αυτή που εκλαμβάνουν ως ρωσική απειλή και την ανησυχία πως η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να λογαριάζει στην προστασία της Ουάσιγκτον, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διατείνονται πως οι επενδύσεις στον επανεξοπλισμό της Ευρώπης δεν πρέπει να περιορίζονται από ηθικές θεωρήσεις. Ορισμένες, όπως αυτή της Βρετανίας, έχουν φθάσει ως το σημείο να αναφέρονται σε ηθικό καθήκον.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις