Ο Μαρκ Λίλα,καθηγητής Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, έγινε παγκοσμίως διάσημος το 2017 με το βιβλίο του «Περί της Πολιτικής των Ταυτοτήτων» (εκδ. Επίκεντρο), στην οποία απέδιδε την ήττα των Δημοκρατικών από τον Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2016.
Ο Λίλα εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν θα γιορτάσει με χαμόγελο την 250ή επέτειο της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.
Ποια στοιχεία από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας αναγνωρίζετε στη σημερινή Αμερική;
«Οταν ιδρύθηκαν οι ΗΠΑ, υπήρχε ένας μετριοπαθής πατριωτισμός, ο οποίος σήμερα έχει μεταμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό. Υπήρχε επίσης η αίσθηση ότι ήταν μια συλλογική προσπάθεια, ότι οι Πολιτείες ενώνονταν για έναν κοινό σκοπό».
Ποιες ιδέες άντεξαν περισσότερο σε αυτά τα 250 χρόνια;
«Μέχρι πρόσφατα, ήταν η ιδέα του κράτους Δικαίου. Ακόμη και σήμερα, δεν υπάρχει η αίσθηση – ούτε μεταξύ των υποστηρικτών του Τραμπ – ότι πρέπει να καταργηθεί το δικαστικό σύστημα. Οι Αμερικανοί εξακολουθούν να πιστεύουν στην έννοια των δικαιωμάτων, της ιδιοκτησίας, της συμμετοχής στη διακυβέρνηση μέσω της ψήφου. Αυτό που λείπει είναι οι προσωπικότητες των Πατέρων του Εθνους – ανθρώπων εξαιρετικών, από διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, που γνώριζαν ότι ανήκουν στην ελίτ, αλλά σε μια ελίτ που όφειλε με αίσθημα ευθύνης και αγαθές προθέσεις να προσφέρει στον λαό ένα σταθερό πλαίσιο διακυβέρνησης. Αυτή η αντίληψη της “υπεύθυνης ελίτ” είναι η ιδέα που έχει πληγεί περισσότερο».
Πώς έχει διευρυνθεί η έννοια της ελευθερίας στις ΗΠΑ τα τελευταία 250 χρόνια;
«Η μεγάλη έμφαση δίδεται πλέον στην ατομική ελευθερία, έχει χαθεί η έμφαση στη συλλογική ελευθερία. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και το αμερικανικό Σύνταγμα διαπνέονταν από την αντίληψη ότι χρειαζόταν μια δημοκρατική πολιτεία (Republic) αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί να αντισταθεί σε άλλα κράτη, και με την οποία οι πολίτες να αισθάνονται αρκετά δεμένοι. Η αλλαγή που σημειώθηκε οφείλεται εν μέρει στην ιστορική εμπειρία. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Μεγάλη Υφεση, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Πόλεμο της Κορέας, υπήρχε στις ΗΠΑ έντονη η αίσθηση του κοινού σκοπού. Οι εμπειρίες έφεραν τους ανθρώπους σε παρόμοιες συνθήκες ζωής. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Υφεσης, εκτός από τους πολύ πλούσιους, σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι επηρεάστηκαν. Η στρατιωτική θητεία έπαιξε επίσης καθοριστικό ρόλο: ένας νέος που στρατευόταν στη Νέα Υόρκη μοιραζόταν τον ίδιο θάλαμο με έναν Τεξανό. Αυτές οι συνθήκες ενθάρρυναν την αφοσίωση στο κοινό συμφέρον και την προθυμία για θυσίες προς όφελος του συνόλου. Αυτό δεν υπάρχει σήμερα».
Ποιες ομάδες επηρέασαν περισσότερο τη διαμόρφωση των ΗΠΑ;
«Εξαρτάται από την εκάστοτε ιστορική περίοδο. Τα εργατικά συνδικάτα ήταν κάποτε εξαιρετικά ισχυρά. Στη συνέχεια όμως άρχισε να εκδηλώνεται διαφθορά, άλλαξε η φύση της εργασίας, με αποτέλεσμα τα συνδικάτα να χάσουν τη σημασία και την επιρροή τους. Μια άλλη ομάδα, οι Ευαγγελικοί Χριστιανοί, δεν αποτελούσαν ενιαία και δυναμική πολιτική φωνή μέχρι το 1970. Ωστόσο, η προσπάθεια δημιουργίας ενός “θρησκευτικού στρατού” με στόχο να επηρεάσει την πολιτική, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως οι αμβλώσεις και άλλα κοινωνικά θέματα, κατέστησε την ομάδα αυτή ιδιαίτερα σημαντική. Υπάρχει βεβαίως και η ομάδα των Αφροαμερικανών, που συνδυάζει τον πόνο των φυλετικών διακρίσεων με τα επιτεύγματα και την πρόοδο. Η ιστορία της μαύρης Αμερικής αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της αμερικανικής Ιστορίας».
Πώς η μετανάστευση διαμόρφωσε την αμερικανική ιστορία;
«Στις ΗΠΑ δεν μιλάμε για ξεχωριστές εθνικές ιστορίες μεταναστών, αλλά για μια κοινή “μεταναστευτική ιστορία”. Οι παππούδες σας μπορεί να είχαν έρθει από την Πολωνία ή την Ιταλία. Δεν είχαν όμως αποκλειστικά την εμπειρία μόνον των πολωνών ή μόνον των ιταλών μεταναστών. Η μεταναστευτική εμπειρία έγινε σύμβολο του τρόπου με τον οποίο άνθρωποι από παντού ενσωματώνονταν στις ΗΠΑ. Σήμερα, το ζήτημα της μετανάστευσης έχει πλέον αποκτήσει έντονη φυλετική διάσταση, και η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ έχει αμαυρώσει την αντίληψη περί “κοινής μεταναστευτικής εμπειρίας”».
Η έλλειψη του αισθήματος για το κοινό καλό συνδέεται με τη σημερινή πόλωση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος;
«Το σημαντικότερο χάσμα στην Αμερική σήμερα είναι μεταξύ όσων έχουν πανεπιστημιακές σπουδές και όσων δεν έχουν. Οι δύο αυτές ομάδες διαφέρουν ως προς τις προσδοκίες τους από τη ζωή, το φαγητό που καταναλώνουν, τα μέρη όπου ζουν, ακόμη και το πώς διασκεδάζουν. Ανθρωποι που ανήκουν στη μορφωμένη αστική τάξη, όπως εγώ, κοιτάζουμε την άλλη ομάδα και συχνά δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε αυτήν. Και το ίδιο συμβαίνει και από την αντίθετη πλευρά. Η πόλωση δεν αφορά μόνο τη διάκριση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς ή μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών. Εχουμε μια λαϊκιστική εξέγερση ανθρώπων χωρίς ανώτερη εκπαίδευση, που αισθάνονται πικρία και στους οποίους τα δεξιά μέσα ενημέρωσης λένε ότι αυτοί γνωρίζουν τι πρέπει να γίνει και όχι οι “καλομαθημένοι” πανεπιστημιακοί απόφοιτοι».
Επικρίνετε έντονα την πολιτική των ταυτοτήτων (identity politics), επειδή βλάπτει τόσο τη δημοκρατία όσο και το Δημοκρατικό Κόμμα. Οι Δημοκρατικοί, σήμερα, διαθέτουν όραμα για να επανέλθουν στην εξουσία;
«Οχι, για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ότι οι Δημοκρατικοί, όπως όλοι οι Αμερικανοί, δεν έχουν όραμα επειδή δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει. Σε πολλούς τομείς της ζωής βρισκόμαστε σε αχαρτογράφητα νερά. Οι συνέπειες των πολέμων, οι επιπτώσεις της ψηφιοποίησης στην εργασία, στην εκπαίδευση, μεταβάλλουν διαρκώς την πραγματικότητα. Επιπλέον, πολλοί συντηρητικοί Αμερικανοί αποσταθεροποιούνται από τα ζητήματα της ταυτότητας φύλου. Πολλοί γονείς ανησυχούν μήπως το παιδί τους δηλώσει ότι αισθάνεται πως ανήκει σε διαφορετικό φύλο από αυτό που γεννήθηκε. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι σβήνει η πίστη των Δημοκρατικών, και των Ρεπουμπλικανών, στο μέλλον. Στον ψηφιακό κόσμο, δημιουργήσαμε μια μηχανή που υπονομεύει καθημερινά το έδαφος όπου στεκόμαστε. Τη στιγμή που νομίζεις ότι έφτασες στο μέλλον, κάτι έχει ήδη αλλάξει ξανά. Αυτό είναι βαθιά αποσταθεροποιητικό για τους ανθρώπους. Σήμερα, η ζωή μοιάζει περισσότερο με σέρφινγκ σε απρόσμενα κύματα αλλαγών. Κανένα κόμμα δεν μπορεί να εγγυηθεί πράγματα που κάποτε θεωρούνταν δεδομένα, όπως μια αξιοπρεπής σύνταξη ή μια σταθερή πορεία ζωής».
Αρα, τα 250 έτη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ θα εορταστούν σε κλίμα απαισιοδοξίας;
«Είμαι καθηγητής πανεπιστημίου και ζω στη Νέα Υόρκη. Εχω μάθει να μη μιλώ εκ μέρους όλης της Αμερικής. Ομως για αυτή την επέτειο, έχω το αίσθημα που εκφράζει η γερμανική λέξη Trauerarbeit, που σημαίνει “διεργασία του πένθους”. Πολλοί θα ζήσουμε την εφετινή επέτειο σε κλίμα πένθους για όσα έχουν συμβεί, για τον τρόπο με τον οποίο έχει υπονομευθεί το κράτος Δικαίου, ο σεβασμός προς τους νόμους. Σίγουρα, δεν θα γιορτάσω αυτή την επέτειο με χαμόγελο».
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις