Με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής σχεδιάζει να συνεχίσει τις δημόσιες παρεμβάσεις του ο Αλέξης Τσίπρας, επιχειρώντας να αναδείξει ένα νέο πλαίσιο στρατηγικής για τη θέση της χώρας στο διεθνές περιβάλλον και να χαράξει μια σαφή πολιτική γραμμή διαφοροποίησης τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τις θέσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Η προσέγγιση αυτή φιλοδοξεί να αποτελέσει μια σαφή διαιρετική τομή ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την εξωτερική πολιτική της χώρας: από τη μία την πολιτική της κυβέρνησης, την οποία ο ίδιος έχει κατηγορήσει ότι λειτουργεί ως «πρόθυμος και δεδομένος σύμμαχος» των Ηνωμένων Πολιτειών, και από την άλλη προσεγγίσεις που απορρίπτουν συνολικά τις στρατηγικές διεθνείς συμμαχίες της Ελλάδας.

Στο επίκεντρο των παρεμβάσεών του αναμένεται να βρεθεί η ανάγκη για ένα νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής, βασισμένο στην ενεργητική και πολυδιάστατη στρατηγική που είχε τεθεί ως κατεύθυνση την περίοδο 2015-2019. Πρόκειται για μια προσέγγιση που αναγνωρίζει τη σημασία των διεθνών συμμαχιών της χώρας, επιδιώκοντας όμως αυτές να οικοδομούνται σε βάση αμοιβαίου οφέλους και ισότιμης συνεργασίας, και όχι στη λογική μονομερών παραχωρήσεων ή «λευκών επιταγών».

Με αυτή τη συλλογιστική, ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει να αναδείξει μια διαφορετική στρατηγική για τη θέση της Ελλάδας στο μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον. Δίνει έμφαση σε μια ενεργητική διπλωματία που αξιοποιεί τις διεθνείς συνεργασίες της χώρας, χωρίς όμως να περιορίζει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης ή να οδηγεί σε επιλογές χωρίς ανταλλάγματα.

«Εμείς δεν δώσαμε λευκή επιταγή στον Τραμπ, όπως ο Μητσοτάκης»

Το στίγμα αυτής της προσέγγισης είχε περιγράψει ήδη σε πρόσφατη παρέμβασή του στην Κοζάνη, όπου προϊδέασε για την κατεύθυνση των επόμενων παρεμβάσεών του.

«Εμείς δεν δώσαμε λευκή επιταγή στον Τραμπ, όπως ο Μητσοτάκης. Έδωσε Σούδα και Αλεξανδρούπολη χωρίς ανταλλάγματα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στο ίδιο πλαίσιο, τόνισε ότι «κόκκινη γραμμή πρέπει να είναι η μη χρήση των στρατιωτικών μας εγκαταστάσεων για επιχειρήσεις που μπορούν να θέσουν τη χώρα μας σε άμεσο κίνδυνο». Κάλεσε «κάθε Έλληνα πατριώτη και δημοκράτη να αναρωτηθεί αν ευνοεί τα ελληνικά συμφέροντα το να δίνουμε σήμερα λευκή επιταγή στον Τραμπ». Υπογράμμισε ότι μιλάει ως πρωθυπουργός που «στη θητεία του αναβάθμισε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις», αλλά -όπως είπε- το έκανε «σε αμοιβαία επωφελή βάση, χωρίς λευκές επιταγές».

Στο πλαίσιο της κριτικής του προς την κυβέρνηση, έχει υποστηρίξει ότι επί σειρά ετών η αμερικανική πλευρά ζητούσε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την ανανέωση της συμφωνίας για τη βάση της Σούδας σε πενταετή αντί για ετήσια βάση, χωρίς όμως να υπάρξει συμφωνία, καθώς δεν είχαν εξασφαλιστεί τα ανταλλάγματα που θεωρούσε αναγκαία η ελληνική πλευρά. Αντιθέτως, έχει κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα προχώρησε στην παραχώρηση όχι μόνο της Σούδας, αλλά και άλλων στρατιωτικών εγκαταστάσεων, καθώς και του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, μάλιστα επ’αόριστον και χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα για την Ελλάδα.

Παράλληλα, έχει τοποθετηθεί και για τις εξελίξεις στην Κύπρο. Έχει χαρακτηρίσει αυτονόητη την ανταπόκριση της Ελλάδας στο αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας για αμυντική στήριξη, σημειώνοντας ότι ορθώς υπήρξε ανταπόκριση, όπως -κατά την άποψή του- ήταν σωστή και η αποστολή συστημάτων Patriot στην Κάρπαθο.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, έχει προειδοποιήσει ότι είναι «ανεύθυνο» να καλλιεργείται η εικόνα της Ελλάδας ως «εγγυήτριας δύναμης» ή να επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση η ενεργοποίηση του ενιαίου αμυντικού δόγματος. Όπως έχει τονίσει, ο πόλεμος στην ευρύτερη περιοχή δεν θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για εγκατάλειψη της προοπτικής επίλυσης του Κυπριακού ή για παγίωση της διχοτόμησης. Αντιθέτως, πρέπει να αποτελέσει καμπάνα κινδύνου σχετικά με την ανάγκη επανεκκίνησης των προσπαθειών για μια επανενωμένη και ομόσπονδη Κύπρο, χωρίς εγγυητές και κατοχικά στρατεύματα, στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ.

Μία από τις επόμενες παρουσιάσεις του βιβλίου του ενδεχομένως να πραγματοποιηθεί στη Θράκη και ειδικότερα στην Αλεξανδρούπολη. Αν και η επιλογή δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, συνεργάτες του επισημαίνουν πως η περιοχή διαθέτει ισχυρό συμβολισμό λόγω της γεωπολιτικής της σημασίας και των εξελίξεων που συνδέονται με τον ρόλο της στην ευρύτερη στρατηγική παρουσία της χώρας στην περιοχή.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις