Η τιμή του πετρελαίου συνεχίζει να κινείται οριακά κάτω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, παρά τις διεθνείς εξελίξεις και τις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη για το άνοιγμα θαλάσσιων οδών. Την ώρα που διεθνείς ηγέτες προετοιμάζονται για συνομιλίες σχετικά με την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, οι αγορές εξακολουθούν να εμφανίζονται επιφυλακτικές ως προς το ενδεχόμενο άμεσων ανατροπών.
Κατά τις βραδινές και μεταμεσονύχτιες ώρες της προηγούμενης ημέρας, η τιμή του πετρελαίου κατέγραψε ανοδική κίνηση, πλησιάζοντας το συμβολικό επίπεδο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι για το Brent, χωρίς όμως να καταφέρει να το υπερβεί, παραμένοντας κάτω από αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας.
Παρά τη διατήρηση κάτω από το συγκεκριμένο όριο, οι τιμές εξακολουθούν να διαμορφώνονται σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την προγενέστερη περίοδο, όταν το πετρέλαιο βρισκόταν κοντά στα 72 δολάρια το βαρέλι. Σήμερα έχει σταθεροποιηθεί γύρω στα 98 δολάρια ανά βαρέλι.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς στην προσφορά, επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ παράλληλα ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις στις οικονομίες παγκοσμίως.
Προειδοποίηση ΙΕΑ: «Σημαντικά» υψηλότερες τιμές ενέργειας αν δεν ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ – Ανάκαμψη έως και δύο χρόνια
Την ίδια ώρα, έντονη ανησυχία προκαλούν οι δηλώσεις του επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, ο οποίος προειδοποίησε ότι ο κόσμος πρέπει να προετοιμαστεί για «σημαντικά υψηλότερες» τιμές ενέργειας σε περίπτωση που δεν επαναλειτουργήσουν τα Στενά του Ορμούζ. Όπως τόνισε, ακόμη και αν αποκατασταθεί η λειτουργία της κρίσιμης αυτής θαλάσσιας οδού, το κόστος της ενέργειας δεν πρόκειται να επιστρέψει άμεσα σε «κανονικά» επίπεδα.
Σε συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα Neue Zürcher Zeitung, ο Φατίχ Μπιρόλ υπογράμμισε ότι οι αγορές θα πρέπει να προετοιμαστούν για παρατεταμένη αστάθεια, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Θα πρέπει να προετοιμαστούμε για ευμετάβλητες αγορές για κάποιο χρονικό διάστημα». Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι αυξήσεις στις τιμές θα γίνουν αισθητές σε ολόκληρο τον κόσμο, σημειώνοντας ότι οι αγορές έχουν υποτιμήσει τον αντίκτυπο του πολέμου.
Όπως εξήγησε, η μέχρι τώρα περιορισμένη επίδραση της σύγκρουσης οφείλεται στο γεγονός ότι δεξαμενόπλοια πετρελαίου και φυσικού αερίου που είχαν ήδη αναχωρήσει πριν την έναρξη του πολέμου έχουν φτάσει στους προορισμούς τους, με αποτέλεσμα να «μετριάζεται ο αντίκτυπος» της κρίσης. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι τον Μάρτιο δεν φορτώθηκαν νέα δεξαμενόπλοια, γεγονός που αναμένεται να επιδεινώσει την κατάσταση το επόμενο διάστημα.
Ο επικεφαλής του ΙΕΑ εκτίμησε επίσης ότι θα απαιτηθούν περίπου δύο χρόνια για την αποκατάσταση της ενεργειακής παραγωγής που χάθηκε στη Μέση Ανατολή μετά τον πόλεμο με το Ιράν, επισημαίνοντας ότι ο χρόνος ανάκαμψης θα διαφέρει από χώρα σε χώρα. «Στο Ιράκ, για παράδειγμα, θα χρειαστεί πολύ περισσότερος χρόνος σε σχέση με τη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο, εκτιμούμε ότι συνολικά θα χρειαστούν περίπου δύο χρόνια για να επιστρέψουμε στα προπολεμικά επίπεδα», ανέφερε.
Ο Φατίχ Μπιρόλ σημείωσε ακόμη ότι προειδοποιούσε εδώ και χρόνια για την υπερβολική εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ, τονίζοντας ότι η παγκόσμια οικονομία, ύψους 110 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, μπορεί να βρεθεί «όμηρος από μερικές εκατοντάδες ένοπλους άνδρες». «Τώρα βλέπουμε πόσο πραγματικός ήταν αυτός ο κίνδυνος», πρόσθεσε.
Μόλις χθες, μιλώντας στο πρακτορείο ειδήσεων Associated Press, ο ίδιος είχε εκτιμήσει ότι η Ευρώπη διαθέτει «ίσως έξι εβδομάδες» αποθεμάτων καυσίμων αεροσκαφών, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ως «τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση που έχουμε αντιμετωπίσει ποτέ».
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις