Αρχική Συνεντεύξεις-Γνώμες Ποιοι και γιατί χτυπούν τον Μπακογιάννη;

Ποιοι και γιατί χτυπούν τον Μπακογιάννη;

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Είναι γεγονός πως ο Δήμος Αθηναίων βρίσκεται συνεχώς στο μικροσκόπιο της πολιτικής ζωής. Όχι μόνο γιατί είναι η πρωτεύουσα. Όχι μόνο γιατί ότι συμβαίνει στην Αθήνα είναι μόδα. Όχι γιατί η πόλη είναι το κέντρο των εξελίξεων διαχρονικά. Αλλά συνήθως γιατί ο Δήμαρχος της Αθήνας είναι ένα πρόσωπο με βαρύ πολιτικό αποτύπωμα που «πουλάει». Από τον Αβραμόπουλο και τη Ντόρα, μέχρι τον Κακλαμάνη και τον Καμίνη, τέτοιο πράγμα που γίνεται με τον Κώστα Μπακογιάννη ειλικρινά δεν το θυμάμαι όμως.

 

Η Αθήνα τα τελευταία χρόνια πέρασε δια πυρός και σιδήρου, ακολουθώντας παράλληλα την εθνική πορεία με τα πάνω και τα κάτω και τις επιταγές που λάμβανε. Ήταν μια μαύρη πόλη, μέσα στην εγκατάλειψη και τη μιζέρια, με ελάχιστα πράγματα να δουλεύουν σωστά από τις πραγματικά φιλότιμες προσπάθειες λίγων.

Ήταν ξεκάθαρο πως η πρωτεύουσα είχε μπει σε μια δίνη που την οδηγούσε συνεχώς στην απομόνωση, σε μια διαδικασία αποκλεισμού, σε μια φάση που ούτε η ίδια η πόλη δεν σεβόταν, πρωτίστως, το ένδοξο παρελθόν της αλλά και χωρίς καμιά επένδυση στο παρόν και στο μέλλον της.

Η νέα διοίκηση του Δήμου Αθηναίων, τον Σεπτέμβριο του 2019, ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Με εμπειρία στην τοπική αυτοδιοίκηση και με έναν ισορροπημένο συνδυασμό «παλιών» και «νέων» εκλεγμένων, έβαλε κατευθείαν μπροστά τις μηχανές. Αξιοποίησε παλιά στελέχη χωρίς αποκλεισμούς και ομολογουμένως έφτιαξε μια υποδειγματική δομή, πράγμα που το αποδεικνύει και η ηρεμία που επικράτησε. Ο Μπακογιάννης ήταν ξεκάθαρο πως ήθελε να κάνει τη δουλειά του και όχι να μπει σε ένα πολιτικό power game.

Η πόλη γρήγορα άρχισε να αλλάζει, να καθαρίζεται, να φροντίζεται. Ομολογουμένως, ακόμα και οι πιο δύσπιστοι αντιλαμβάνονταν την Αθήνα να βγαίνει μέρα με τη μέρα από εγκατάλειψη και να αναβαθμίζεται σταδιακά. Θαύματα δεν γίνονται και ας μη γελιόμαστε. Το μέγεθος της Αθήνας θέλει κόπο, χρόνο και υπομονή, που αποδεδειγμένα το τελευταίο λείπει από την κουλτούρα μας.

Και εκεί που όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους, η νέα διοίκηση αποφάσισε να βάλει τάξη, νέους στόχους και νέους κανόνες, με αποτέλεσμα να προκαλέσει αναστάτωση σε όσους επί χρόνια καρπώνονταν τη στασιμότητα. Στην πραγματικότητα δεν ανακάλυψε τον τροχό. Έκανε απλά τα αυτονόητα, όσα δηλαδή κάνουν οι μεγάλες πόλεις του δυτικού κόσμου. Προώθησε τη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, υιοθέτησε καλές πρακτικές και πήρε πρωτοβουλίες ξεπερνώντας χρόνιες παθογένειες της δημόσιας διοίκησης.

Στην πορεία βέβαια υπήρξαν γεγονότα που σηκώνουν αναμφισβήτητα κριτική, στη λογική όμως της βελτίωσης και της εξέλιξης και όχι βασισμένα στην υποκουλτούρα της μικροπολιτικής. Είναι δεδομένο πως ο Μπακογιάννης «πουλάει» και πως κάθε του βήμα είναι υπό έλεγχο. Αυτό όμως που συστηματικά συμβαίνει προκαλεί πολλά ερωτηματικά για το ποιοι και πως ασχολούνται μαζί του.

Ο Μεγάλος Περίπατος για παράδειγμα έχει πολύ ψωμί. Είναι μια καινοτόμα διαδικασία, ένα πιλοτικό έργο που τίποτα δεν θα πάει χαμένο από το αρχικό του στάδιο, μιας και όλα όσα υπάρχουν αυτή τη στιγμή στο Σύνταγμα και στην Πανεπιστημίου μεταφέρονται και θα μεταφερθούν στις γειτονιές της πρωτεύουσας, όσο το τελικό έργο προχωράει, αναβαθμίζοντας διάφορα σημεία. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με το έργο γιατί ίσως να μην του αρέσει, γιατί ξεβολεύεται, γιατί γιατί γιατί.  Αλλά ειλικρινά είναι λογικό να υπάρχουν υπονοούμενα για το κόστος αυτής της παρέμβασης; Δηλαδή πραγματικά αν υπήρχε πρόθεση για οτιδήποτε γράφεται από συγκεκριμένα κέντρα, αυτό θα πήγαινε να το κάνει κάποιος στο πιο προβεβλημένο σημείο της Αθήνας;

Η περίπτωση Ρουβά, που πυροδότησε αντιδράσεις είναι άλλο ένα παράδειγμα στόχευσης της διοίκησης Μπακογιάννη. Γιατί ναι μεν το κλίμα ήταν βαρύ λόγω πανδημίας, αλλά έχουμε κι ανάγκη από λίγη χαρά ρε ‘σεις. Και σε αυτή την περίπτωση έπιασαν δουλειά τα γνωστά υπόγεια γιατί πες πες κάτι θα μείνει. Η εκδήλωση στοίχησε 211 χιλ. ευρώ, λιγότερα δηλαδή από την περσυνή και βέβαια στο πλαίσιο των εξόδων που δίνει ο Δήμος Αθηναίων για αυτή τη συγκεκριμένη παραγωγή κάθε χρόνο (190 χιλιάδες ευρώ είναι ο μέσος όρος τα τελευταία χρόνια σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία). Η ΕΡΤ το βράδυ της αλλαγής του χρόνου βρέθηκε στην κορυφή της τηλεθέασης σημειώνοντας μοναδικά νούμερα. Άσε που έχω την αίσθηση μάλιστα πως αν στη θέση του Σάκη Ρουβά ήταν ένα πρόσωπο με αριστερές καταβολές δεν θα άνοιγε ρουθούνι.

Ύστερα βέβαια έπεσαν τα προφίλ των επικριτών. Μάθαμε τον Ζαραλίκο και θυμηθήκαμε τον Κραουνάκη. Λες και ο Μπακογιάννης είναι σε ανοιχτή γραμμή με το twitter και το facebook και όταν κάτι δεν του αρέσει, σηκώνει ένα τηλέφωνο και δίνει εντολή «ΡΙΞΤΕ ΤΟΥΣ». Ρε πάτε καλά; Πραγματικά όλα μπορώ να τα δεχτώ. Αλλά ότι υπάρχει κόσμος που πιστεύει κάτι τέτοιο με ξεπερνά. Βέβαια κι αυτοί δεν παρασύρονται μόνοι τους. Κι εκεί οι υπόγες κάνουν τη δουλειά τους. Η επένδυση του συστήματος στα τρολ φαίνεται να δουλεύει ακόμα.

Έχοντας γράψει όλα τα παραπάνω ένα είναι το συμπέρασμα. Ο Μπακογιάννης αλλά και κάθε σύγχρονος πολιτικός πρώτης γραμμής, που έχει διάθεση να κάνει ένα βήμα μπροστά, ξεβολεύει όλους εκείνους που ζουν με το χθες και πορεύονται με τη μιζέρια. Ενοχλεί συστήματα γαντζωμένα στον αναχρονισμό. Μπαίνει στο μάτι των βολεμένων. Δημιουργεί πολιτικές με διάρκεια και στόχους. Γνωρίζει πολύ καλά ποια είναι η αξία της σύγχρονης δημόσιας διοίκησης. Δεν μασάει από τους διαδικτυακούς βόθρους. Δεν επηρεάζεται από τις μειοψηφίες  του καναπέ. Φοβίζει πολύ και «σπάει αβγά». Και τέλος ξέρει πως η πραγματική ζωή και τα πραγματικά προβλήματα είναι εκεί έξω και με αυτά ασχολείται. Όχι με εσάς σύντροφοι και συντρόφισσες.