Αρχική Πολιτική Πλεύρης: Επιστρέφουν οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί από 1η Ιανουαρίου 2023

Πλεύρης: Επιστρέφουν οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί από 1η Ιανουαρίου 2023

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Παρά την απόφαση του Συμβούλιου της Επικρατείας (ΣτΕ), που έκρινε αντισυνταγματική την παράταση του υποχρεωτικού εμβολιασμού εργαζομένων σε δομές υγείας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, ο υπουργός Υγείας, κ. Θάνος Πλεύρης ανακοίνωσε πως οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί θα επιστρέψουν το 2023 στις εργασίες τους, αναφέρθηκε στον «Οικογενειακό Ιατρό», ενώ μίλησε και για το «νομοσχέδιο Γκάγκα» για το οποίο έγινε συμβολική κατάληψη σήμερα Τρίτη το πρωί.

Αρχικά, ο κ. Πλεύρης αναφέρθηκε σε εκπομπή του MEGA στην συμβολική κατάληψη που πραγματοποιήθηκε από τους νοσοκομειακούς γιατρούς της ΕΙΝΑΠ που αντιδρούν στο εν λόγω νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, λέγοντας πως: «οι μειοψηφίες δεν μπορούν να επιβάλλονται στις πλειοψηφίας».

Επιπλέον, πρόσθεσε πως: «Κάθε διαμαρτυρία είναι σεβαστή, όμως υπάρχει κόσμος που θέλει να εργαστεί και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδέχεται καταλήψεις. Βρισκόμασταν σε μία συνεννόηση να αποκλιμακωθεί η διαδικασία και να αποχωρήσουν. Λένε ότι θα παραμείνουν για μικρό χρονικό διάστημα. Τα νοσοκομεία δεν ανήκουν σε συνδικαλιστές, ανήκουν σε όλο τον λαό».

Από την πλευρά τους, οι υγειονομικοί διαμαρτύρονται πως το νομοσχέδιο που φέρνει το υπουργείο Υγείας επιτρέπει ουσιαστικά στους ιδιώτες γιατρούς να μπαίνουν στα δημόσια νοσοκομεία και να κάνουν ιατρικές πράξεις και το αντίστροφο.

Ενώ, ο υπουργός Υγείας εξήγησε τις τρεις βασικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, ειδικότερα, είπε πως θα περιλαμβάνει μεσοσταθμική αύξηση κατά 10% στους μισθούς των γιατρών, και συγκεκριμένα, στους αναισθησιολόγους στις ΜΕΘ και όσους βρίσκονται στα ΤΕΠ.

Αναφορικά με τις προκηρύξεις που βγαίνουν άγονες δίνεται η δυνατότητα της μερικής απασχόλησης στους γιατρούς. Ενώ δίνεται η δυνατότητα σε όσους συμμετέχουν σε εφημερίες και κάνουν συγκεκριμένο αριθμό ιατρικών πράξεων να μπορούν μία φορά την εβδομάδα να ασκούν ιδιωτικό έργο.

«Αυτό που ενδιαφέρει τον πολίτη είναι να πηγαίνει σε ένα νοσοκομείο και να βρίσκει γιατρούς. Δεν θα τους ρωτήσει εάν είναι επικουρικός ή με μπλοκάκι. Δεν μπορούμε να εθελοτυφλούμε, βγαίνουν προκηρύξεις και είναι άγονες», τόνισε.

Το «επίμαχο» άρθρο 10
Το «επίμαχο» άρθρο 10 του Νομοσχεδίου Γκάγκα, που βρίσκει αντίθετους τους ιατρούς δίνει τη δυνατότητα στους ιατρούς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που υπηρετούν σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., υπό προϋποθέσεις, να λειτουργούν ιδιωτικό ιατρείο ή να παρέχουν υπηρεσίες προς ιδιωτικές κλινικές, ιδιωτικά διαγνωστικά ή θεραπευτικά εργαστήρια και γενικότερα σε κάθε είδους ιδιωτικές επιχειρήσεις, που παρέχουν ή καλύπτουν υπηρεσίες υγείας, κάτι που θα δώσει τέλος στη δωρεάν υγεία.

Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 10, εάν ψηφιστεί, θα δώσει τη δυνατότητα στους ιατρούς των δημόσιων νοσοκομείων, να λειτουργούν και ιδιωτικό ιατρείο ή να παρέχουν υπηρεσίες προς ιδιωτικές κλινικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις στον τομέα της Υγείας.

Αποτέλεσμα της «απελευθέρωσης» των γιατρών του δημοσίου θα είναι οι ασθενείς να οδηγούνται πλέον, από την ίδια την κυβέρνηση, στα ιδιωτικά νοσοκομεία και ιατρεία προκειμένου να εξυπηρετηθούν. Έτσι, οι ασθενείς θα πρέπει να βάζουν «βαθιά το χέρι στην τσέπη», είτε για να χειρουργηθούν είτε ακόμα και για να δουν γιατρό.

Παράλληλα, όμως η μερική ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ θα οδηγήσει και σε περαιτέρω υποβάθμιση των ήδη υποβαθμισμένων δημοσίων νοσοκομείων. Η επιχειρηματολογία θα είναι πως δεν υπάρχει χρόνος για εξέταση τις πρωινές ώρες δωρεάν, ώστε στοχευμένα οι ασθενείς να οδηγούνται έναντι αμοιβής στα ιδιωτικά ιατρεία.

Όταν λοιπόν δεν θα φαίνεται πως υπάρχει πλέον «ζήτηση» για τα δημόσια νοσοκομεία, οι προσλήψεις των υγειονομικών θα μειωθούν δραστικά. Παράλληλα και το ίδιο το ιατρικό προσωπικό θα δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο ιδιωτικό του έργο παρά στην πρωινή του εργασία στο ΕΣΥ που θα αμείβεται με έναν μισθό.

Αντίστοιχα και με τις χειρουργικές επεμβάσεις όπου στο ΕΣΥ θα υπάρχει η πρόφαση του μη ελεύθερου χειρουργείου και για να πραγματοποιηθεί άμεσα, θα πρέπει ο πολίτης να μεταβεί σε ιδιωτική κλινική όπου βέβαια θα πληρώσει αδρά. Διαφορετικά θα πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερο φακελάκι ώστε να επισπευσθεί η διαδικασία.

Πότε επιστρέφουν οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί
Όπως ανακοίνωσε ο υπουργός Υγείας, οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί θα επιστρέψουν στην εργασία τους από την 1η Ιανουαρίου 2023, σύμφωνα με όσα αποφάσισε το ΣτΕ.

Ο κ. Πλεύρης αναφέρθηκε στην απόφαση του ΣτΕ, λέγοντας πως: «Με βάση την απόφαση του ΣτΕ, που επανεξέτασε το μέτρο, έκρινε ότι η παράταση του μέτρου υπερβαίνει την αρχή της αναλογικότητας. Ήδη έχουμε λάβει την απόφαση για να δούμε πως θα εφαρμοστεί η απόφαση. Θα εφαρμοστεί, παρόλο που θεωρώ ότι είναι μία επικίνδυνη απόφαση για τη δημόσια υγεία. Το μέτρο θα εφαρμοστεί αφού λάβουμε όλα τα μέτρα ώστε να υπάρχει ένα αυστηρό πρωτόκολλο για την προστασία της δημόσιας υγείας».

Ωστόσο, ο υπουργός δεν ξεκαθάρισε εάν οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί θα λάβουν αναδρομικά τους μισθούς τους από τον μήνα Απρίλιο, καθώς κρίθηκε παράνομη η μη επιστροφή της στην εργασία τους.

Υπενθυμίζεται πως η παράταση του υποχρεωτικού εμβολιασμού εργαζομένων σε δομές υγείας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, λόγω ελλείψεως επαναξιολογήσεως του μέτρου κρίθηκε αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ).

Ειδικότερα, η αυξημένη (επταμελής) σύνθεσης του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ με την υπ΄ αριθμ. 2332/2022 απόφασή της (πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος Γιώργος Τσιμέκας και εισηγητής ο σύμβουλος Επικρατείας Βασίλης Ανδρουλάκης), έκρινε ότι η διάταξη του ν. 4917/2022, με την οποία παρατάθηκε η ισχύς της επαναξιολογήσεως της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού των εργαζομένων στις δομές υγείας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, είναι αντίθετη προς την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Παράλληλα, το ΣτΕ ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση που καθόριζε τη διαδικασίας πρόσληψης προσωπικού ορισμένου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50 ν. 4825/2021.

Το Γ΄ Τμήμα του ΣτΕ αναφέρει ότι κατά τον χρόνο που δημοσιεύθηκε ο ν. 4917/2022 (31-3-2022) και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση (14-4-2022) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα 8 και πλέον μηνών από τη λήψη του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού των εργαζομένων σε δομές υγείας, δηλαδή «διάστημα που λόγω της φύσεως του μέτρου και των συνεπειών του, υπερβαίνει προδήλως το εύλογο, χωρίς, ωστόσο, να έχει διενεργηθεί επαναξιολόγησή του, βάσει επίκαιρων, κατά τον χρόνο εκείνο, επιστημονικών και επιδημιολογικών στοιχείων, για την αξία, την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες των εμβολίων κατά του κορωνοϊού και την πορεία και την εξέλιξη της πανδημίας».

Υπενθυμίζεται πως η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ) είχε προσφύγει στο ΣτΕ.