Η ανακούφιση στις Βρυξέλλες ήταν έντονη μετά την εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος το τελευταίο διάστημα είχε προκαλέσει αντιδράσεις με δηλώσεις που τον έφερναν πιο κοντά στη γραμμή του Βλαντίμιρ Πούτιν. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η επικράτηση του Πέτερ Μάγιαρ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι πολίτες απέρριψαν ξεκάθαρα τη στρατηγική φόβου του Όρμπαν. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, ο αντίπαλός του παρουσιαζόταν ως σύμμαχος της «επικίνδυνης» προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και του προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Στα 16 χρόνια της πρωθυπουργίας του στην Ουγγαρία, ο Όρμπαν βρέθηκε επανειλημμένα σε αντιπαράθεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθυστερώντας, απορρίπτοντας ή ακόμη και μπλοκάροντας κρίσιμες αποφάσεις, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν τη στήριξη προς την Ουκρανία. Πλέον, ένα από τα βασικά ζητήματα για τις Βρυξέλλες είναι το πόσο άμεσα ο Μάγιαρ θα προχωρήσει στην άρση του ουγγρικού βέτο, τόσο για το σημαντικό πακέτο χρηματοδότησης ύψους 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία όσο και για τον 20ό γύρο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του Guardian.

Ο Μάγιαρ δήλωσε τη Δευτέρα ότι προτίθεται να στηρίξει το δάνειο των 90 δισ. ευρώ της ΕΕ προς την Ουκρανία, θέτοντας όμως ως προϋπόθεση τη μη συμμετοχή της Ουγγαρίας — όρος που είχε ήδη τεθεί και από τον Όρμπαν τον περασμένο Δεκέμβριο. Παράλληλα, η πιο επιφυλακτική στάση του σχετικά με την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ («όχι στα επόμενα 10 χρόνια») και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας αναμένεται να προκαλέσει προβληματισμό, ιδιαίτερα σε χώρες που στηρίζουν έντονα το Κίεβο, όπως η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής. Ο ίδιος εξέφρασε την ελπίδα ότι η ρωσική επιθετικότητα θα τερματιστεί σύντομα, ώστε να καταστεί δυνατή η «άμεση» άρση των κυρώσεων, σημειώνοντας: «Κατανοώ τα ηθικά ζητήματα… αλλά ας μην πυροβολούμε τα πόδια μας», δίνοντας έμφαση στο οικονομικό κόστος.

Οι θέσεις του θυμίζουν τον πρωθυπουργό του Βελγίου, Μπαρτ Ντε Βέβερ, ο οποίος είχε δεχθεί έντονη κριτική όταν δήλωσε ότι η Ευρώπη πρέπει να ανακτήσει πρόσβαση σε φθηνή ρωσική ενέργεια. Παράλληλα, ορισμένα δυτικά κράτη-μέλη της ΕΕ συμμερίζονται ιδιωτικά τις ανησυχίες για ένα ταχύ χρονοδιάγραμμα ένταξης της Ουκρανίας στην Ένωση.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μιλώντας τη Δευτέρα, απέφυγε να εστιάσει στις λεπτομέρειες αυτές και συνέκρινε τη σημασία του εκλογικού αποτελέσματος με την εξέγερση της Ουγγαρίας το 1956 κατά της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και με το 1989, όταν οι Ούγγροι έγιναν οι πρώτοι στο ανατολικό μπλοκ που κατέρριψαν τα συρματοπλέγματα που χώριζαν την Ευρώπη. «Θα ξεκινήσουμε να εργαζόμαστε με την κυβέρνηση το συντομότερο δυνατό», δήλωσε, απαντώντας σε ερωτήσεις για το δάνειο των 90 δισ. ευρώ και τα «παγωμένα» κονδύλια της Ουγγαρίας.

Το ζήτημα της ενέργειας παραμένει επίσης ευαίσθητο. Αν και το κόμμα Τίσα του Μάγιαρ έχει δεσμευτεί να καταργήσει σταδιακά τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας έως το 2035, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει πολύ ταχύτερους ρυθμούς, στοχεύοντας στον πλήρη τερματισμό των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου έως το τέλος του 2027. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει η πιθανή επιλογή του Μάγιαρ για το υπουργείο Εξωτερικών, Ανίτα Όρμπαν, πρώην διπλωμάτης, χωρίς συγγένεια με τον νυν πρωθυπουργό, η οποία έχει συγγράψει βιβλία για τον τρόπο με τον οποίο το Κρεμλίνο χρησιμοποιεί την ενέργεια ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.

Παρά τις εντάσεις, η Ουγγαρία υπό τον Μάγιαρ φαίνεται πιθανό να εξελιχθεί σε ένα «κανονικό» κράτος-μέλος της ΕΕ, το οποίο υπερασπίζεται τα συμφέροντά του χωρίς να εργαλειοποιεί τα βέτο και τις διαδικασίες της Ένωσης προς όφελος της Ρωσίας. «Είναι ένας εθνικός συντηρητικός πολιτικός του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος», δήλωσε ο Ντάνιελ Χέγκεντους, ανώτερος επισκέπτης ερευνητής στο German Marshall Fund, προσθέτοντας ότι «κατανοεί πως το πολιτικό του μέλλον και η επιτυχία του συνδέονται με την επαναδημοκρατικοποίηση της Ουγγαρίας».

Για τον Μάγιαρ, πρώην διπλωμάτη στις Βρυξέλλες κατά την περίοδο διακυβέρνησης Όρμπαν, η πιο επείγουσα προτεραιότητα είναι η υλοποίηση της προεκλογικής του δέσμευσης «να φέρει πίσω» τα ευρωπαϊκά κονδύλια της Ουγγαρίας. Αυτή τη στιγμή, περίπου 17 δισ. ευρώ που προορίζονται για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας παραμένουν «παγωμένα», λόγω αποτυχιών στην καταπολέμηση της διαφθοράς, στη διασφάλιση της δικαστικής ανεξαρτησίας, καθώς και διαφορών σχετικά με την ακαδημαϊκή ελευθερία και τον αντι-LGBTQ νόμο της Ουγγαρίας. Περίπου 2,12 δισ. ευρώ έχουν χαθεί οριστικά, ενώ ο χρόνος πιέζει, καθώς έως τα τέλη Αυγούστου πρέπει να υπάρξει συμφωνία για τη διάθεση σχεδόν 10 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια. Οποιαδήποτε παράταση απαιτεί ομόφωνη έγκριση από τα 27 κράτη-μέλη.

Ο Χέγκεντους επισημαίνει την ανάγκη για «εποικοδομητική διπλωματία» και από τις δύο πλευρές, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ως μια «συναλλακτική αντιπαράθεση, αλλά με θετική έννοια». Όπως τονίζει, η βασική νομιμοποίηση της νέας ουγγρικής κυβέρνησης θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα και σε ποιο ύψος θα καταφέρει να επαναφέρει τα «παγωμένα» ευρωπαϊκά κονδύλια. Η ΕΕ, όπως είπε, πρέπει να «εμπιστεύεται αλλά και να επαληθεύει».

Η πολιτική ασύλου και μετανάστευσης ενδέχεται επίσης να προκαλέσει εντάσεις. Η Ουγγαρία αντιμετωπίζει πρόστιμο 1 εκατ. ευρώ ημερησίως για παραβίαση των κανόνων ασύλου της ΕΕ, δημιουργώντας ένα άμεσο πρόβλημα για τη νέα κυβέρνηση που επιδιώκει τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών. Ο Μάγιαρ δήλωσε ότι η Ευρώπη «διαχειρίστηκε λανθασμένα» τη μετανάστευση, αναφερόμενος στα γεγονότα του 2015, όταν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι ζήτησαν άσυλο, προσθέτοντας ότι «οι περισσότερες χώρες» αντιλήφθηκαν «αρκετά αργά» ότι η αρχική τους στάση δεν ήταν σωστή.

Ωστόσο, οι απόψεις του κινούνται προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής τάσης, καθώς από το 2015 οι πολιτικές της ΕΕ έχουν γίνει πιο αυστηρές, με αυξανόμενη στήριξη σε εξωχώρια κέντρα μετανάστευσης και πιο σκληρά μέτρα επιστροφών. Παραμένει, πάντως, ασαφές πώς θα διαχειριστεί ζητήματα όπως ο αντι-LGBTQ νόμος του Όρμπαν.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα έχουν σύντομα την ευκαιρία να αξιολογήσουν τον Μάγιαρ ως πρωθυπουργό. Οι πρώτες του επισκέψεις στο εξωτερικό θα πραγματοποιηθούν στη Βαρσοβία και στη συνέχεια στη Βιέννη, με ορισμένους αναλυτές να επισημαίνουν ότι η απουσία του Βερολίνου, του βασικού οικονομικού εταίρου της Ουγγαρίας, από τη λίστα ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη υποβάθμισης των σχέσεων.

Ο Λάσλο Άντορ, πρώην επίτροπος της ΕΕ από την Ουγγαρία, δήλωσε ότι «είναι αναπόφευκτο η Ουγγαρία να ξεκινήσει αυτό το νέο κεφάλαιο επανένταξης στις ευρωπαϊκές πολιτικές και αξίες, κάτι που ζητείται ιδιαίτερα από τη νέα γενιά». Ο ίδιος, σοσιαλδημοκράτης οικονομολόγος, υπογράμμισε ότι η γενιά Ζ διαδραμάτισε καθοριστικό αλλά υποτιμημένο ρόλο στη σαρωτική νίκη του Μάγιαρ, κάνοντας λόγο για «νέους ανθρώπους με περιορισμένες οικονομικές ευκαιρίες, οι οποίοι έχουν αποκλειστεί από το πρόγραμμα Erasmus» λόγω της οικονομικής στασιμότητας και των διαφωνιών με την ΕΕ.

«Περίμεναν σιωπηλά τη στιγμή που αυτό θα μπορούσε να αλλάξει μέσω των εκλογών», κατέληξε.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις