Αρχική Συνεντεύξεις-Γνώμες Οι απαντήσεις για το νέο επικουρικό σύστημα ασφάλισης

Οι απαντήσεις για το νέο επικουρικό σύστημα ασφάλισης

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασφάλιση

Νέο Επικουρικό: Το 1ο δηµόσιο Ασφαλιστικό Ταµείο µε… C.E.O., εταιρική διακυβέρνηση και επενδύσεις κεφαλαίων – Η Γεν. Γραµ. Κοιν. Ασφαλίσεων Παυλίνα Καρασιώτου απαντά για το ύψος των συντάξεων και το «κόστος µετάβασης» – Διαφορές και οµοιότητες µε τα Τ.Ε.Α.

Δύο αναλογιστικές και µία οικονοµοτεχνική µελέτη που θα διενεργηθούν έως το τέλος Μαρτίου αναµένεται να λύσουν βασικές απορίες ειδικών, εργαζοµένων και συνταξιούχων γύρω από το νέο Επικουρικό Ταµείο, το πρώτο Δηµόσιο Ασφαλιστικό Ταµείο που θα έχει κεφαλαιοποιητικό χαρακτήρα. Τι σηµαίνει «κεφαλαιοποιητικό» στην πράξη; Σηµαίνει, κατά βάση ότι το Ταµείο θα λειτουργεί µε όρους εταιρικής διακυβέρνησης και ότι τα αποθεµατικά που θα δηµιουργούνται από τις εισφορές στους Ατοµικούς Λογαριασµούς των Ασφαλισµένων θα υπόκειται στις αποδόσεις επενδυτικών κινήσεων. Επικεφαλής του Δ.Σ. του Ταµείου θα είναι C.E.O., που θα επιλέγεται κυρίως µε τεχνοκρατικά κριτήρια.
Αυτό που έχει ξεκαθαρίσει ως σήµερα είναι πως στο νέο Επικουρικό θα εντάσσονται οι νεοεισερχόµενοι στην αγορά εργασίας (σε δηµόσιο και ιδιωτικό τοµέα καθώς και αυτοαπασχολούµενοι) και, προαιρετικά, οι νυν ασφαλισµένοι έως 35 ετών. Ωστόσο, η «διαχείριση του επενδυτικού κινδύνου» είναι ένα θέµα που εγείρει απορίες και… ανασφάλειες. Στο ερώτηµα επιχειρεί να απαντήσει, µέσω του άρθρου της στο Epsilon7, η Γενική Γραµµατέας Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ. Παυλίνα Καρασιώτου, η οποία, πέρα από το πλέγµα των ευρωπαϊκών προστατευτικών διατάξεων που επικαλείται, αποκαλύπτει ότι τα «επενδυτικά προϊόντα» του νέου Επικουρικού Ταµείου θα είναι «κύκλου ζωής». Αυτό σηµαίνει πως «όσο πλησιάζει κανείς κοντά στη σύνταξη το σωρευµένο του κεφάλαιο θα προστατεύεται µέσω όλο και πιο συντηρητικών επενδύσεων».  Και προσθέτει «όταν µιλάµε για έναν ορίζοντα επενδύσεων σαράντα περίπου ετών, οι πιθανότητες το τελικό κεφάλαιο να είναι µικρότερο από τις σωρευµένες εισφορές είναι µηδενικές, παρόλο που από έτος σε έτος µπορεί να παρατηρούνται διακυµάνσεις και απώλειες».
Ο τρόπος λειτουργίας του νέου Ταµείου Επικουρικής Ασφάλισης, προσιδιάζει σε ένα Ταµείο Επαγγελµατικής Ασφάλισης, ωστόσο το γεγονός ότι θα είναι εποπτευόµενο από το κράτος το διαφοροποιεί σηµαντικά από τα Τ.Ε.Α., τόσο ως προς το εύρος των αποδόσεων όσο και ως προς το τελικό ύψος των συντάξεων των εντασσόµενων στο νέο ασφαλιστικό καθεστώς, αλλά και των ήδη συνταξιούχων που θα συνεχίσουν να λαµβάνουν σύνταξη µε το ισχύον διανεµητικό σύστηµα.
Προβληµατισµούς και ερωτήµατα για το νέο Επικουρικό Ταµείο εκφράζουν µε άρθρα – παρεµβάσεις τους στο Epsilon7,  ο κύριος Κώστας Νικολάου, Γενικός Διευθυντής της Prudential Β. Marghios & Partners, Σύµβουλος Αναλογιστής και Διαχειριστής Κινδύνου, η κυρία Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα, δικηγόρος-εργατολόγος, και ο κύριος Χρήστος Νούνης, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Ταµείων Επαγγελµατικής Ασφάλισης.

Προκλήσεις στο δρόµο της νέας επικουρικής και η στρατηγική αντιµετώπισής τους
Παυλίνα Καρασιώτου, Γενική Γραµµατέaς Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Μετά από δέκα και πλέον χρόνια παρεµβάσεων στο σύστηµα της κοινωνικής µας ασφάλισης, είναι ίσως εύλογο να αναρωτιέται κανείς ποιος ο σκοπός µιας ακόµα µεταρρύθµισης. Γιατί να «ταράξουµε» για άλλη µια φορά «τα νερά» της κοινωνικής ασφάλισης, µε κίνδυνο να δηµιουργήσουµε αµφιβολίες για τη βιωσιµότητα του συστήµατος και το µέλλον των συντάξεων;
Η κοινωνική ασφάλιση εξυπηρετεί µια σειρά από στόχους µέσω συγκεκριµένων εργαλείων. Βασικοί στόχοι είναι η καθολική κάλυψη του πληθυσµού για τους κινδύνους του γήρατος, της αναπηρίας και του θανάτου, η αντιµετώπιση της φτώχειας των ηλικιωµένων, η στήριξη του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων. Η επίτευξη των στόχων περνάει µέσα από την είσπραξη εισφορών από εργαζόµενους και εργοδότες, αλλά και το φορολογικό σύστηµα, καθώς σήµερα τα έσοδα του ασφαλιστικού από τον κρατικό προϋπολογισµό ξεπερνούν το 50% και η δηµόσια συνταξιοδοτική δαπάνη πλησιάζει στο 10% του Α.Ε.Π. (ακόµα περισσότερο στα χρόνια της πανδηµίας).
Στην Ελλάδα, η κοινωνική ασφάλιση δοµήθηκε σχεδόν αποκλειστικά πάνω στην αρχή της διανοµής. Δηλαδή, οι τρέχουσες εισφορές πληρώνουν τις τρέχουσες συντάξεις. Το διανεµητικό σύστηµα δουλεύει εξαιρετικά σε κοινωνίες µε µεγάλη αναλογία ασφαλισµένων ανά συνταξιούχο, µε την αναλογία αυτή στη βιβλιογραφία να ορίζεται συνήθως σε 4 προς 1. Σήµερα στην Ελλάδα η αναλογία αυτή είναι κοντά στο 1,65 προς 1 (µε προοπτική περαιτέρω επιδείνωσης), καθιστώντας το σύστηµα εξαιρετικά ευάλωτο στον δηµογραφικό κίνδυνο. Μείωση της ανεργίας και αύξηση της συµµετοχής στο εργατικό δυναµικό και  της απασχόλησης θα έφερναν τη σχέση αυτή κοντά στο 2 προς 1, βελτιώνοντας ελαφρά το πρόβληµα, αλλά πάντα θα είµαστε πολύ µακριά από το στόχο.
Από το ασφαλιστικό µας σύστηµα σήµερα λείπει η απαραίτητη διαφοροποίηση κινδύνου. Μοιραία η δηµογραφική πίεση στο ασφαλιστικό, εάν αυτό παραµείνει στη σηµερινή του µορφή, οδηγεί στην ανάγκη µείωσης παροχών, αύξησης εισφορών, ή αύξησης της δαπάνης του κρατικού προϋπολογισµού (ή συνδυασµό τους).
Η σχεδιαζόµενη µεταρρύθµιση αποσκοπεί ακριβώς στο να «θωρακίσει» το υπάρχον σύστηµα από το δηµογραφικό κίνδυνο, εισάγοντας στοιχεία κεφαλαιοποίησης. Η επικουρική σύνταξη που σήµερα αποτελεί περίπου το 10% του συνολικού συστήµατος, µετατρέπεται σε κεφαλαιοποιητική για τους νέους ασφαλισµένους από 1/1/2022. Παράλληλα θα υπάρχει πρόβλεψη για προαιρετική συµµετοχή και ήδη ασφαλισµένων έως 35 ετών, ενώ προαιρετική θα είναι και η συµµετοχή όσων σήµερα δεν καλύπτονται από επικουρική ασφάλιση, όπως των εµπόρων, γιατρών και αγροτών. Ο κάθε ασφαλισµένος θα έχει έναν ατοµικό λογαριασµό στον οποίο θα συλλέγονται οι ασφαλιστικές του εισφορές, οι οποίες θα τοποθετούνται σε προϊόντα διαφορετικού επενδυτικού ρίσκου. Σηµαντικό είναι να τονιστεί ότι η νέα επικουρική εξακολουθεί να καλύπτει τους ίδιους κοινωνικοασφαλιστικούς κινδύνους, δηλαδή γήρατος, αναπηρίας και θανάτου. Επιπλέον ο ασφαλισµένος έχει αξίωση σε µελλοντική παροχή βάσει των κανόνων παροχών που θα οριστούν από τον νόµο και τον Κανονισµό του Ταµείου. Ωστόσο, δεν έχει πρόσβαση στις εισφορές του νωρίτερα από τη συνταξιοδότηση. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι εξακολουθούµε να έχουµε ένα κοινωνικοασφαλιστικό προϊόν και όχι ένα επενδυτικό/ αποταµιευτικό προϊόν.
Η µετάβαση στο νέο αυτό σύστηµα αντιµετωπίζει µια σειρά από προκλήσεις. Πρόκειται για ένα νέο εγχείρηµα, που µπορεί να τροµάζει και να δηµιουργεί ερωτηµατικά τα οποία οφείλουµε να απαντάµε. Βασικό ερώτηµα είναι το πώς θα επηρεαστεί το υφιστάµενο σύστηµα των επικουρικών και ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τους σηµερινούς ασφαλισµένους. Η αλλαγή από διανεµητικό σε κεφαλαιοποιητικό, συνεπάγεται σταδιακή απώλεια ασφαλιστικών εισφορών από το υφιστάµενο σύστηµα και άρα πόρους που σήµερα χρηµατοδοτούν τις συντάξεις. Με τον τρόπο που σχεδιάζεται η µετάβαση, το κενό είναι µικρό στην αρχή (µεταξύ 50 και 80 εκατοµµυρίων ευρώ, ανάλογα µε το πόσοι νέοι θα µπουν προαιρετικά στο σύστηµα) και αυξάνεται σταδιακά, φτάνοντας στο µέγιστο σηµείο σε περίπου 35 µε 40 χρόνια όταν και ο τελευταίος ασφαλισµένος στο παλιό σύστηµα θα σταµατήσει να καταβάλει εισφορές και θα βγει στη σύνταξη. Ταυτόχρονα όµως, οι εισφορές επενδύονται, η πλειοψηφία τους εντός της ελληνικής οικονοµίας, δηµιουργώντας πολλαπλασιαστικά οφέλη και επιδρώντας θετικά στο Α.Ε.Π..
Έχει σηµασία λοιπόν αφενός να εκτιµηθεί η «καθαρή» επίπτωση της µετάβασης στην οικονοµία, αφετέρου να καλυφθεί το ταµειακό κενό που δηµιουργείται για την κάλυψη των συντάξεων. Αποτελεί βασική πολιτική επιλογή το ταµειακό κενό να καλυφθεί, ώστε οι σηµερινοί και µελλοντικοί συνταξιούχοι να λαµβάνουν τις παροχές τους ως εάν δεν πραγµατοποιούνταν η µετάβαση. Σήµερα προχωράνε οι σχετικές µελέτες που θα προσδιορίσουν µε ακρίβεια τα ανωτέρω µεγέθη και στη συνέχεια θα εξεταστούν τα σενάρια κάλυψης του ταµειακού κόστους, σε συνεργασία µε το συναρµόδιο Υπουργείο Οικονοµικών.
Βασικό ερώτηµα και ανησυχία για το νέο σύστηµα είναι η έκθεση στο λεγόµενο «κίνδυνο της αγοράς», δηλαδή στις διακυµάνσεις των αποδόσεων που µπορεί να είναι και αρνητικές σε δεδοµένη στιγµή. Οι δικλείδες ασφαλείας για τον κίνδυνο της αγοράς είναι πολλές. Καταρχάς, οι κανόνες της κεφαλαιαγοράς έχουν εµπλουτιστεί, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχοντας δηµιουργήσει ένα ισχυρό πλαίσιο προστασίας των επενδύσεων. Δεύτερον όταν µιλάµε για έναν ορίζοντα επενδύσεων σαράντα περίπου ετών, οι πιθανότητες το τελικό κεφάλαιο να είναι µικρότερο από τις σωρευµένες εισφορές είναι µηδενικές, παρόλο που από έτος σε έτος µπορεί να παρατηρούνται διακυµάνσεις και απώλειες. Επιπλέον, η πρόβλεψη ότι όλα τα προϊόντα θα είναι «κύκλου ζωής» σηµαίνει ότι όσο πλησιάζει κανείς κοντά στη σύνταξη το σωρευµένο του κεφάλαιο θα προστατεύεται µέσω όλο και πιο συντηρητικών επενδύσεων. Τέλος, το νέο Ταµείο θα λειτουργεί µε αυστηρή εντολή την προστασία του δηµοσίου συµφέροντος και των συµφερόντων των ασφαλισµένων, αναλαµβάνοντας την ευθύνη για την εύρωστη λειτουργία του. Και ενώ είναι παρακινδυνευµένο να δώσει κανείς ακριβή παραδείγµατα για τα οφέλη που θα αποκοµίσει ο κάθε ασφαλισµένος από τη µετάβαση, ιστορικά οι αποδόσεις κεφαλαιοποιητικών συστηµάτων έχουν υπάρξει υπερδιπλάσιες από τις τεχνικά προσδιορισµένες αποδόσεις των συστηµάτων νοητής κεφαλαιοποίησης. Σήµερα η τεχνική απόδοση του ελληνικού συστήµατος της επικουρικής είναι περίπου 1,35%, οπότε µια µεσαία απόδοση αγοράς στο 3% οδηγεί σε σηµαντικά οφέλη για τους ασφαλισµένους.
Ένα κεφαλαιοποιητικό σύστηµα για να είναι πετυχηµένο ως προς την επίτευξη των στόχων του, απαιτείται να λειτουργεί υπό όρους σοβαρής εταιρικής διακυβέρνησης, διαφάνειας και εποπτείας. Αυτό αποτελεί ίσως τη σηµαντικότερη πρόκληση που έχουµε να αντιµετωπίσουµε και θα αποτελέσει µια µακροχρόνια διαδικασία. Τα αντίστοιχα συστήµατα ευρωπαϊκών χωρών, µε βασικό το σύστηµα “Premium Pension” της Σουηδίας, µετράνε ήδη αρκετές δεκαετίες ζωής. Έχουν περάσει τις «παιδικές τους ασθένειες», έχουν κάνει αλλαγές και συνεχώς µεταβάλλονται για να ανταποκρίνονται κάθε φορά στις επικρατούσες συνθήκες και τις ανάγκες της οικονοµίας και των ασφαλισµένων. Το ελληνικό εγχείρηµα, «χτίζει» πάνω σε καλές πρακτικές, λαµβάνοντας σε κάθε περίπτωση υπόψη τις ιδιαιτερότητες του δικαιακού και οικονοµικού µας συστήµατος. Το µεγάλο στοίχηµα είναι η νέα επικουρική να αποτελέσει το έναυσµα ώστε το σύνολο του ασφαλιστικού µας συστήµατος να περάσει σε µια νέα περίοδο ενηλικίωσης και ωριµότητας, που θα συνδυάζει τα καλά χαρακτηριστικά ανεξαρτησίας από την πολιτική επιρροή µε ταυτόχρονη προστασία του δηµοσίου συµφέροντος και των ασφαλισµένων. ■

Το νέο, κεφαλαιοποιητικό σύστηµα Επικουρικής Ασφάλισης:
Επισημάνσεις και ερωτήματα
Νικολάου Κωνσταντίνος,
Γενικός Διευθυντής της Prudential Β. Marghios & Partners – Σύμβουλος Αναλογιστής και Διαχειριστής Κινδύνου

Μετά από πάρα πολλά χρόνια, φαίνεται ότι σπάει το ταμπού των κεφαλαιοποιητικών συστημάτων ασφάλισης και στην κοινωνική ασφάλιση. Το νέο σύστημα Επικουρικής ασφάλισης, για όλους τους ασφαλισμένους που θα δουλέψουν για πρώτη φορά και κατ ’επιλογήν, για όσους είναι κάτω των 35, προβλέπει αυτό που στις συζητήσεις µας, μοιάζει το πιο φυσιολογικό, όταν μιλάμε για τη σύνταξή µας: τη δημιουργία ενός συστήματος, στο οποίο ο κάθε ένας θα δημιουργεί το δικό του Ατομικό Συνταξιοδοτικό Λογαριασμό (Α.Σ.Λ.), που θα αθροίζει ένα μέρος (θα δούμε παρακάτω γιατί) ή το σύνολο των εισφορών που θα κατευθύνονται για την επικουρική σύνταξη. Στη συνέχεια, οι εισφορές αυτές θα επενδύονται και το τελικό σύνολο, που θα αποτελείται από το άθροισμα των εισφορών και το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα των επενδύσεων, θα είναι το σύνολο του Α.Σ.Λ. του, το οποίο θα μετατρέπεται σε σύνταξη, µε βάση το πόσο αναμένεται να ζήσει μετά την συνταξιοδότησή του. Π.χ. αν έχουν μαζευτεί στα 67 του 50.000 και αναμένεται να ζήσει 15 έτη, τότε περίπου, η μηνιαία σύνταξή του θα είναι 50.000 /15 έτη / 12 μήνες = περίπου 280 ευρώ το μήνα.
Φυσικά, η παραπάνω παρουσίαση είναι η απλούστευση του συστήματος, προκειμένου να µας γίνει κατανοητό για το πώς δουλεύει. Αναμένουμε µε βάση αυτά που έχουν ανακοινωθεί, να δούμε στην πράξη πώς θα εφαρμοστούν τα ακόλουθα:
– Στο νέο σύστημα, αναφέρθηκε ότι θα υπάρχουν εγγυήσεις, ώστε ο κάθε ασφαλισμένος να παίρνει τουλάχιστον τις εισφορές του, όταν συνταξιοδοτηθεί. Η ύπαρξη εγγυήσεων αυτομάτως δημιουργεί ένα κόστος επί των εισφορών, το οποίο πρέπει να δούμε πώς θα αναπληρωθεί. Άρα, από το συνολικό 6% των εισφορών, ένα τμήμα αυτού, θα πρέπει να κρατείται για εγγύηση και να µην αποδίδεται στον Α.Σ.Λ. του κάθε ασφαλισμένου.
– Αντίστοιχα, η ύπαρξη εγγύησης για συντάξεις θανάτου (μεταβίβαση δηλαδή) και αναπηρίας, πάλι οδηγούν στο αποτέλεσμα της ανωτέρας παραγράφου, δηλαδή ένα τμήμα του ασφαλίστρου, θα πρέπει να οδηγηθεί σε παροχή πέραν του Α.Σ.Λ..
– Υπάρχει η υπόσχεση ότι για το παλαιό σημερινό σύστημα της επικουρικής ασφάλισης, δεν θα υπάρξουν καθόλου μειώσεις, παρόλο που θα υπάρχουν λιγότερες εισφορές προς αυτό το σύστημα. Αυτό σηµαίνει αναγκαστικά, πως θα υπάρχει εισροή κεφαλαίου είτε απευθείας από το κράτος για να καλύψει το έλλειµα είτε αναµένεται ένα κοµµάτι των χαµένων εισφορών, να καλυφθεί από την οικονοµική ανάπτυξη. Αναµένουµε µε ενδιαφέρον την αναλογιστική µελέτη, που θα δείξει το ύψος του κόστους µετάβασης και τις παραµέτρους αυτής, π.χ. ποια θα είναι η πρόβλεψη για την αύξηση της οικονοµίας και τι θα γίνει αν δεν πιαστεί αυτός ο στόχος;
– Επενδύσεις. Για πρώτη φορά, θα υπάρχουν επενδύσεις επί της περιουσίας ή και µάλιστα θα δίνεται η δυνατότητα στους ασφαλισµένους να επιλέξουν το µείγµα των επενδύσεων, µε βάση το προφίλ κινδύνου που τους χαρακτηρίζει (επιθετικό, αναµενόµενο, συντηρητικό). Το εντυπωσιακό στην αναγγελία αυτή είναι ότι ενώ το ίδιο το κράτος, δεν επιτρέπει σε άλλους φορείς, όπως τα Ταµεία Επαγγελµατικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.), να πράξουν αναλόγως, εδώ επιτρέπει τη σωστή αυτή πρακτική. Η συγκεκριµένη πρακτική σαφώς είναι θετική και την καλωσορίζουµε. Για την υλοποίησή της θεωρώ ότι θα πιεστεί πολύ ο µηχανισµός του Ε.Φ.Κ.Α. για να την υλοποιήσει, καθώς απαιτεί πολύ καλές οργανωτικές και λογιστικές δοµές, για τη σωστή απεικόνιση της όλης εικόνας και κατάστασης, π.χ. πώς µοιράζονται οι αποδόσεις, κάθε πότε σε σχέση και µε τις εγγυήσεις κ.α.
– Που θα επενδύονται τα κεφάλαιά µας; Σίγουρα όχι µόνο στην Ελλάδα, αυτό πρέπει να το καταλάβουµε ότι δεν είναι καν το σωστό, όσο και αν µας φαίνεται περίεργο. Η καλή πρακτική λέει ότι οι επενδύσεις πρέπει να έχουν διασπορά, σε διάφορες χώρες και σε διάφορα επενδυτικά εργαλεία. Σαφώς και ένα σηµαντικό τµήµα της περιουσίας που θα δηµιουργηθεί αναµένεται να τοποθετηθεί στην Ελλάδα, αλλά όχι το σύνολο αυτού.
Σε τι µοιάζει και σε τι διαφέρει από τα Τ.Ε.Α., το νέο σύστηµα;
Η όλη εικόνα µοιάζει σαν να είναι ένα κρατικό Τ.Ε.Α., µε χαλαρότερους όρους εταιρικής διακυβέρνησης. Ουσιαστικά, ο µηχανισµός λειτουργίας και λογικής είναι ο ίδιος µε τα Τ.Ε.Α., όσον αφορά τη συλλογή των εισφορών και τη διαχείριση των επενδύσεων, όµως υπάρχουν τοµείς για τους οποίους σήµερα δεν έχουµε ακούσει κάποια πρόβλεψη και αναµένουµε µε ενδιαφέρον να δούµε πώς θα καλυφθούν. Για παράδειγµα, η βασικότερη ίσως λειτουργία σε ένα Τ.Ε.Α. είναι η λειτουργία διαχείρισης κινδύνου (επενδυτικού, ασφαλιστικού, λειτουργικού, ρευστότητας, κ.α.). Επιβάλλεται να υπάρχει κάτι αντίστοιχο για το συγκεκριµένο νέο εγχείρηµα. Επιπλέον, τεράστιας σηµασίας είναι η ενηµέρωση των ασφαλισµένων. Θα υπάρχει site στο οποίο θα µπαίνουµε και θα βλέπουµε τον Α.Σ.Λ. µας; Τριµηνιαία ενηµέρωση; Έστω ετήσια, αναφορικά µε τις επενδύσεις και τη διακυβέρνηση; Αυτά που αναφέρω είναι οι καλές πρακτικές που ήδη λειτουργούν στα Τ.Ε.Α.. Αν θέλουµε κάτι να πετύχει, πρέπει να γίνει µε τον καλύτερο τρόπο.
Σε τι επηρεάζει την εξέλιξη των Τ.Ε.Α.;
Θεωρητικά σε τίποτα. Οι εισφορές που αντιστοιχούσαν στην επικουρική, θα αντιστοιχούν και σήµερα, απλά µε άλλο σύστηµα παροχής, δεν αλλάζει κάτι σε αυτό. Θεωρώ όµως το γεγονός ότι θα υπάρχει ένας κρατικός πυλώνας κεφαλαιοποιητικός, που θα µοιάζει πολύ µε τα Τ.Ε.Α., θα βοηθήσει στο να γίνει κοινός τόπος στους ασφαλισµένους, ότι υπάρχουν και άλλες λύσεις, πλην των κρατικών. Να µην ξεχνάµε ωστόσο το εξής: ότι και τα καλύτερα εργαλεία για αποταµίευση, όπως τα Τ.Ε.Α., χρειάζονται εισφορές και οικονοµική ανάπτυξη για να µπορούµε να τα χρησιµοποιούµε. Αν η οικονοµία δεν ανακάµψει, τότε απλά έχουµε ένα γρήγορο αυτοκίνητο, που δεν έχουµε βενζίνη να του βάλουµε. Ελπίζω στα επόµενα 2-3 έτη, να αρχίσουµε να βλέπουµε µια ανάκαµψη, κάτι που διαφαινόταν, πριν µας χτυπήσει ο κορωνοϊός. ■

Πείραµα µε αµφίβολα οφέλη για τους ασφαλισµένους και την Οικονοµία
Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα, Δικηγόρος- Εργατολόγος

Οι προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη, αναφορικά µε την Επικουρική Ασφάλιση ήρθαν να ταράξουν για µία ακόµα φορά τα ήδη τρικυµιώδη, µετά από τις πολυπληθείς παρεµβάσεις της τελευταίας δεκαετίας, ύδατα του ασφαλιστικού συστήµατος. Το πόρισµα της Επιτροπής, το οποίο φαίνεται να ενσωµατώνει σε σηµαντικό βαθµό τις απόψεις του Ι.Ο.Β.Ε., που καταγράφηκαν τον Σεπτέµβριο 2019 σε έκθεση µε τίτλο «Συνταξιοδοτική Μεταρρύθµιση και Ανάπτυξη», εισηγείται µετατροπή του συστήµατος επικουρικής ασφάλισης από αναδιανεµητικό σε κεφαλαιοποιητικό, θεωρώντας, ότι µε τον τρόπο αυτό, θα διασφαλιστεί η βιωσιµότητα του ασφαλιστικού συστήµατος.
Χωρίς καµία ιδεολογική φόρτιση, την οποία αυτονόητα προκαλεί κάθε συζήτηση για τη χρηµατοδότηση του ασφαλιστικού, αξίζει να σταθεί κανείς κριτικά απέναντι στην εισήγηση της Επιτροπής αναφορικά µε την επικουρική ασφάλιση, διερευνώντας τη βασιµότητα των παραδοχών της, δεδοµένου, ότι στα πλαίσια του δηµοσίου διαλόγου, δεν είναι λίγες οι φωνές, που ήδη τάσσονται υπέρ της θέσπισης ενός κεφαλαιοποιητικού συστήµατος.
Εισαγωγικά, θα πρέπει να παρατηρήσει κανείς, ότι η συζήτηση αναφορικά µε τα αναδιανεµητικά και τα κεφαλαιοποιητικά µοντέλα χρηµατοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης δεν είναι σε καµία περίπτωση καινοφανής ή πρωτόλεια. Ήδη από το 1997 το πόρισµα της Επιτροπής Σπράου είχε ανοίξει τον κύκλο του προβληµατισµού, χωρίς βεβαίως να αγγίζει τον πρώτο πυλώνα του ασφαλιστικού συστήµατος [κύριες και επικουρικές συντάξεις] αλλά εισηγούµενο την καθιέρωση κεφαλαιοποιητικού µοντέλου στον τρίτο πυλώνα των συµπληρωµατικών – εθελοντικών συνταξιοδοτικών συστηµάτων .
Το σύστηµα κοινωνικής ασφάλισης της χώρας µας είναι διανεµητικό και υποχρεωτικό ενώ τόσο οι κύριες και οι επικουρικές συντάξεις, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, που σύµφωνα µε τη νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας, οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση µε τη µορφή συνήθως Νοµικών Προσώπων Δηµοσίου Δικαίου, ελέγχει και εποπτεύει τη λειτουργία τους και εγγυάται την καταβολή συντάξεων, σε περίπτωση ελλειµµάτων. Πρέπει να σηµειωθεί, ότι η κρατική εγγύηση των συντάξεων δεν κατοχυρώνει παροχές συγκεκριµένου ύψους αλλά παροχές, που διασφαλίζουν την αξιοπρεπή διαβίωση των συνταξιούχων.
Η διανεµητική διάσταση του συστήµατος καταδεικνύεται από το γεγονός, ότι οι εργαζόµενοι, καταβάλλουν µέσω των εισφορών τους τις συντάξεις και οι ίδιοι κατοχυρώνουν ένα νοµικό δικαίωµα να λάβουν αντίστοιχα παροχές, κατά τη συνταξιοδότηση τους [pay-as-you-g system]. Η αλληλεγγύη των γενεών, που αποτελεί τη βάση κάθε διανεµητικού συστήµατος αντιδιαστέλλεται µε τη λογική των κεφαλαιοποιητικών συστηµάτων, στα οποία κυρίαρχη θέση έχει η αποταµίευση: οι εισφορές κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου επενδύονται και η απόδοση τους µαζί µε το κεφάλαιο χρηµατοδοτεί τις συντάξεις.
Το πόρισµα της Επιτροπής Πισσαρίδη εκκινεί από την κοινώς αποδεκτή παραδοχή, ότι η γήρανση του πληθυσµού είναι η σοβαρότερη πρόκληση, που καλούνται να αντιµετωπίσουν όλα τα ασφαλιστικά συστήµατα.
Και είναι όντως, αληθές, ότι η γήρανση του πληθυσµού πλήττει καίρια τα διανεµητικά συστήµατα, καθώς όταν ο αριθµός των συνταξιούχων αυξάνεται και ο αριθµός των εργαζόµενων µειώνεται, τότε οι εισπράξεις από εισφορές συρρικνώνονται και έτσι το συνολικό κόστος των συντάξεων, που καλείται να χρηµατοδοτήσει το Κράτος, διογκώνεται. Στα κεφαλαιοποιητικά συστήµατα, από την άλλη πλευρά, το µέγεθος της σύνταξης φαίνεται κατ’ αρχήν να εξαρτάται αποκλειστικά από τις αγορές, που καθορίζουν τις αποδόσεις των επενδυµένων κεφαλαίων. Η διαπίστωση αυτή, δεν είναι ακριβής, αφού η µείωση του αριθµού των εργαζοµένων και η αύξηση των συνταξιούχων, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το ύψος των συντάξεων, καθώς όταν µειώνονται οι εισφορές και αυξάνονται οι καταβαλλόµενες συντάξεις µειώνονται αντίστοιχα και τα προς επένδυση κεφάλαια και συνεπώς η απόδοση της επενδύσεως τους.
Η διαφορά ανάµεσα στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι, ότι ενώ στα διανεµητικά συστήµατα, η Κυβέρνηση καλείται να κάνει προσαρµογές πάνω σε τρεις άξονες [ύψος συντάξεων, ύψος εισφορών, επιµήκυνση του χρόνου ασφάλισης], στην περίπτωση των κεφαλαιοποιητικών συστηµάτων, η γήρανση του πληθυσµού επιφέρει αυτόµατα µείωση των συντάξεων. Έτσι, η µεταβολή του τρόπου χρηµατοδότησης του ασφαλιστικού συστήµατος δεν αποτελεί λύση στο πρόβληµα, το οποίο παραµένει αν και µε νέα, άδηλη πλέον µορφή.
Περαιτέρω, µε βάση την πρόσφατη νοµολογία της Ολοµέλειας του Συµβουλίου της Επικρατείας [Ολ.ΣτΕ 2287/2015] τόσο οι κύριες όσο και οι επικουρικές συντάξεις εντάσσονται στο πεδίο του άρ. 22 παρ. 5 του Συντάγµατος και τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Στην περίπτωση του ισχύοντος διανεµητικού συστήµατος κοινωνικής ασφάλισης, το Κράτος εγγυάται την καταβολή συντάξεων, το ύψος των οποίων καθορίζεται µε βάση γενικούς και απρόσωπους κανόνες δικαίου. Το Κράτος δεν εγγυάται συντάξεις συγκεκριµένου ύψους, µολαταύτα, όριο στη µείωση των συντάξεων είναι η διασφάλιση ενός επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης στους συνταξιούχους.
Στην περίπτωση ενός κεφαλαιοποιητικού συστήµατος, το ύψος των παροχών του οποίου θα εξαρτάται µεταξύ άλλων από τις αποδόσεις κεφαλαίων και επενδύσεων, εύλογα διερωτάται κανείς, εάν θα υπάρχει θεσµική εγγύηση εκ µέρους του Κράτους για την καταβολή συντάξεων και σε καταφατική περίπτωση, ποιο θα είναι το κατώτατο όριο αυτής. Δεν µπορεί κανείς να µην παρατηρήσει, ότι η αντίληψη, που εκφράζεται στο πόρισµα, ότι µέσω της µετάβασης σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστηµα, θα επέλθει µείωση της κρατικής επιβάρυνσης, δεν φαίνεται να προοιωνίζει θετικές εξελίξεις αναφορικά µε την κρατική εγγύηση των επικουρικών συντάξεων.
Περαιτέρω, στο πόρισµα δεν περιέχεται αναφορά σε προτεινόµενες µεταβατικές λύσεις για όσους ασφαλισµένους έχουν ήδη καταβάλλει εισφορές στο ισχύον διανεµητικό σύστηµα αλλά και όσους έχουν συνταξιοδοτηθεί από αυτό. Το µοναδικό στοιχείο, που περιέχεται προκύπτει από την αναφορά στο χρηµατοδοτικό κενό, που δηµιουργείται από την µετάβαση στο νέο µοντέλο, γεγονός, που εγείρει προβληµατισµό, ότι το πόρισµα εµπεριέχει άδηλες παραδοχές, σε σχέση µε την τύχη των εν λόγω κατηγοριών.
Σε κάθε περίπτωση, η χρηµατοδοτική εξίσωση της µετάβασης από ένα διανεµητικό σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστηµα, δεν µπορεί να θεωρηθεί εύκολη καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφού η επενδυτική λειτουργία των ατοµικών λογαριασµών ασφάλισης συνεπάγεται, ότι τα κεφάλαια, που εισρέουν από εισφορές δεν µπορούν πλέον να αξιοποιηθούν για την καταβολή συντάξεων. Και εκεί δηµιουργείται το περίφηµο χρηµατοδοτικό κενό, που θα πρέπει ούτως ή άλλως να καλυφθεί από το Κράτος. Ακόµα δε και µία ενδεχόµενη προσπάθεια ένταξης των ήδη υφιστάµενων ασφαλισµένων και συνταξιούχων, µέσω της λογιστικής µετατροπής των εισφορών, που έχουν ήδη καταβληθεί σε ιδεατές ατοµικές ασφαλιστικές µερίδες, παραβλέπει πρωτίστως τον επενδυτικό χαρακτήρα του συστήµατος, ως εργαλείο προσαύξησης των εισφορών και υπό την έννοια αυτή είναι καταδικασµένη εκ των προτέρων σε αποτυχία.
Επιπροσθέτως, στο πόρισµα υιοθετείται η άποψη, ότι η αντίληψη της ανταποδοτικότητας µεταξύ εισφορών και παροχών θα οδηγήσει σε αύξηση της αποταµίευσης και σε πάταξη των φαινοµένων εισφοροδιαφυγής. Η αντίληψη αυτή είναι στην πραγµατικότητα απατηλή, αφού η καλλιέργεια αποταµιευτικής αντίληψης στους ασφαλισµένους προσκρούει στην ίδια την αίρεση των ευνοϊκών αποδόσεων των επενδύσεων, υπό την οποία τελικώς τελεί το ύψος των παροχών, που αυτή θα λάβουν κατά τη συνταξιοδότηση τους. Εάν, µάλιστα, προσθέσει κανείς στην εξίσωση, την ενυπάρχουσα δυσπιστία της κοινής γνώµης απέναντι στο Κράτος και στην αναγκαία διαφάνεια στη διαχείριση, που δύσκολα µπορεί να επιτευχθεί, εύκολα γίνεται κατανοητό, ότι η αντίληψη της σύνταξης, ως µορφή αποταµίευσης εκ µέρους των ασφαλισµένων δεν πρόκειται να µεταβληθεί δραµατικά. Ακόµα, όµως και ο στόχος της σώρευσης επενδυτικών κεφαλαίων στην ελληνική οικονοµία, τον οποίο υπαινίσσεται το πόρισµα, ότι µπορεί να επιτευχθεί µέσω της µετάβασης, παραβλέπει το γεγονός, ότι βασική επιδίωξη του κεφαλαιοποιητικού συστήµατος είναι η βέλτιστη απόδοση των επενδύσεων, η οποία στα πλαίσια της παγκοσµιοποιηµένης οικονοµίας δεν µπορεί να εξυπηρετηθεί µε τον βέλτιστο τρόπο, περιοριζόµενη στην εγχώρια αγορά. Είναι συνεπώς, αµφίβολα τα οφέλη της ελληνικής οικονοµίας από τη σώρευση επενδυτικών κεφαλαίων στο επίπεδο αυτό.
Με αυτές τις λίγες σκέψεις, φρονώ, ότι η µετάπτωση της επικουρικής συντάξεως από ένα διανεµητικό σε ένα κεφαλαιοποιητικό µοντέλο, εγείρει σοβαρό προβληµατισµό αναφορικά µε τη δυνατότητα να αντιµετωπιστούν τα χρόνια προβλήµατα του ασφαλιστικού συστήµατος. Αντιθέτως, φαίνεται, ότι αποτελεί ένα πείραµα, που δεν θα κατορθώσει να αντιµετωπίσει τις αιτίες του προβλήµατος, δίνοντας απλώς µία µικρή πίστωση χρόνου στο σύστηµα. Νοµίζω, ότι όλοι µας έχουµε πλέον κατανοήσει, ότι µαγικές λύσεις, στο ασφαλιστικό δεν υπάρχουν. Απαιτείται σφαιρική αντιµετώπιση των παραγόντων, που επηρεάζουν τη βιωσιµότητα του συστήµατος, ιδεολογικά αποφορτισµένη αντίληψη των παραµέτρων του και τελικώς, προσεκτική και τεχνικά άρτια παρέµβαση.

Το… κεφαλαιοποιητικό µέλλον των Επικουρικών Συντάξεων
Χρήστος Νούνης, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Ταµείων Επαγγελµατικής Ασφάλισης

Η πρόταση της Επιτροπής Πισσαρίδη ανέδειξε την αναγκαιότητα δηµιουργίας ενός κεφαλαιοποιητικού συστήµατος απονοµής συντάξεων, το οποίο θα λειτουργεί παράλληλα, συµπληρωµατικά µε το κοινωνικό σύστηµα ασφάλισης. Η φιλοσοφία του σχεδιασµού και της επικείµενης ασφαλιστικής µεταρρύθµισης υιοθετεί πλήρως την παράλληλη λειτουργία των τριών πυλώνων ασφάλισης στη χώρα µας.
Η διεύρυνση του µοντέλου µε τρεις πυλώνες αναµένεται µεταξύ άλλων, να αντιµετωπίσει τις δηµογραφικές προκλήσεις, να ενισχύσει τα επίπεδα του εισοδήµατος των µελλοντικών συνταξιούχων, να βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους, να ενισχύσει τη διαγενεακή δικαιοσύνη και να καλλιεργήσει την απαραίτητη εµπιστοσύνη.
Παράλληλα, σε εθνικό επίπεδο αναµένεται να ενισχύσει την αποταµίευση και τις επενδύσεις, συµβάλλοντας στην αναπτυξιακή οικονοµική διαδικασία και στη δηµιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις, το νέο µοντέλο εκτιµάται ότι θα µπορέσει να συνεισφέρει στην αποτελεσµατικότερη διαχείριση του κινδύνου µακροβιότητας και να ενισχύσει τη βιωσιµότητα και την επάρκεια του συστήµατος. Αντίθετα, τυχόν επιλογή αποκλειστικής διατήρησης του αναδιανεµητικού συστήµατος defacto θα οδηγήσει σε µελλοντική περαιτέρω αύξηση των ηλικιών συνταξιοδότησης και σε µείωση των παροχών, λόγω του αυξανόµενου προσδόκιµου διαβίωσης.
Επιπροσθέτως, σηµαντικό πλεονέκτηµα του κεφαλαιοποιητικού συστήµατος είναι ότι ενισχύει τη σχέση µεταξύ εισφορών και παροχών για τους εργαζοµένους, γεγονός που δίνει ευελιξία, ενώ πλέον οι εισφορές δεν θα έχουν το χαρακτήρα φορολογίας, αλλά προσωπικής αποταµίευσης. Ταυτόχρονα µάλιστα συνεισφέρει στον περιορισµό υφιστάµενων στρεβλώσεων της αγοράς εργασίας, όπως η άτυπη απασχόληση.
Η υιοθέτηση του κεφαλαιοποιητικού συστήµατος µε σκοπό την ενίσχυση του ύψους των µελλοντικών συντάξεων των νυν εργαζοµένων αποτελεί τη µόνη βιώσιµη διέξοδο, στα αδιέξοδα των αναδιανεµητικών συνταξιοδοτικών συστηµάτων (pay-as-you-go) ιδίως για τη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς εισοδήµατος µετά τη συνταξιοδότηση, χωρίς την επιβάρυνση των δηµοσίων οικονοµικών και την αύξηση του χρέους.
Στο νέο πλαίσιο, ο πρώτος πυλώνας υποχρεωτικός θα λειτουργεί υπό την αιγίδα του κράτους, όπως συνέβαινε µέχρι σήµερα ενώ θα δηµιουργηθεί το νέο Επικουρικό Ταµείο υποχρεωτικής ασφάλισης κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα για τους εργαζοµένους κάτω των 35 ετών. Τον δεύτερο πυλώνα θα συνθέτουν τα Ταµεία Επαγγελµατικής Ασφάλισης µε τη συµµετοχή εργοδοτών και εργαζοµένων µε προαιρετικό πάντα, µη κερδοσκοπικό, κεφαλαιοποιητικό χαρακτήρα. Τέλος, ο τρίτος πυλώνας (ιδιωτική ασφάλιση) θα είναι αµιγώς εθελοντικός, κεφαλαιοποιητικός και αφορά την ιδιωτική πρωτοβουλία κάθε πολίτη µε αποκλειστικά ίδια χρηµατοδότηση και διαχείριση από ιδιωτικό φορέα.
Στην επικείµενη ασφαλιστική µεταρρύθµιση, όπως και σε όλες παγκοσµίως οι βασικές προκλήσεις είναι όµοιες. Στην προτεινόµενη µεταρρύθµιση, οι νέοι ηλικίας κάτω των 35 ετών θα έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα ατοµικό κουµπαρά, όπου υποχρεωτικά θα καταβάλλουν εισφορές ως εργαζόµενοι. Σύµφωνα µε τη διαθέσιµη ενηµέρωση ο σχεδιασµός του κουµπαρά περιλαµβάνει τρία διαφορετικά επενδυτικά προφίλ και οι εισφορές θα επενδύονται αποκλειστικά στη εθνική οικονοµία.
Οι προκλήσεις µιας πραγµατικής µεταρρύθµισης
Μια πραγµατική µεταρρύθµιση του συστήµατος κοινωνικής ασφάλισης και του συνταξιοδοτικού συστήµατος θα πρέπει να ενσωµατώνει τη χρήση και των τριών πυλώνων. Σήµερα, περισσότερο από ποτέ, λόγω των δηµογραφικών προκλήσεων και των κινδύνων που ελλοχεύουν, είναι ζωτικής σηµασίας για τη µελλοντική υποστήριξη του εισοδήµατος των µελλοντικών συνταξιούχων µια συνολική µεταρρύθµιση που θα υποστηρίζει την ενίσχυση του 2ου και 3ου πυλώνα ασφάλισης, που παραδοσιακά λειτουργούν κεφαλαιοποιητικά.
Η ίδρυση απλώς και µόνο ενός επικουρικού δηµόσιου ταµείου, υποχρεωτικής ασφάλισης, όπου οι εισφορές θα επενδύονται αποκλειστικά και µόνο στην εθνική οικονοµία, δεν φαίνεται να αποτελεί µια ουσιαστική µεταρρύθµιση, αλλά περισσότερο µια πρόσθετη περιορισµένη “υποχρεωτική επιλογή” των ασφαλισµένων. Μέχρι στιγµής αυτό που φαίνεται είναι ότι ο ρόλος του δηµόσιου πυλώνα, απλώς θα διευρυνθεί µε το νέο υποχρεωτικό επικουρικό ταµείο, αποκτώντας όµως κεφαλαιοποιητικό χαρακτήρα.
Το στοιχείο αυτό συνδεδεµένο µε την υποχρεωτικότητα στερεί βαθµούς ελευθερίας επιλογής, ιδίως εάν οι επενδύσεις του νέου επικουρικού περιορίζουν τις επενδύσεις αποθεµατικών στο εξωτερικό δια νόµου. Ταυτόχρονα, η αποκλειστική επένδυση µόνο στην εθνική οικονοµία, αναµένεται να ευνοήσει το οικονοµικό κλίµα µακροπρόθεσµα, εντούτοις, θα στερεί τα οφέλη της διεθνικής διαφοροποίησης για τους ασφαλισµένους. Οι εισφορές θα υπόκεινται στους υψηλούς κινδύνους της ελληνικής οικονοµίας.
Ιδιαίτερα σηµαντικό στοιχείο στο σχεδιασµό αποτελεί η υποχρεωτικότητα που δε θα πρέπει να αυξάνει τη συνολική επιβάρυνση του εργαζοµένου, δεδοµένου ότι η γενιά αυτή θα παραµένει επιφορτισµένη σε µεγάλο βαθµό για τη χρηµατοδότηση των κύριων και των επικουρικών συντάξεων των νυν συνταξιούχων, των οποίων τα συµφέροντα δε θα θιγούν. Παράλληλα, εφόσον θα αναπτυχθεί το θεσµικό πλαίσιο λειτουργίας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η εφαρµογή του Ν. 4680/2020 και σε κάθε περίπτωση απαιτείται εκτενής ανάλυση και ενηµέρωση για την κατανοµή του κόστους µετάβασης και της κατανοµής του βάρους µεταξύ των γενεών.
Για παράδειγµα, εφόσον το δηµόσιο προσφέρει εγγυήσεις θα πρέπει να εκτιµηθεί το κόστος επιβάρυνσης και η χρηµατοδότησή του. Ουσιαστικά, η υποχρεωτικότητα δε θα πρέπει να οδηγήσει σε σηµαντική επιβάρυνση του εργαζοµένου στις ασφαλιστικές εισφορές που θα καταβάλλει, ώστε να του επιτρέπει να επιλέξει ο ίδιος την κατανοµή των πηγών εισοδήµατος κατά τη συνταξιοδότησή του. Οµοίως εάν το κόστος χρηµατοδοτηθεί µέσω της φορολογίας θα πρέπει να είναι σαφής η εύρεση των πόρων αυτών.
Ιδιαίτερα σηµαντικό είναι ότι παρά το γεγονός ότι θα προσφέρεται η δυνατότητα διαφοροποίησης σε τρία επενδυτικά προφίλ, οι ασφαλιζόµενοι δε θα είναι σε θέση να επιλέγουν εναλλακτικούς διαχειριστές για αυτό το σκέλος των εισφορών τους. Τα πολλαπλά και ξεκάθαρα οφέλη του κεφαλαιοποιητικού συστήµατος έρχονται παράλληλα, µε το κόστος της έκθεσης των ασφαλισµένων σε επενδυτικούς κινδύνους, που υπήρχαν σε όλους τους πυλώνες, αλλά πλέον θα πρέπει να αξιολογούν οι ίδιοι.
Άλλο ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει την υιοθέτηση του κεφαλαιοποιητικού συστήµατος και της ενίσχυσης του 2ου και 3ου πυλώνα είναι η επίτευξη πλήρους διαφάνειας και µείωσης του πολιτικού και λειτουργικού κινδύνου για τις µελλοντικές συντάξεις και τη διαχείριση των αποθεµατικών, την επιλογή των διοικήσεων και των διαχειριστών. Ωστόσο, το γεγονός ότι το νέο Επικουρικό θα λειτουργεί εντός του 1ου δηµόσιου πυλώνα συνιστά προβληµατικό στοιχείο ως προς την αύξηση της βαρύτητας του πολιτικού κινδύνου διαχείρισης.
Η έννοια του πολιτικού κινδύνου είναι συνυφασµένη µε αποφάσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων ή την επιρροή αυτών στην επιλογή των επενδύσεων των αποθεµατικών. Η διαχείριση θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη του πολιτικού κύκλου ή αποφάσεων που ενδέχεται να θίξουν το κοινωνικό συμβόλαιο µεταξύ των γενεών, όπως στην περίπτωση των Τ.Ε.Α. προαιρετικής ασφάλισης. Τα μελλοντικά εισοδήματα των συνταξιούχων δεν θα πρέπει να αποτελούν αντικείµενο των διαφωνιών που λαµβάνουν χώρα στην πολιτική ζωή.
Συµπεράσµατα
Όπως ισχύει σε κάθε ασφαλιστική µεταρρύθµιση και πρωτοβουλία το σηµαντικότερο στοιχείο είναι η αναλυτική παρουσίαση και επικοινωνία της ώστε να καλλιεργηθεί εµπιστοσύνη στην κοινωνία και να την αγκαλιάσουν οι ασφαλισµένοι. Λόγω της κρισιµότητας του συνταξιοδοτικού ζητήµατος και των παγκόσµιων προκλήσεων είναι σηµαντικό για την επερχόµενη µεταρρύθµιση να παραµεριστούν ιδεολογικές αντιθέσεις και σε πνεύµα σύνθεσης να διαµορφωθούν οι βάσεις ενός νέου µοντέλου κοινωνικής ασφάλισης, µε γνώµονα τη βιωσιµότητα, την επάρκεια, την αναλογικότητα, τη διαφάνεια, την ισοτιµία και φυσικά την εµπιστοσύνη των εργαζοµένων.
Η νέα µεταρρύθµιση έρχεται (όπως ελπίζουµε όλοι) στο οριστικό τέλος µιας µακρόχρονης κρίσης που έχει στερήσει σηµαντικό µέρος του πλούτου της κοινωνίας, αλλά κυρίως ευκαιρίες βελτίωσης της ποιότητας ζωής για τη νέα γενιά των εργαζοµένων. Για να έχει προστιθέµενη αξία, θα πρέπει να είναι καθολική και να αφορά τη συνύπαρξη των τριών πυλώνων και την αποδεδειγµένα αποτελεσµατική παράλληλη λειτουργία του αναδιανεµητικού και του κεφαλαιοποιητικού συστήµατος προς όφελος των ασφαλισµένων και των συνταξιούχων.
Σε κάθε περίπτωση, δε θα πρέπει να ξεχνάµε ότι η γενιά αυτή κληρονόµησε ένα ιδιαίτερα κοστοβόρο συνταξιοδοτικό σύστηµα που ευθύνεται σε σηµαντικό βαθµό και για την χρεοκοπία της χώρας. Στον πυρήνα του νέου κοινωνικού διαγενεακού συµβολαίου θα πρέπει να βρίσκεται η κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη µεταξύ όλων των γενεών εργαζοµένων και η άµβλυνση των µεταξύ τους ανισοτήτων. Διότι η ασφαλιστική  αλληλεγγύη των γενεών δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογη και µονής κατεύθυνσης, ήτοι µόνο από τις νεότερες γενιές προς τις προηγούµενες, όπως συµβαίνει παραδοσιακά στα συστήµατα PAYG όταν επιβαρύνεται/αντιστρέφεται η ηλικιακή πυραµίδα.  Με γνώµονα αυτό, θα πρέπει να συµβάλλουµε όλοι, πολιτικό προσωπικό, φορείς και κοινωνία στην διασφάλιση εφαρµογής εντός του 2021 µιας ουσιαστικής ασφαλιστικής µεταρρύθµισης που θα εγγυάται καλύτερους όρους διαβίωσης για τους µελλοντικούς συνταξιούχους.

Οι συνεντεύξεις έγιναν στο epsilon7