Σε αυστηρότερο πλαίσιο διαφάνειας στις αμοιβές και στις διαδικασίες προσλήψεων οδηγούνται οι επιχειρήσεις, καθώς το υπουργείο Εργασίας προωθεί νέο νομοσχέδιο για την ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών, επιχειρώντας να περιορίσει το μισθολογικό χάσμα που εξακολουθεί να καταγράφεται στην ελληνική αγορά εργασίας.
Το σχέδιο νόμου, το οποίο ενσωματώνει ευρωπαϊκή οδηγία, παρουσιάστηκε στο υπουργικό συμβούλιο και αναμένεται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση.

Η νέα ρύθμιση θα εφαρμόζεται τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα και φέρνει σειρά αλλαγών στις μισθολογικές πολιτικές των επιχειρήσεων, στον τρόπο προσλήψεων αλλά και στις δυνατότητες που θα έχουν πλέον οι εργαζόμενοι να ζητούν στοιχεία για πιθανές διακρίσεις στις αποδοχές.
Παρά τις παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι γυναίκες στην Ελλάδα εξακολουθούν να αμείβονται χαμηλότερα από τους άνδρες. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2023, οι μέσες αποδοχές των γυναικών παραμένουν κατά 13,6% χαμηλότερες σε σχέση με εκείνες των ανδρών, ποσοστό υψηλότερο από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Ταυτόχρονα, η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένει αισθητά χαμηλότερη, καθώς το 2023 εργαζόταν το 57,6% των γυναικών έναντι 77% των ανδρών.

Υποχρεωτικές μισθολογικές δομές στις επιχειρήσεις
Κεντρικό στοιχείο του νέου πλαισίου είναι η υποχρέωση των επιχειρήσεων να εφαρμόζουν σαφή και τεκμηριωμένα συστήματα καθορισμού αμοιβών.
Οι εργοδότες θα πρέπει πλέον να διαθέτουν γραπτές διαδικασίες αξιολόγησης των θέσεων εργασίας, με αντικειμενικά κριτήρια όπως οι δεξιότητες, η εμπειρία, η ευθύνη, η προσπάθεια και οι συνθήκες εργασίας.
Στόχος είναι να αποδεικνύεται ότι οι αποδοχές καθορίζονται χωρίς διακρίσεις φύλου και ότι εργαζόμενοι που προσφέρουν ίδια ή ισάξια εργασία αμείβονται ισότιμα.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις με περισσότερους από 100 εργαζόμενους θα υποχρεώνονται να παρέχουν στοιχεία για τα επίπεδα αμοιβών ανά φύλο και κατηγορία εργασίας, εφόσον αυτό ζητηθεί από εργαζόμενο.
Δικαίωμα ενημέρωσης για πιθανές διακρίσεις
Με το νέο νομοσχέδιο, εργαζόμενοι που θεωρούν ότι αμείβονται χαμηλότερα από συναδέλφους τους για αντίστοιχη εργασία θα αποκτούν δικαίωμα να ζητούν επίσημες διευκρινίσεις από τον εργοδότη.
Εάν ο εργοδότης αρνηθεί να παράσχει στοιχεία ή δεν δώσει επαρκείς εξηγήσεις μέσα σε δύο μήνες, ο εργαζόμενος θα μπορεί να προσφύγει μέσω της Επιθεώρησης Εργασίας ή του Συνηγόρου του Πολίτη για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
Ο Συνήγορος του Πολίτη αναμένεται να έχει κομβικό ρόλο στην παρακολούθηση εφαρμογής του νέου πλαισίου, ενώ οι επιχειρήσεις θα υποχρεώνονται να καταθέτουν και ετήσιες εκθέσεις για τη μισθολογική κατανομή ανδρών και γυναικών.
Για περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ή μη υποβολής στοιχείων προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα από 8.000 έως 20.000 ευρώ.
Τι αλλάζει στις προσλήψεις
Σημαντικές παρεμβάσεις έρχονται και στις διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού.
Οι εργοδότες δεν θα μπορούν πλέον να ζητούν πληροφορίες για τον προηγούμενο μισθό ή το μισθολογικό ιστορικό ενός υποψηφίου κατά τη διάρκεια συνέντευξης ή πριν από την πρόσληψη.
Αντίθετα, ο υποψήφιος εργαζόμενος θα έχει δικαίωμα να γνωρίζει εκ των προτέρων το εύρος αμοιβών που αντιστοιχεί στη θέση για την οποία ενδιαφέρεται.
Παράλληλα, οι αγγελίες εργασίας και οι τίτλοι θέσεων θα πρέπει να διατυπώνονται με ουδέτερο τρόπο ως προς το φύλο.
Αποζημιώσεις χωρίς πλαφόν
Από τις σημαντικότερες αλλαγές του νέου πλαισίου είναι και το κομμάτι των αποζημιώσεων.
Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι εργαζόμενοι που αποδεικνύουν μισθολογικές διακρίσεις λόγω φύλου θα μπορούν να διεκδικούν πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν, χωρίς ανώτατο όριο αποζημίωσης.
Στις αποζημιώσεις θα μπορούν να περιλαμβάνονται αναδρομικές διαφορές αποδοχών, χαμένα επιδόματα, τόκοι, απώλεια επαγγελματικών ευκαιριών αλλά και αποζημίωση για ηθική βλάβη.
Παράλληλα, στις δικαστικές διαφορές μεταφέρεται πλέον στον εργοδότη το βάρος της απόδειξης, καθώς θα πρέπει ο ίδιος να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης αμοιβής.
Το υπουργείο Εργασίας εκτιμά ότι το νέο πλαίσιο θα λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι σε φαινόμενα μισθολογικών ανισοτήτων και θα ενισχύσει τη διαφάνεια στην αγορά εργασίας, σε μια περίοδο όπου η πίεση για πιο δίκαιες αμοιβές αυξάνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη.