Για την κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς στο ευρωπαϊκό πολιτικό λεξιλόγιο μιλούν δύο διακεκριμένοι γάλλοι καθηγητές της περίφημης École Polytechnique, ο φιλόσοφος Μικαέλ Φεσέλ και ο κοινωνιολόγος Ετιέν Ολιόν.
Με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου τους «Η Ακρα Δεξιά ενάντια στην πολιτική: Μια παράξενη νίκη» από τις εκδόσεις Πόλις, οι δύο στοχαστές ανατέμνουν τη στρατηγική της «υποπολιτικής», μιας πολιτικής που δεν στηρίζεται τόσο σε ιδέες και προγράμματα όσο στη συναισθηματική φόρτιση των αξιών.
Η συζήτηση, που περνά από τις περιπτώσεις του Τραμπ και του Ορμπαν έως το αποδυναμωμένο «δημοκρατικό μέτωπο» στη Γαλλία, φωτίζει μια πολιτική οικογένεια που ποντάρει μεθοδικά στη διάβρωση της συλλογικής μνήμης για να εμφανιστεί ως «αδοκίμαστη» δύναμη. Οι Φεσέλ και Ολιόν χαρτογραφούν το τοπίο εν όψει των επόμενων γαλλικών προεδρικών εκλογών και προειδοποιούν για μια «στεγνή» εκδοχή του πολιτεύματος, υπενθυμίζοντας πως «η δημοκρατία είναι κάτι πολύ βαθύτερο από το δικαίωμα της περιοδικής ψήφου».
Πώς η Ακροδεξιά πέρασε από τη μεταπολεμική καταδίκη στην κανονικοποίηση και την κυριαρχία στον σημερινό ευρωπαϊκό πολιτικό λόγο;
Μικαέλ Φεσέλ: «Η κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς ακολουθεί μια διπλή ιστορική διαδρομή: από τη μία, ποντάρει στη διάβρωση της συλλογικής μνήμης, που επιτρέπει σε αυτά τα κόμματα να αυτοπλασάρονται ως “αδοκίμαστοι” παίκτες, την ώρα που έχουν ήδη δείξει δείγματα γραφής στην εξουσία. Από την άλλη, βασίζεται στη στρατηγική των ηγετών τους να παίρνουν αποστάσεις από τις ακραίες πτυχές της ατζέντας τους, αποφεύγοντας κάθε ιδεολογική αποσαφήνιση. Το αποτέλεσμα είναι μια σκόπιμη ασάφεια για την πραγματική τους πολιτική αν κυβερνούσαν. Αυτή η έλλειψη προγραμματικής καθαρότητας αποτελεί κεντρικό γνώρισμα της στρατηγικής τους. Αντί να απευθύνονται στο κοινό με ιδέες και θέσεις, ασκούν μια “υποπολιτική” που δεν θεμελιώνεται στον ορθολογισμό των προγραμμάτων, αλλά αποκλειστικά στη συναισθηματική φόρτιση των αξιών».
Πώς εξηγείται το γεγονός ότι ένας αόριστος και απλουστευτικός λόγος, που επικαλείται τις «εθνικές αξίες», αποδεικνύεται τόσο αποτελεσματικός;
Ετιέν Ολιόν: «Η Ακροδεξιά κατάφερε τα τελευταία χρόνια να περιφράξει και να αξιοποιήσει με τη μέγιστη αποτελεσματικότητα το πεδίο των αξιών και των ηθικών κρίσεων. Η επιτυχία αυτής της ρητορικής έγκειται στην ενστικτώδη φύση της, καθώς οι επικλήσεις της παρουσιάζονται ως αυτονόητες αλήθειες και ως εκφράσεις μιας κοινής λογικής που μοιάζει αδιανόητο να αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε λογικό άνθρωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σύνθημα “εδώ είναι το σπίτι μας”, το οποίο χρησιμοποιεί ο γαλλικός Εθνικός Συναγερμός. Η φράση αυτή είναι αρκετά αόριστη ώστε να φαντάζει αδιαφιλονίκητη, ενώ ταυτόχρονα ακουμπά στον φόβο των οικονομικά ευάλωτων στρωμάτων για την απώλεια των κεκτημένων τους. Ωστόσο, η Ακροδεξιά δεν κατέχει το μονοπώλιο σε αυτή την πρακτική. Σημαντικό τμήμα του πολιτικού κατεστημένου έχει διολισθήσει σε έναν αντίστοιχο αξιακό λόγο, προτιμώντας να απευθύνεται στο θυμικό παρά στη λογική. Η διαφορά είναι ότι η Ακροδεξιά φρόντισε να καλλιεργήσει αυτή τη στροφή προς το συναίσθημα με πολύ πιο μεθοδικό και συστηματικό τρόπο».
Πώς η Ακροδεξιά μετέτρεψε την κοινωνική απογοήτευση σε πολιτικό κεφάλαιο, αυτοπαρουσιαζόμενη ως η φωνή των «εγκαταλελειμμένων» από το σύστημα;
Ετιέν Ολιόν: «Μέρος της απάντησης κρύβεται στην ευρέως διαδεδομένη ψευδαίσθηση ότι η Ακρα Δεξιά αποτελεί μια παρθένα πολιτική δύναμη που δεν άσκησε ποτέ εξουσία. Πρόκειται για μια παραδοχή ιστορικά μετέωρη και ολοένα λιγότερο πειστική υπό το πρίσμα των διεθνών εξελίξεων, η οποία όμως ενισχύεται από έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα: τον εκρηκτικό συνδυασμό μεγαλοστομιών και επίμονης προγραμματικής ασάφειας. Το παράδειγμα του γαλλικού Εθνικού Συναγερμού είναι ενδεικτικό αυτής της στρατηγικής αμφισημίας. Τάσσεται τελικά υπέρ ή κατά του κοινωνικού κράτους και της αναδιανομής; Επιδιώκει την έξοδο από την ευρωζώνη ή την παραμονή σε αυτή; Τι πρεσβεύει για τα δικαιώματα ιθαγένειας των πολιτών με διπλή υπηκοότητα; Σε όλα αυτά τα κομβικά ερωτήματα, οι θέσεις του κόμματος έχουν υποστεί θεαματικές μεταβολές μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, αποκαλύπτοντας μια ρευστή πολιτική ταυτότητα. Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης είναι κρίσιμος. Χωρίς συστηματική πίεση για τις πρακτικές πτυχές της διακυβέρνησης, η Ακροδεξιά θα επενδύει στην ασάφεια, αποφεύγοντας τον έλεγχο που επιβάλλει ο πολιτικός ορθολογισμός».
Πώς εξηγείται ότι ο πληθωρισμός και η εργασιακή ανασφάλεια, αντί για αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, τροφοδοτούν συχνά τον πολιτικό κυνισμό, την ξενοφοβία και τον αυταρχισμό;
Μικαέλ Φεσέλ: «Η εξήγηση κρύβεται εν μέρει στον τρόπο που η πολιτική προσφορά, δηλαδή οι προτάσεις των κομμάτων, διαμορφώνει τις απαιτήσεις των ίδιων των πολιτών. Η στρατηγική κάθε παράταξης ορίζει ουσιαστικά τον στόχο της δημόσιας κριτικής: για κάποιους είναι οι εργοδότες, για άλλους το κράτος και για την Ακροδεξιά οι μετανάστες. Από αυτή την οπτική, η εμμονή με το μεταναστευτικό και η διαρκής επίκληση της πυγμής δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικότητα της Ακροδεξιάς. Τις τελευταίες δεκαετίες, η ρητορική αυτή υιοθετήθηκε σταδιακά από ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένων κομμάτων της Αριστεράς και του Κέντρου. Με το να θέτουν το ζήτημα ψηλά στην ατζέντα τους, οι δυνάμεις αυτές συνέβαλαν καθοριστικά στη νομιμοποίησή του στη δημόσια σφαίρα. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η επιλογή αποδείχθηκε πολιτικά αυτοκαταστροφική για τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις. Εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, οι έρευνες της πολιτικής επιστήμης συγκλίνουν στο ότι η ευθυγράμμιση με τις θεματικές της Ακροδεξιάς αποδυναμώνει τόσο τη φιλελεύθερη Δεξιά όσο και την Αριστερά. Επιχειρώντας να αναμετρηθούν σε ένα πεδίο που συχνά δεν αποτελεί καν την πρωταρχική ανησυχία των πολιτών, τα συστημικά κόμματα καταλήγουν να “ξεπλένουν” τους αντιπάλους τους και, τελικά, να αιμορραγούν εκλογικά».
Οι περιπτώσεις του Τραμπ και του Ορμπαν δείχνουν ότι η Ακροδεξιά δεν είναι πλέον απλή ψήφος διαμαρτυρίας. Πώς μεταλλάσσεται, όμως, η δημοκρατία όταν η αντισυστημική ρητορική μετατρέπεται σε κρατική εξουσία;
Μικαέλ Φεσέλ: «Κόμματα που κάποτε βρίσκονταν στο περιθώριο καταλαμβάνουν πλέον την κεντρική πολιτική σκηνή. Σε μια δημοκρατία, η εναλλαγή στην εξουσία αποτελεί απόδειξη ζωτικότητας, ωστόσο οι σχηματισμοί αυτοί προωθούν μια περιοριστική αντίληψη για το πολίτευμα. Κεντρικό ρόλο στην ταυτότητά τους παίζει η προσωπολατρία και η συστηματική κριτική απέναντι στο κράτος δικαίου. Ζητήματα όπως το δικαίωμα στη διαδήλωση, η ανεξαρτησία της δημοσιογραφικής έρευνας και η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης φαίνεται να βρίσκονται εκτός της ατζέντας τους. Υπερασπίζονται μια “στεγνή” εκδοχή της δημοκρατίας, που εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά στην εκλογική διαδικασία. Η δημοκρατία, όμως, είναι κάτι βαθύτερο από την περιοδική ψήφο· προϋποθέτει πλουραλιστικό διάλογο και συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Τίποτα στα προγράμματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς δεν δείχνει να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα, οι προτάσεις τους μοιάζουν να οδηγούν στην ακριβώς αντίθετη οδό».
Υπάρχει ακόμη ενεργό «δημοκρατικό ανάχωμα» στη Γαλλία ή οι επόμενες προεδρικές εκλογές θα κριθούν σε ένα πολιτικό πεδίο που η Ακροδεξιά έχει ήδη μετατοπίσει;
Ετιέν Ολιόν: «Το “δημοκρατικό μέτωπο” έχει πλέον αποδυναμωθεί σημαντικά. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ακροδεξιά είχε εξοβελιστεί στο περιθώριο της γαλλικής πολιτικής σκηνής μέσω αυτού του αναχώματος, που στόχευε να φράξει τον δρόμο στους ιδεολογικούς απογόνους των συνεργατών της ναζιστικής Γερμανίας. Ωστόσο, αυτή η πρακτική, η οποία απαιτούσε την υπερψήφιση πολιτικών αντιπάλων για την ανακοπή της Ακροδεξιάς, δείχνει πλέον να εξαντλείται. Οι αριστεροί ψηφοφόροι που στήριξαν τον Εμανουέλ Μακρόν αισθάνονται σήμερα εξαπατημένοι από τις δεξιές πολιτικές του. Σε αυτό το σκηνικό, είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν θα λειτουργούσαν ξανά ως ασπίδα, ακόμη και αν το διακύβευμα είναι η ανακοπή της Μαρίν Λεπέν. Σε κάθε περίπτωση, κανένα ανάχωμα δεν αντέχει επ’ αόριστον. Τα πολιτικά κόμματα οφείλουν πλέον να αναμετρηθούν με τις βαθύτερες αιτίες που τροφοδοτούν την άνοδο της Ακροδεξιάς, αντί να αναλώνονται στην ύψωση ολοένα και ψηλότερων τειχών».
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις