Το μυστήριο γύρω από το λεγόμενο «χρυσό αυγό», που είχε εντοπιστεί στον πυθμένα του ωκεανού και είχε προκαλέσει ακόμη και εικασίες περί εξωγήινης προέλευσης, φαίνεται πως έχει πλέον λυθεί οριστικά, τρία χρόνια μετά την αρχική του ανακάλυψη. Το παράξενο αντικείμενο, διαμέτρου λίγο μεγαλύτερης των 10 εκατοστών, βρέθηκε σε βάθος άνω των 3,25 χιλιομέτρων στον Κόλπο της Αλάσκας και αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης επιστημονικής διερεύνησης.
Παρά το γεγονός ότι εξετάστηκε από εξειδικευμένους θαλάσσιους βιολόγους σε διεθνές επίπεδο, χρειάστηκε πολυετής και σύνθετη έρευνα για να προσδιοριστεί η πραγματική του φύση. Τελικά, αποδείχθηκε ότι δεν επρόκειτο ούτε για εξωγήινο οργανισμό, ούτε για άγνωστο είδος, ούτε καν για αυγό.
Όπως εξηγούν οι επιστήμονες, το «χρυσό αυγό» ήταν στην πραγματικότητα μια μάζα νεκρών κυττάρων που αποτελούσε τη βάση μιας γιγαντιαίας θαλάσσιας ανεμώνης βαθέων υδάτων, γνωστής ως Ρελικάνθους ντάφνεε (Relicanthus daphneae). Η κιτρινωπή αυτή δομή λειτουργούσε ως σημείο πρόσφυσης του οργανισμού πάνω σε βράχο, προτού η ανεμώνη πεθάνει ή αποκολληθεί, αφήνοντας πίσω της τα υπολείμματα.
Ο επικεφαλής της μελέτης, δρ Στίβεν Άουσκαβιτς από το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν, δήλωσε: «Είναι εξαιρετικά ικανοποιητικό που μπορέσαμε να λύσουμε το μυστήριο του αυγού. Ακόμη και χρόνια μετά τη συλλογή του, λαμβάναμε συνεχώς ερωτήσεις για την ταυτότητά του. Εκτιμώ ιδιαίτερα το γεγονός ότι μπορούμε να αναδεικνύουμε τα μικρά και παράξενα στοιχεία του πλανήτη μας».
Η ανακάλυψη είχε γίνει το 2023, κατά τη διάρκεια αποστολής σε μεγάλα βάθη που διοργάνωσε η Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας των ΗΠΑ (NOAA). Το τηλεκατευθυνόμενο υποβρύχιο Deep Discoverer εντόπισε το αντικείμενο να βρίσκεται στον βυθό, χωρίς να μπορεί αρχικά να το ταυτοποιήσει.
Το αντικείμενο είχε λεία, γυαλιστερή και μαλακή υφή, ενώ έφερε και μια μεγάλη οπή στο μπροστινό του μέρος. Στην αρχική φάση, οι επιστήμονες είχαν θεωρήσει ότι θα μπορούσε να πρόκειται για νέο είδος σπόγγου ή για περίβλημα αυγού άγνωστου οργανισμού. Κατά τη διάρκεια της ζωντανής μετάδοσης, ένας ερευνητής είχε σχολιάσει χαρακτηριστικά: «Κάτι προσπάθησε να μπει… ή να βγει», ενώ άλλος είχε προσθέσει: «Ελπίζω μόνο όταν το πειράξουμε να μην αποφασίσει κάτι να βγει από μέσα».
Η ομάδα αστειεύτηκε ότι η σκηνή θύμιζε την αρχή ταινίας τρόμου, κάνοντας αναφορά στην ταινία Alien του Ρίντλεϊ Σκοτ, όπου ο χαρακτήρας του Τζον Χερτ έρχεται αντιμέτωπος με τον «facehugger».
Με τη χρήση των βραχιόνων του ROV, το πλήρωμα αποκόλλησε το αντικείμενο από τον βράχο και το συνέλεξε σε σωλήνα για να μεταφερθεί στην επιφάνεια, σύμφωνα με την Daily Mail. Ωστόσο, όταν το δείγμα μεταφέρθηκε στο ερευνητικό πλοίο Okeanos Explorer, το μόνο που μπορούσε να επιβεβαιωθεί ήταν ότι επρόκειτο για κάτι «βιολογικό».
Η ανακάλυψη προκάλεσε έντονη συζήτηση στο διαδίκτυο, με πολλούς να εικάζουν ακόμα και εξωγήινη προέλευση, ενώ άλλοι υπέθεσαν ότι θα μπορούσε να είναι νέο είδος, δεδομένου ότι έως και τα δύο τρίτα της ζωής στους βαθείς ωκεανούς παραμένουν άγνωστα στην επιστήμη. Ειδικοί, ωστόσο, εκτιμούσαν ότι πιθανότερη εξήγηση ήταν ένα αυγό θαλάσσιου οργανισμού.
Το δείγμα στάλθηκε στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Σμιθσόνιαν, όπου αποδείχτηκε ακόμη πιο περίπλοκο από ό,τι αναμενόταν. Ο δρ Άλεν Κόλινς, ζωολόγος και διευθυντής του Εθνικού Συστηματικού Εργαστηρίου της NOAA Fisheries, ανέφερε: «Εργαζόμαστε με εκατοντάδες δείγματα και πίστευα ότι οι συνήθεις διαδικασίες θα έδιναν απάντηση. Ωστόσο, αυτό εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερη περίπτωση που απαιτούσε εξειδικευμένη συνεργασία πολλών επιστημόνων».
Οι πρώτες ενδείξεις έδειξαν ότι το αντικείμενο δεν είχε τα χαρακτηριστικά ενός ζώου. Όπως εξήγησε ο δρ Κόλινς, δεν υπήρχαν στόμα ή μύες, ούτε μεμβράνη που να περιβάλλει το εσωτερικό, γεγονός που απέκλειε την πιθανότητα να πρόκειται για αυγό.
Ωστόσο, μικροσκοπική ανάλυση αποκάλυψε ότι το δείγμα ήταν ινώδες υλικό καλυμμένο με κύτταρα κνιδοκύτταρα, χαρακτηριστικά των κνιδόζωων, όπως τα κοράλλια και οι θαλάσσιες ανεμώνες. Περαιτέρω έρευνα περιόρισε την προέλευση στην ομάδα των Εξακοραλλίων, ενώ η σύγκριση με δείγματα γιγαντιαίων ανεμώνων που είχαν εντοπιστεί το 2021 έδειξε ομοιότητες.
Η πλήρης γονιδιωματική ανάλυση αποκάλυψε μεγάλη ποσότητα γενετικού υλικού από γιγαντιαίες ανεμώνες, ενώ η ανάλυση του μιτοχονδριακού DNA επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για το είδος Ρελικάνθους ντάφνεε.
Οι ανεμώνες αυτού του είδους μπορούν να φτάσουν τα δύο μέτρα μήκος και τρέφονται με μικροοργανισμούς χρησιμοποιώντας τα ισχυρά κνιδοκύτταρά τους. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα κνιδόζωα και εντοπίζονται συνήθως κοντά σε υδροθερμικές πηγές του ωκεανού.
Η επίσης συγγραφέας της μελέτης, Σάρλοτ Μπένεντικτ, δήλωσε: «Αυτό το είδος θα έπρεπε να αποτελεί σύμβολο της εξερεύνησης των βαθέων υδάτων, καθώς δείχνει πόσο ενδιαφέροντα είναι αυτά τα ζώα που ζουν σε τόσο ακραίες και δυσπρόσιτες συνθήκες, αλλά και πόσα λίγα γνωρίζουμε για αυτά».
Παρά την πρόοδο, το μυστήριο δεν έχει λυθεί πλήρως. Όπως ανέφερε η ίδια: «Ένα βασικό ερώτημα παραμένει: αν πρόκειται για Ρελικάνθους, πού βρίσκεται το υπόλοιπο σώμα και πώς αποσπάστηκε; Πέθανε αφήνοντας αυτό το υπόλειμμα ή αποσπάστηκε και απομακρύνθηκε; Είναι πιθανό να πρόκειται για υπόλειμμα ατελούς ασεξουαλικής αναπαραγωγής, κατά την οποία ορισμένες ανεμώνες αφήνουν μέρος του “ποδικού δίσκου” τους».
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις