Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, τιμώνται όσοι έπεσαν πολεμώντας στο όνομα του ελληνικού Έθνους. Ανεξάρτητα από την θρησκεία τους, από την κοσμοθεωρία τους, από την κοινωνική τους θέση ή την καταγωγή, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους αντιλήψεις.

Και θα σημειώσω ακόμη και κάτι που μπορεί να φανεί σε πολλούς προκλητικό. Οι πεσόντες εκεί τιμώνται, ανεξάρτητα και από το πολίτευμα που είχε ήχο όταν έδιναν τον αγώνα τους. Σε αντίθεση με την διαδεδομένη άποψη που ακούμε συνήθως στους πανηγυρικούς και στις πληκτικές σχολικές εορτές, εκείνη που πολέμησαν εναντίον των Ιταλών αρχικά και των Γερμανών στη συνέχεια κατά τα έτη 1940 – 1941, δεν πολέμησαν υπέρ της Δημοκρατίας, γιατί απλούστατα η Ελλάδα δεν είχε δημοκρατία τότε. Είχε δικτατορία και αρχηγό του κράτους έναν μονάρχη.

Βασιλευόμενη δημοκρατία με παρασύνταγμα, «καχεκτική», όπως την είχε χαρακτηρίσει στην μελέτη του ο Ηλίας Νικολακόπουλος, δημοκρατία είχαμε την εποχή που οι έλληνες πολέμησαν στην Κορέα, το όνομα της οποίας αναγράφεται στο πλαϊνό του μνημείου.

Η χούντα των συνταγματαρχών, και πιο συγκεκριμένα η χούντα του πραξικοπήματος του παράφρονα Ιωαννίδη βρισκόταν στην εξουσία όταν, γενναίοι και ηρωικοί Έλληνες προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στην Κύπρο, κατά την εισβολή του Αττιλα Ι. Δημοκρατία, είχαμε λίγο αργότερα, με κυβέρνηση εθνικής ενότητας, κατά την φάση του Αττίλα ΙΙ όταν και πάλι, οι Έλληνες μαχητές, έκαναν το καθήκον τους.

Το ίδιο το μνημείο, αρχικά το εμπνεύστηκαν, όπως σωστά παρατηρεί ο ιστορικός Αλεξανδρος Μακρής, οι επικεφαλής του πραξικοπήματος το 1922, το ξεκίνησε η δικτατορία του Πάγκαλου και ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε επί Ελευθερίου Βενιζέλου, σε χρόνους αβασίλευτης Δημοκρατίας.

Βενιζελικοί δημοκράτες, παλαιοί οι βασιλόφρονες, πρώην μέλη της μεταξικής ΕΟΝ, κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, ρεπουμπλικάνοι, ΕΛΛΗΝΕΣ, από όλο το πολιτικό φάσμα, βρέθηκαν «με το χαμόγελο στα χείλη», στα βουνά της Αλβανίας, μαχόμενοι όχι κατά του φασισμού, αλλά κατά των Ιταλών που επιβουλεύονταν την εθνική κυριαρχία και την ανεξαρτησία της πατρίδας μας. Δεν θα έλεγαν αυτοί, αν μια οποιαδήποτε δημοκρατική κυβέρνηση που θα μπορούσε να βρίσκεται στην εξουσία τότε, «περάστε» στους Ιταλούς, αν εκείνοι ήταν ένα δημοκρατικό και όχι φασιστικό, ολοκληρωτικό κράτος. Πλάι πλάι πολέμησαν ο αριστερός Μάνος Κατράκης με τον δεξιό Λάμπρο Κωνσταντάρα. Ή ο Γεώργιος Καρτάλης με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο. Ή ο Γιάννης Τσαρούχης.

Και ναι, αν αύριο, ό μη γένοιτο, χρειαστεί να πολεμήσουμε για να υπερασπίσουμε την εθνική κυριαρχία και την ανεξαρτησία της πατρίδας μας, προφανώς, μέσα σε αυτά που θα υπερασπιστούμε θα είναι και η Δημοκρατία μας. Αυτό όμως δε σημαίνει πως, αν, ό μη γένοιτο και πάλι, το πολίτευμα μας δεν ήταν δημοκρατικό και ερχόταν οποιοσδήποτε εισβολέας να παραβιάζει τα σύνορα της πατρίδας μας, ότι δεν θα τα υπερασπιζόμασταν.

Όπως ακριβώς, τους μηδικούς πολέμους, οι πόλεις κράτη, πολέμησαν εναντίον των Περσών, ενώ κάποιες πόλεις είχαν αριστοκρατικό πολίτευμα, άλλες ολιγαρχικό, κάποιες τυραννίδα, άλλες πάλι, δημοκρατικό.

Γι’αυτό ακριβώς και δεν επιτρέπεται στο σημείο αυτό, το ιερό, να τιμάται κανένας άλλος νεκρός, όσο ιερός, όσο σημαντικό κι αν είναι, εφόσον δεν έπεσε υπέρ της πατρίδος.

Και η γελοιότητα του πολιτικού μας συστήματος, με ευθύνη κυρίως, ενός μεγάλου μέρους της αντιπολίτευσης, έγκειται στο γεγονός ότι βρισκόμαστε, εν έτει 2025, να πρέπει να συζητάμε τα αυτονόητα.