Με μια έκθεση που αναδεικνύει τη βαθιά πολιτισμική συνομιλία Ελλάδας και Ιταλίας μέσα στους αιώνες, το Μουσείο Ακρόπολης γιορτάζει τα 17 χρόνια λειτουργίας του. Από τις 16 Ιουνίου έως τις 30 Αυγούστου 2026 φιλοξενεί τη μεγάλη διεθνή έκθεση «Έμπνευση. Αρχαία Ελληνική Τέχνη στην Ιταλία», φωτίζοντας τη διαχρονική γοητεία που άσκησε η αρχαία ελληνική Τέχνη στον ρωμαϊκό πολιτισμό έως και τον 20ό αιώνα.
Η έκθεση συγκεντρώνει 38 εξαιρετικά έργα –κεραμικά, χάλκινα και μαρμάρινα αριστουργήματα– από 22 ιταλικά μουσεία. Πρόκειται για αντικείμενα σπάνιας ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας, πολλά από τα οποία δεν εξάγονται συνήθως εκτός Ιταλίας. Μέσα από αυτά ξεδιπλώνεται μια αφήγηση σχεδόν τριών χιλιετιών, η οποία αποκαλύπτει πώς η ελληνική τέχνη ενέπνευσε τους Ετρούσκους, τους Ρωμαίους και, αργότερα, τους μεγάλους δημιουργούς της νεότερης Ιταλίας. Η επιρροή αυτή υπήρξε καταλυτική από τις απαρχές της σχέσης των Ελλήνων με τους λαούς της Ιταλικής Χερσονήσου, Ετρούσκους, Λατίνους κ.ά. και, φυσικά, με τους λαούς της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, όπου υπήρξαν σημαντικές ελληνικές εγκαταστάσεις και αποικίες.
Ο τίτλος της έκθεσης συνομιλεί με τη διάσημη φράση του Ρωμαίου ποιητή Οράτιου «Graecia capta ferum victorem cepit» («Η Ελλάδα κατεκτημένη κατάκτησε τον νικητή της»), μια διατύπωση που συνοψίζει την πολιτισμική δύναμη της αρχαίας Ελλάδας. Αν και η Ρώμη κατέκτησε στρατιωτικά τον ελληνικό κόσμο, ήταν η ελληνική τέχνη, η φιλοσοφία, η παιδεία και η λογοτεχνία που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τον ρωμαϊκό πολιτισμό, δημιουργώντας τελικά το ελληνορωμαϊκό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε ο δυτικός πολιτισμός.
Επτά ενότητες, μια ιστορία επιρροής
Η οργάνωση της παρουσίασης είναι σε επτά θεματικές ενότητες. Ξεκινά από τις πρώτες επαφές των Ελλήνων εμπόρων με τους Ετρούσκους αριστοκράτες και την ανάπτυξη των ελληνικών αποικιών στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία, περνά από τον κόσμο των ρωμαϊκών συλλογών και της υιοθέτησης των ελληνικών προτύπων και καταλήγει στη νεότερη εποχή, όπου η αρχαιότητα συνεχίζει να εμπνέει προσωπικότητες όπως ο Antonio Canova, ο Alberto Savinio και ο Giorgio de Chirico.
Ενότητα I – Πριν από τη Ρώμη: Έλληνες έμποροι και Ετρουσκο-ιταλοί αριστοκράτες
Ενότητα ΙΙ – Καλλιτέχνες στη Μεγάλη Ελλάδα
Ενότητα ΙΙΙ – Η Θάλασσα ως Αρχείο
Ενότητα ΙV – Η Ελλάδα των Ρωμαίων
Ενότητα V – Ζώντας με τον τρόπο των Ελλήνων
Ενότητα VI – Οι Αριστοκρατικές Συλλογές Αρχαιοτήτων στη Σύγχρονη Εποχή
Ενότητα VII – Ιταλικά Βλέμματα: Canova, Savinio, de Chirico
Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν τη Δευτέρα 15 Ιουνίου από την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και τον Υπουργό Πολιτισμού της Ιταλίας, Δρ Alessandro Giuli. Την έκθεση επιμελήθηκαν η Διευθύντρια της Διεύθυνσης Αξιοποίησης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (DiVa) της Ιταλίας Δρ Alfonsina Russo και ο Γενικός Διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης, Καθηγητής Νικόλαος Χρ. Σταμπολίδης, με τους Roberta Alteri και Alessio De Cristofaro.
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Πρέσβης της Ιταλίας στην Ελλάδα, Paolo Cuculi, η Γενική Γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού Ολυμπία Βικάτου, ενώ παραβρέθηκαν προσωπικότητες του Πολιτισμού, αλλά και της Ιταλικής Κοινότητας στην Αθήνα.

Μια έκθεση για τις κοινές ρίζες της Ευρώπης
Στην ομιλία της η Λίνα Μενδώνη υπογράμμισε ότι η κληρονομιά του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού εξακολουθεί να αποτελεί το θεμέλιο των βασικών αρχών της Ευρώπης, από τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου έως τις τέχνες και την επιστημονική σκέψη. Όπως σημείωσε, η έκθεση δεν αφηγείται απλώς την επίδραση της ελληνικής τέχνης στην Ιταλία, αλλά αναδεικνύει έναν αδιάκοπο διάλογο πολιτισμών που διατρέχει σχεδόν τρεις χιλιετίες ιστορίας και εξακολουθεί να παράγει νέα νοήματα μέχρι σήμερα.
Από την πλευρά του, ο Alessandro Giuli χαρακτήρισε την έκθεση καρπό της αδελφικής συνεργασίας των δύο χωρών και τόνισε ότι πρόκειται για ένα λαμπρό παράδειγμα μεσογειακής πολιτιστικής διπλωματίας. Επισήμανε μάλιστα ότι τα έργα που παρουσιάζονται στην Αθήνα είναι εμπνευσμένα από την Ελλάδα και επιστρέφουν συμβολικά στον τόπο όπου γεννήθηκε η έμπνευσή τους.
Ο γενικός διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης Νικόλαος Σταμπολίδης εστίασε στην κοινή ανθρωποκεντρική παράδοση των δύο πολιτισμών. Όπως ανέφερε, οι Έλληνες έπλασαν τους θεούς τους «κατ’ εικόνα και ομοίωση των ανθρώπων», δημιουργώντας μια αντίληψη που διαμόρφωσε τον ρωμαϊκό κόσμο και στη συνέχεια τη Μεσόγειο, την Ευρώπη και συνολικά τον δυτικό πολιτισμό. Περιέγραψε μάλιστα την έκθεση ως «μια θάλασσα από γλυπτά» και ως ένα αντίδωρο, «αντιπελάργισμα» της Ιταλίας προς την Ελλάδα.
Η Alfonsina Russo σημείωσε ότι η έκθεση, η οποία χρηματοδοτείται από το Ταμείο για την Προώθηση της Ιταλικής Γλώσσας και Πολιτισμού στο Εξωτερικό, αναδεικνύει για πρώτη φορά με τόσο ολοκληρωμένο τρόπο τη σημασία της ελληνικής τέχνης για τον ιταλικό πολιτισμό, από την αρχαϊκή περίοδο έως τη σύγχρονη εποχή.
Πέρα από τη σπουδαιότητα των εκθεμάτων, η διοργάνωση αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό βάρος σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτιστική συνεργασία αποτελεί βασικό εργαλείο διεθνούς διαλόγου. Η έκθεση αναδεικνύει τις κοινές ρίζες των δύο χωρών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι ιδέες, οι αισθητικές αξίες και τα καλλιτεχνικά πρότυπα ταξιδεύουν, μετασχηματίζονται και επανερμηνεύονται μέσα στον χρόνο.

INFO Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή έως τις 30 Αυγούστου 2026 με ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Για την είσοδο απαιτείται η παραλαβή μηδενικού εισιτηρίου από τα εκδοτήρια του Μουσείου, ενώ από τις 17 Ιουνίου ξεκινούν και οι εβδομαδιαίες ξεναγήσεις για τους επισκέπτες. Πληροφορίες: www.theacropolismuseum.gr
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις