Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο καθοριστικές μεταβολές της ιστορίας της. Ένα πολιτικό εγχείρημα που οικοδομήθηκε πάνω στις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της διεθνούς προστασίας των προσφύγων φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου κυριαρχούν οι έννοιες της αποτροπής, της επιστροφής και του ελέγχου των συνόρων.
Η πρόσφατη πολιτική συμφωνία στις Βρυξέλλες, που ανοίγει τον δρόμο για τη δημιουργία κέντρων απέλασης μεταναστών εκτός ευρωπαϊκού εδάφους, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο αυτής της μετάβασης. Χώρες όπως η Ολλανδία, η Δανία, η Αυστρία και η Ιταλία πιέζουν ώστε το νέο πλαίσιο να εφαρμοστεί το συντομότερο δυνατό, αναζητώντας ήδη τρίτες χώρες πρόθυμες να φιλοξενήσουν όσους έχουν λάβει απορριπτική απόφαση ασύλου ή εντολή απέλασης από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, μια τέτοια πρόταση θα θεωρούνταν αδιανόητη. Σήμερα συζητείται ανοιχτά στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τεχνικές ή διοικητικές διαδικασίες. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική και ιδεολογική μετατόπιση. Το ερώτημα που κυριαρχούσε την προηγούμενη δεκαετία ήταν πώς η Ευρώπη θα μπορούσε να υποδεχθεί και να ενσωματώσει όσους αναζητούσαν προστασία. Σήμερα η συζήτηση περιστρέφεται ολοένα και περισσότερο γύρω από το πώς θα αποτραπεί η είσοδος μεταναστών και πώς θα επιταχυνθούν οι επιστροφές όσων βρίσκονται ήδη στο ευρωπαϊκό έδαφος.
Η στροφή αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά. Η μεταναστευτική κρίση του 2015, όταν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έφθασαν στην Ευρώπη, λειτούργησε ως σημείο καμπής. Η μαζική είσοδος προσφύγων και μεταναστών προκάλεσε πολιτικές αναταράξεις, ενίσχυσε εθνικιστικά και λαϊκιστικά κινήματα και αναδιαμόρφωσε τον δημόσιο διάλογο σε πολλές χώρες. Από ανθρωπιστικό ζήτημα, η μετανάστευση μετατράπηκε σταδιακά σε ζήτημα ασφάλειας, κοινωνικής συνοχής και πολιτικού ελέγχου.
Στη συνέχεια ακολούθησε μια μακρά διαδικασία εξωτερικοποίησης της μεταναστευτικής πολιτικής. Η συμφωνία με την Τουρκία το 2016 αποτέλεσε την αρχή. Αργότερα ήρθαν οι συμφωνίες με την Τυνησία, την Αίγυπτο, τη Μαυριτανία και άλλες χώρες της Αφρικής, με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια, επενδύσεις ή διευκολύνσεις θεωρήσεων εισόδου. Ο στόχος ήταν σαφής: η ανάσχεση των μεταναστευτικών ροών πριν ακόμη φτάσουν στα ευρωπαϊκά σύνορα.
Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Το νέο πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα μεταφοράς μεταναστών σε εγκαταστάσεις εκτός Ευρώπης, όπου θα παραμένουν μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες επιστροφής τους. Οι υποστηρικτές του μέτρου το παρουσιάζουν ως απαραίτητο εργαλείο για την αποτελεσματική διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης και για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Οι επικριτές του, αντίθετα, κάνουν λόγο για σοβαρούς κινδύνους παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων και για εγκατάλειψη των ανθρωπιστικών αξιών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική Ευρώπη.
Οι αριθμοί φαίνεται να ενισχύουν την επιχειρηματολογία όσων υποστηρίζουν την αυστηροποίηση της πολιτικής. Σύμφωνα με στοιχεία της Frontex, οι παράτυπες διελεύσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. μειώθηκαν σημαντικά το 2025, φθάνοντας στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών. Οι Βρυξέλλες αποδίδουν αυτή τη μείωση στη νέα αρχιτεκτονική ελέγχου και στις συμφωνίες με τρίτες χώρες.
Ωστόσο, πίσω από τη σκληρότερη πολιτική αναδύεται μια μεγάλη αντίφαση. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη δημογραφική πρόκληση της σύγχρονης ιστορίας της. Ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας συρρικνώνεται, ενώ το ποσοστό των πολιτών άνω των 65 ετών αυξάνεται διαρκώς. Οι προβολές της Eurostat δείχνουν ότι μέχρι τα μέσα του αιώνα σχεδόν το ένα τρίτο των Ευρωπαίων θα ανήκει στην τρίτη ηλικία.
Αυτό σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία χρειάζεται περισσότερους εργαζομένους, περισσότερους φορολογούμενους και περισσότερους νέους ανθρώπους για να διατηρήσει τα ασφαλιστικά και παραγωγικά της συστήματα. Η μετανάστευση θεωρείται από πολλούς ειδικούς απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής ισορροπίας.
Η Ισπανία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίθετης προσέγγισης. Η κυβέρνηση στη Μαδρίτη συνεχίζει να υποστηρίζει ότι η οικονομία χρειάζεται μετανάστες και προωθεί πολιτικές νομιμοποίησης εργαζομένων που ήδη βρίσκονται στη χώρα. Αντίθετα, η Γερμανία, η οποία το 2015 άνοιξε τις πόρτες της σε πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, έχει μετακινηθεί σημαντικά προς πιο περιοριστικές πολιτικές. Παρόμοιες εξελίξεις παρατηρούνται στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ιταλία.
Πολλοί αναλυτές μιλούν πλέον για μια «τραμποποίηση» της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Δεν αναφέρονται μόνο στην υιοθέτηση αυστηρότερων μέτρων, αλλά κυρίως στην αλλαγή της φιλοσοφίας που τα συνοδεύει. Η μετανάστευση αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως απειλή που πρέπει να περιοριστεί και λιγότερο ως κοινωνικό ή οικονομικό φαινόμενο που χρειάζεται διαχείριση.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική μπορεί να αποδειχθεί βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Η Ευρώπη επιδιώκει να μειώσει τις αφίξεις, ενώ ταυτόχρονα χρειάζεται ανθρώπινο δυναμικό για να στηρίξει την οικονομία της. Επενδύει δισεκατομμύρια στην αποτροπή, την ώρα που οι επιχειρήσεις αναζητούν εργαζομένους και οι κοινωνίες γερνούν με ταχύτατους ρυθμούς.
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής Ευρώπης: όσο περισσότερο χρειάζεται τη μετανάστευση για να διατηρήσει το οικονομικό και κοινωνικό της μοντέλο, τόσο περισσότερο υιοθετεί πολιτικές που στοχεύουν στον περιορισμό της. Και αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στις δημογραφικές ανάγκες και τις πολιτικές επιλογές θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις επόμενες δεκαετίες.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις