Χαμένος σε έναν σκοτεινό και τοξικό διαδικτυακό κόσμο, ένας διαταραγμένος έφηβος κατηγόρησε τη μητέρα του και στη συνέχεια τη δολοφόνησε με σφυρί, έχοντας προηγουμένως αναζητήσει καθοδήγηση από πλατφόρμα Τεχνητής Νοημοσύνης.
Για 18 χρόνια, η Άντζελα Σέλις αγωνιζόταν αδιάκοπα για τον γιο της, Τριστάν Ρόμπερτς. Ως αφοσιωμένη μητέρα, προσπαθούσε να στηρίξει ένα παιδί με σοβαρές δυσκολίες, όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με το πιο τραγικό τέλος, όταν δολοφονήθηκε από τον ίδιο της τον γιο. Το έγκλημα ήρθε έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο ψυχολογικής απομόνωσης, διαδικτυακής επιρροής από ακραίες κοινότητες και εμμονής με τη βία. Η υπόθεση έχει προκαλέσει σοκ στην κοινή γνώμη, καθώς αναδεικνύει όχι μόνο μια οικογενειακή τραγωδία, αλλά και τον επικίνδυνο συνδυασμό τοξικών διαδικτυακών περιβαλλόντων, μισογυνιστικών αντιλήψεων και ανεξέλεγκτης χρήσης εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ο Τριστάν Ρόμπερτς, από τη βόρεια Ουαλία, είχε διαγνωστεί από μικρή ηλικία με αυτισμό και ΔΕΠΥ, ενώ αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες στη συμπεριφορά και την κοινωνική του ένταξη. Φοίτησε σε τυπικά σχολεία, χωρίς όμως να καταφέρει να προσαρμοστεί. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες της μητέρας του να του εξασφαλίσει υποστήριξη μέσω υπηρεσιών ψυχικής υγείας, η κατάστασή του δεν παρουσίασε ουσιαστική βελτίωση.
Με την πάροδο των χρόνων, απομονωνόταν ολοένα και περισσότερο, περνώντας ατελείωτες ώρες στο διαδίκτυο. Σε πλατφόρμες όπως το Discord, άρχισε να συμμετέχει σε κοινότητες που προωθούσαν τη βία, τον μισογυνισμό και την εξιδανίκευση κατά συρροή δολοφόνων. Η εμμονή του με τη βία εντεινόταν διαρκώς: παρακολουθούσε σειρές και ταινίες με σχετική θεματολογία, θαύμαζε σκοτεινούς χαρακτήρες και σταδιακά διαμόρφωσε την πεποίθηση ότι η μητέρα του ευθυνόταν για όλα τα προβλήματα της ζωής του.

Οι ανακριτικές αρχές αποκάλυψαν ότι ο Ρόμπερτς είχε δημιουργήσει 16 διαφορετικούς λογαριασμούς στο Discord, κρατώντας χιλιάδες στιγμιότυπα οθόνης συνομιλιών. Σε αυτά εξέφραζε ανοιχτά μίσος για τις γυναίκες και μιλούσε για εκδίκηση.
Σε σημειώσεις που βρέθηκαν στον υπολογιστή του, έγραφε ότι δεν ήταν πλέον ο Τριστάν, αλλά ένας άλλος εαυτός με το όνομα «Άλεξ». Περιέγραφε τη ζωή του ως «κόλαση» και δήλωνε ότι έπρεπε να απαλλαγεί από το «βάρος» που τον κρατούσε πίσω, εννοώντας τη μητέρα του.
Σε αναρτήσεις του ανέφερε ξεκάθαρα ότι το κίνητρό του ήταν το μίσος για τις γυναίκες, ενώ ζητούσε επιβεβαίωση από άλλους χρήστες για τις σκέψεις του.
Ένα από τα πιο σοκαριστικά στοιχεία της υπόθεσης είναι η χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο Ρόμπερτς χρησιμοποίησε το εργαλείο ΑΙ DeepSeek για να ζητήσει συμβουλές σχετικά με το ποιο όπλο θα ήταν κατάλληλο για έναν «άπειρο δολοφόνο».
Αρχικά, το σύστημα αρνήθηκε να απαντήσει. Ωστόσο, ο ίδιος κατάφερε να το παρακάμψει, ισχυριζόμενος ότι έγραφε βιβλίο για κατά συρροή δολοφόνους. Με αυτόν τον τρόπο απέσπασε πληροφορίες που ενίσχυσαν τον σχεδιασμό του εγκλήματος.

Τα σημάδια κινδύνου που αγνοήθηκαν
Ο Ρόμπερτς στα 18α γενέθλιά του επισκέφθηκε ένα τοπικό κατάστημα της αλυσίδας «The Range», όπου αγόρασε ένα μαχαίρι και ξυραφάκια μιας χρήσης, επιδεικνύοντας την ταυτότητά του για να αποδείξει ότι ήταν 18 ετών, η απαιτούμενη νόμιμη ηλικία. Η αγορά κίνησε την υποψία του ταμία, ο οποίος κράτησε ένα αντίγραφο της απόδειξης του εφήβου. Την επόμενη μέρα ο νεραρός αγόρασε ένα άλλο μαχαίρι.
Η Άντζελα Σέλις είχε αρχίσει εδώ και καιρό να φοβάται τον γιο της. Λίγες ημέρες μετά τα 18α γενέθλιά του, έστειλε μήνυμα σε κοινωνική λειτουργό εκφράζοντας την ανησυχία της για την αγορά μαχαιριού και σφυριού από το παιδί της.
Σε σημείωμα στο κινητό της έγραφε:
«Γιατί τα χρειάζεται αυτά; Σκοπεύει να βλάψει εμένα ή τον εαυτό του;»
Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ίθαν, ανησυχούσε επίσης και είχε εγκαταστήσει κάμερες στο σπίτι πριν επιστρέψει στο πανεπιστήμιο.
Όμως, χωρίς να το γνωρίζει κανένας από τους δύο, τα σχέδια του Ρόμπερτς γίνονταν όλο και πιο ακραία.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 18ης Οκτωβρίου δημοσίευσε μηνύματα στο Discord αναφέροντας ότι στεκόταν πάνω από τη μητέρα του κρατώντας ένα σφυρί ενώ αυτή κοιμόταν, αλλά δεν το χρησιμοποίησε.

Η νύχτα της δολοφονίας
Το βράδυ της 23ης Οκτωβρίου, ο Ρόμπερτς έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Η επίθεση ξεκίνησε αργά τη νύχτα και διήρκεσε πάνω από τέσσερις ώρες.
Χτύπησε επανειλημμένα τη μητέρα του με σφυρί και την κράτησε αιχμάλωτη στο σπίτι. Παρά τα τραύματά της, η Άντζελα τον παρακάλεσε να καλέσει βοήθεια, προσφερόμενη ακόμη και να τον προστατεύσει.
Εκείνος την έπεισε να φύγουν από το σπίτι με το πρόσχημα ότι θα της παρείχε ιατρική βοήθεια. Την οδήγησε σε φυσικό καταφύγιο, όπου τη χτύπησε μέχρι θανάτου με ένα σφυρί που αγόρασε διαδικτυακά.
Μετά τη δολοφονία, ο Ρόμπερτς επέστρεψε στο σπίτι και προσπάθησε να καλύψει τα ίχνη του. Συνδέθηκε ξανά στο Discord και έγραψε ότι είχε περάσει «την πιο τρελή μέρα», περιγράφοντας με λεπτομέρειες την επίθεση.
Όταν συγγενείς προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με την Άντζελα, απαντούσε από το τηλέφωνό της προσποιούμενος ότι ήταν εκείνη.
Όταν συνελήφθη, ρώτησε ψύχραιμα τους αστυνομικούς αν το πτώμα που βρέθηκε ήταν η μητέρα του.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις