Αρχική Ασφάλιση Χρονιά μεγάλων αλλαγών για τον ασφαλιστικό κλάδο το 2021

Χρονιά μεγάλων αλλαγών για τον ασφαλιστικό κλάδο το 2021

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Χρονιά ανακατατάξεων θα αποτελέσει το 2021 για τον ασφαλιστικό κλάδο, ο οποίος υπό την πίεση που δημιουργούν οι διεθνείς συγκυρίες και το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων, βρίσκεται στο επίκεντρο εξελίξεων.

Μετά τη συμφωνία πώλησης της AXA Ασφαλιστικής στην Generali και την παράλληλη 20ετή συμφωνία με την Alpha Bank για την πώληση ασφαλιστικών προϊόντων μέσω του τραπεζικού δικτύου, το ενδιαφέρον τις προσεχείς εβδομάδες στρέφεται στη διαπραγμάτευση της Εθνικής Τράπεζας με το CVC Capital Partners για την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής.

Το τίμημα

Παρά την εκπεφρασμένη πρόθεση των δύο πλευρών να ολοκληρώσουν τη συναλλαγή, οι τελευταίες πληροφορίες κάνουν λόγο για μια διαπραγμάτευση που κινείται στην κόψη του ξυραφιού με αιχμή το προσφερόμενο τίμημα. Με βάση τις ίδιες πληροφορίες, η πλευρά της Εθνικής Τράπεζας έχει θέσει ως κόκκινη γραμμή την πώληση της εταιρείας στην τιμή με βάση την οποία την έχει αποτιμήσει στα βιβλία της, δηλαδή τα 440 εκατ. ευρώ για το 80% (το 100% έχει αποτιμηθεί στα 550 εκατ. ευρώ) και παρά τις εντατικές διαπραγματεύσεις τους τελευταίους μήνες, η συμφωνία δεν προεξοφλείται. Αγκάθι εμφανίζεται να είναι οι στόχοι για τις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων μέσω του τραπεζικού δικτύου και κυρίως οι αιρέσεις σε περίπτωση που οι στόχοι αυτοί δεν επιτευχθούν, δηλαδή η επιστροφή κεφαλαίου που σύμφωνα με πληροφορίες οδηγεί σε μείωση της παρούσας αξίας του προσφερόμενου τιμήματος κάτω από τα 400 εκατ. ευρώ.

Στη δυσκολία της συναλλαγής αποδίδεται και η προεργασία που υπάρχει σε παράλληλο επίπεδο για την εισαγωγή της Εθνικής Ασφαλιστικής στο Χρηματιστήριο με δημόσια εγγραφή για τη διάθεση του 51% της εταιρείας. Το σχέδιο, σύμφωνα με πληροφορίες, εκπονείται το τελευταίο διάστημα με εντατικούς ρυθμούς και επιστρατεύεται σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων με το CVC.

Από την πλευρά του το αμερικανικό private equity δεν κρύβει το ενδιαφέρον του για την Εθνική Ασφαλιστική, αλλά όπως σχολιάζουν στελέχη της αγοράς, η δυστοκία σε ό,τι αφορά το προσφερόμενο τίμημα συνδέεται με το χαρτοφυλάκιο της Εθνικής Ασφαλιστικής, που συγκεντρώνει υψηλούς κινδύνους από αποταμιευτικά προγράμματα με εγγυημένο επιτόκιο άνω του 3% σε μια περίοδο κατά την οποία η επίτευξη αποδόσεων αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του κλάδου. Ανάλογο προβληματισμό δημιουργούν και τα συμβόλαια υγείας ισόβιας διάρκειας, που έχει στο χαρτοφυλάκιό της η εταιρεία και τα οποία συσσωρεύουν σημαντικές ζημίες, που αποδυναμώνουν την αποτίμηση της μεγαλύτερης ασφαλιστικής εταιρείας στη χώρα. Να σημειωθεί ότι με βάση τα στοιχεία του 9μήνου του 2020 τα συνολικά ασφάλιστρα της Εθνικής Ασφαλιστικής ανήλθαν κοντά στα 500 εκατ. ευρώ (740 εκατ. ευρώ με βάση τα στοιχεία του 2019) και τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 53,7 εκατ. ευρώ.

Η πώληση της AXA Ασφαλιστικής έναντι τιμήματος 165 εκατ. ευρώ έδωσε ένα τόνο στην αγορά, καθώς αντιστοιχεί σε πολλαπλάσιο 12,2 επί των εσόδων του έτους 2019. Να σημειωθεί ότι ο τζίρος της ΑΧΑ Ασφαλιστικής για το 2019 ανήλθε στα 167 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα 13,5 εκατ. ευρώ. Σημαντική βαρύτητα στο τελικό τίμημα προσέδωσε η συμφωνία με την Alpha Bank, η οποία εκτιμάται ότι θα αποφέρει έσοδα έως και 1 δισ. ευρώ κατά την 20ετή της διάρκεια και η παρούσα αξία της συνεργασίας εκτιμήθηκε πάνω από τα 300 εκατ. ευρώ για την τράπεζα. Το τίμημα χαρακτηρίστηκε από την αγορά υψηλό και εκτός από την υπεραξία που εξασφαλίζει η συνεργασία με την Alpha Bank, επιτρέπει στην ιταλική Generali να εδραιώσει την παρουσία της στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, κατακτώντας τη 2η θέση στον κλάδο γενικών και την 3η θέση στον κλάδο υγείας, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό ισχυροποίηση του μεριδίου της.

Στελέχη του κλάδου σχολιάζουν ότι η ελληνική ασφαλιστική αγορά παραμένει κατακερματισμένη – ειδικά στον τομέα των γενικών ασφαλίσεων– και τα προσεχή χρόνια θα υπάρξουν περαιτέρω κινήσεις συγκέντρωσης. Ζητούμενο είναι η απόκτηση κρίσιμης μάζας που θα επιτρέψει στον κλάδο να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής, δηλαδή στις υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλει το εποπτικό πλαίσιο του Solvency.

Τα χαμηλά επιτόκια ειδικά μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, παγιώνουν μια κατάσταση χαμηλών αποδόσεων στις επενδύσεις του ασφαλιστικού κλάδου, δημιουργώντας πρωτόγνωρες πιέσεις και επιταχύνουν τις εξελίξεις. Στην πίεση αυτή αποδίδεται άλλωστε και η απόφαση του γαλλικού ομίλου της AXA να επικεντρώσει  τη δραστηριότητά του σε επιλεγμένα τμήματα της αγοράς, περιορίζοντας την παρουσία του στον κλάδο ζωής μετά και τις υψηλές αποζημιώσεις που κατέβαλε λόγω COVID. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής αποχώρησε τον περασμένο Οκτώβριο από αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, πουλώντας τις δραστηριότητες σε Πολωνία, Τσεχία και Σλοβακία και τέλος στην Ελλάδα, στην οποία είχε εισέλθει το 2007.

Καταλύτης οι φοροαπαλλαγές

Ο ασφαλιστικός κλάδος αναδεικνύεται «εντάσεως κεφαλαίου», επισημαίνουν χαρακτηριστικά στελέχη του κλάδου και η επιβίωσή του –εκτός από την ανάγκη απόκτησης της κρίσιμης μάζας– προϋποθέτει τη θεσμοθέτηση κινήτρων που θα διευκολύνουν την ανάπτυξη ασφαλιστικής συνείδησης για τις ασφαλίσεις περιουσίας, δηλαδή για καταστροφικούς κινδύνους, όπως ο σεισμός και τα φυσικά φαινόμενα.

Πρόκειται για κινδύνους που μπορεί να εξελιχθούν σε μια επώδυνη καθημερινότητα για σημαντικό μέρος του πληθυσμού και η κάλυψή τους παρά το γεγονός ότι έχει τεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του ασφαλιστικού κλάδου, προϋποθέτει τη στήριξη της πολιτείας με την υιοθέτηση φοροαπαλλαγών, που θα καταστήσουν προσιτές τις σχετικές καλύψεις.

Εξίσου σημαντικό στοίχημα για τον κλάδο αποτελεί η ενίσχυση του τρίτου πυλώνα ασφάλισης, δηλαδή η ενίσχυση της αποταμίευσης μέσω ασφαλιστικών προγραμμάτων κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα. Οι φοροαπαλλαγές για τη συγκεκριμένη κατηγορία καλύψεων, μέσω έκπτωσης από το φορολογητέο εισόδημα αποτελεί μια δοκιμασμένη πολιτική στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Με τον τρόπο αυτό επιμερίζεται το βάρος για τις συντάξεις των επόμενων γενεών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ενισχύεται η αποταμίευση σε μια περίοδο κατά την οποία τα αρνητικά επιτόκια δεν επηρεάζουν μόνο την επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά εξανεμίζουν και τις αποδόσεις παραδοσιακών μορφών τοποθετήσεων, όπως οι καταθέσεις.

Ο ρόλος των τραπεζών

Οι τράπεζες αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο ως κανάλι διανομής και αξιόπιστου παρόχου τέτοιων προϊόντων. Αυτός είναι και ο λόγος που οι συμφωνίες bancassurance αποτελούν αναπόσπαστο πλέον τμήμα των επιχειρηματικών κινήσεων που συζητούνται μεταξύ του ασφαλιστικού και τραπεζικού κλάδου, ξεδιπλώνοντας υπεραξίες και οφέλη και για τις δύο πλευρές.

Kathimerini.gr