Δεν χωράει καμία αμφιβολία πως αν υπάρχει στην Ευρώπη μια χώρα «ερωτευμένη» με τα πυρηνικά, αυτή είναι η Γαλλία. Ενας έρωτας που λίγο-πολύ έχει χτυπήσει σχεδόν όλα τα γαλλικά πολιτικά κόμματα, από τα ακροδεξιά ως και το κομμουνιστικό. Στον στρατιωτικό τομέα η στρατηγική της «Force de frappe» (Δύναμης κρούσης) επέτρεψε στη Γαλλία να γίνει, ήδη από τη δεκαετία του 1960, η μόνη ουσιαστικά ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ χώρα της Δυτικής Ευρώπης.
Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα, με την Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ να θέλει να γίνει great again, η Γαλλία, διά στόματος Εμανουέλ Μακρόν, δηλώνει πλέον έτοιμη να θέσει τη δύναμη της πυρηνικής της αποτροπής στην υπηρεσία της Ευρώπης.
Με το αζημίωτο φυσικά και υπό τον όρο ότι ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας θα είναι πάντα ο μόνος γνώστης των κωδικών ενεργοποίησης του πυρηνικού οπλοστασίου. Υπό τον όρο επίσης ότι οι Γάλλοι δεν θα υπερψηφίσουν το 2027 το κόμμα της Μαρίν Λεπέν, το οποίο ισχυρίζεται ότι η πυρηνική αποτροπή δεν τεμαχίζεται.
Οσο για τον ενεργειακό τομέα, η Γαλλία έχει σήμερα ουκ ολίγους λόγους να «θριαμβολογεί». Το γαλλικό κράτος άρχισε να επενδύει μαζικά σε πυρηνικούς σταθμούς μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και σήμερα έχει έναν από τους μεγαλύτερους στόλους πυρηνικών αντιδραστήρων στον κόσμο. Οι αντιδραστήρες αυτοί καλύπτουν περί το 70% των αναγκών της Γαλλίας σε ηλεκτρική ενέργεια και της επιτρέπουν όχι μόνο να έχει εξαιρετικά χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά και να είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας (αλλά και πυρηνικών αντιδραστήρων) στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Το «όχι» της Γερμανίας και η θέση της Ελλάδας
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ουρσουλα φον ντερ Λάιεν, όπως άλλωστε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πρωθυπουργός μιας «χώρας φιλικής στην πυρηνική ενέργεια» όπως είπε, λαμβάνοντας τον λόγο κατά τη Σύνοδο Κορυφής την περασμένη Δευτέρα στο Παρίσι, χαρακτήρισαν «στρατηγικό λάθος» την απόφαση κάποιων κρατών (βλ. Γερμανία) να εγκαταλείψουν τους αντιδραστήρες και άφησαν να εννοηθεί πως η Γαλλία είναι παράδειγμα προς μίμηση.
Η δήλωση αυτή προκάλεσε κάποια αίσθηση στον βαθμό που η Γερμανίδα πρόεδρος της Επιτροπής ήταν υπουργός της Άνγκελα Μέρκελ, όταν το 2011, μετά το πυρηνικό δυστύχημα στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας, η Γερμανία αποφάσισε να εγκαταλείψει άπαξ διά παντός την πυρηνική ενέργεια. Όπερ και εγέννετο το 2023, με αποτέλεσμα να περιοριστεί στο 15% η συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της Ευρώπης.
Στους κόλπους του κυβερνώντος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος δεν είναι λίγοι αυτοί που τάσσονται υπέρ της επιστροφής της Γερμανίας στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, όχι όμως και ο καγκελάριος Φριντριχτ Μερτς, που χαρακτηρίζει την κυβερνητική απόφαση του 2011 «δρόμο χωρίς επιστροφή».
Όσο για τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους της Γερμανίας, συνέστησαν στη Φον ντερ Λάιεν να μετριάσει κάπως τον ενθουσιασμό της, υπενθυμίζοντας πως σχεδόν όλοι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες που λειτουργούν στη Γαλλία είναι κοστοβόροι και του «προηγούμενου αιώνα» και πως ο ένας, που αποφασίστηκε αυτόν τον αιώνα (το 2007) να κατασκευαστεί στη Φλαμανβίλ, αντί να τεθεί σε λειτουργία το 2012 τέθηκε το 2024 και αντί να στοιχίσει περίπου 3 δισ. ευρώ στοίχισε τελικά πάνω από 20 δισ. ευρώ.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις