ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Οι αυξήσεις στους λίγους συνταξιούχους που υπέστησαν περικοπές, θα χρηματοδοτηθούν από την… κατάργηση της ελλιπούς 13ης σύνταξης με άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης αυτό των 1.300 ευρώ

Το κόστος των μειωμένων εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες θα επιβαρύνει τους μισθωτούς, τους εργοδότες τους και τους ανέργους

Η ένταξη του ΕΤΕΑΕΠ στον ΕΦΚΑ, με τη διατήρηση της λογιστικής αυτοτέλειας των κλάδων του ΕΤΕΑΕΠ (Επικουρική, Εφάπαξ) θα δημιουργήσει βραχυ-μεσοπρόθεσμα περισσότερα λειτουργικά προβλήματα απ’ ό,τι επιδιώκει να λύσει, δεδομένης της έλλειψης προετοιμασίας που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα ενοποίησης, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζεται το σημερινό πρόβλημα καθυστέρησης στην έκδοση των συνταξιοδοτικών παροχών.

Η διαδικασία ψηφιοποίησης του ΕΦΚΑ αποτελεί ηλεκτρονική συνέχεια της ενοποίησης των κοινωνικο-ασφαλιστικών φορέων που εντάχθηκαν στον ΕΦΚΑ με τον Ν.4387/16. Παράλληλα, το νομοσχέδιο προβλέπει την απλοποίηση της διαδικασίας στη διαδοχική ασφάλιση για τη λήψη σύνταξης από τον τελευταίο φορέα.

Οι αυξήσεις των επικουρικών συντάξεων αφορούν τους συνταξιούχους πριν από τον Ν.4387/16 και συγκεκριμενοποιούνται μόνο στους συνταξιούχους (250.000 περίπου) που είχαν άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης πάνω από 1.300 ευρώ τον μήνα και είδαν τις συντάξεις τους να μειώνονται μέχρι και 50%. Η σχετική δαπάνη εκτιμάται σε 300 εκατ. ευρώ το έτος (μέση μηνιαία αύξηση 99 ευρώ) και 100 εκατ. ευρώ για τα αναδρομικά. Η δαπάνη αυτή, στο πλαίσιο του ουδέτερου δημοσιονομικού αποτελέσματος που επιβάλλουν οι δανειστές, θα χρηματοδοτηθεί από την κατάργηση της ελλιπούς (μέχρι 500 ευρώ το 100% του ποσού της 13ης σύνταξης σε τέσσερις στις δέκα συντάξεις) 13ης σύνταξης (971 εκατ. ευρώ το 2019).

Η αύξηση των νέων ποσοστών αναπλήρωσης επικεντρώνεται ιδιαίτερα από τα 30 έτη ασφάλισης (1,98%) μέχρι τα 40 έτη ασφάλισης (2,55%). Ετσι, με 35 έτη ασφάλισης το σωρευτικό ποσοστό αναπλήρωσης μόνο για το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης από 33,81% αυξάνεται σε 37,31%. Στα 40 έτη ασφάλισης, το σωρευτικό ποσοστό αναπλήρωσης για το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης από 42,80% αυξάνεται σε 50,01%. Είναι δηλαδή αυξημένο κατά 7,21 ποσοστιαίες μονάδες. Ομως, μετά τα 40 έτη ασφάλισης το ποσοστό αναπλήρωσης ορίζεται, χωρίς να είναι κατανοητή αυτή η επιλογή, σε 0,5%, γεγονός που μειώνει σημαντικά την ανταποδοτικότητα των εισφορών και παροχών για ασφαλισμένους που θα έχουν εργαστεί για περισσότερα από 40 έτη.

Η αύξηση της σύνταξης κλιμακώνεται όσο προστίθενται έτη ασφάλισης και καταβαλλόμενων εισφορών, ιδιαίτερα πάνω από 30 έτη ασφάλισης. Ετσι, για παράδειγμα με 35 έτη ασφάλισης και με 1.000 ευρώ συντάξιμες αποδοχές ελάμβανε με τον Ν.4387/16 ανταποδοτική σύνταξη 338 ευρώ τον μήνα και με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου θα λάβει 373 ευρώ, δηλαδή μια αύξηση των 35 ευρώ τον μήνα (10,5%). Με τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές (1.000 ευρώ τον μήνα) και με 40 έτη ασφάλισης ελάμβανε με τον Ν.4387/16 ανταποδοτική σύνταξη 428 ευρώ τον μήνα και με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου θα λάβει 500 ευρώ τον μήνα, δηλαδή μια αύξηση των 72 ευρώ τον μήνα (16,8%). Ομως, οι απώλειες των συγκεκριμένων συνταξιούχων μετά τον Ν.4387/16 (70.000 άτομα) σε σχέση με τους παλαιούς ανέρχονται σε 40%, ενώ με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου προβλέπονται αυξήσεις 16,8% με 40 έτη ασφάλισης και 10,5% με 35 χρόνια ασφάλισης.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, προβλέπεται το σύστημα των ασφαλιστικών κλάσεων με 6+1 επίπεδα ασφάλισης για την καταβολή των ασφαλιστικών τους εισφορών ελεύθερης επιλογής. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπονται ως κατώτερη μηνιαία ασφαλιστική εισφορά τα 210 ευρώ και ως ανώτερη τα 566 ευρώ τον μήνα. Ειδικότερα οι νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι κατά τα πρώτα πέντε έτη της επαγγελματικής τους δραστηριότητας θα καταβάλλουν μηνιαία ασφαλιστική εισφορά 126 ευρώ.

Για τους αγρότες οι ασφαλιστικές εισφορές είναι χαμηλότερες από τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους, δεδομένου ότι η κατώτερη μηνιαία ασφαλιστική εισφορά ανέρχεται στα 121 ευρώ και η ανώτερη ανέρχεται σε 324 ευρώ τον μήνα για το 2020. Ομως, για το 90% των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων, προβλέπεται αύξηση κατά 20% στις ασφαλιστικές εισφορές τους, με αποτέλεσμα όσοι από τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους με υψηλά εισοδήματα επιλέξουν τη χαμηλή ασφαλιστική κλάση να προσανατολιστούν σε χαμηλή σύνταξη ή στην ιδιωτική ασφάλιση (ασφαλιστικές εταιρείες).

 Αντίθετα, όσοι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι επιθυμούν, για παράδειγμα, να εξασφαλίσουν σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) άνω των 1.000 ευρώ μεικτά με 35 έως 40 έτη ασφάλισης απαιτείται να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές από την 4η ασφαλιστική κλάση και πάνω, δηλαδή 297 ευρώ τον μήνα. Οσοι όμως επιλέξουν να καταβάλουν την ελάχιστη ασφαλιστική εισφορά ύψους 155 ευρώ τον μήνα, θα λάβουν ύστερα από 40 χρόνια σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) 779 ευρώ μεικτά. Τέλος, όσοι επιλέξουν την ανώτατη ασφαλιστική κλάση (500 ευρώ τον μήνα) με 40 έτη ασφάλισης θα λάβουν σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) 1.659 ευρώ μεικτά.

Ετσι, συγκρίνοντας την ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών των μισθωτών με αυτήν των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων με τις νέες ασφαλιστικές κλάσεις και την ελεύθερη επιλογή τους, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, στην περίπτωση των 35 ετών ασφάλισης ο μισθωτός θα χρηματοδοτεί με 12 ευρώ (ασφάλιση του ελεύθερου επαγγελματία στην πρώτη ασφαλιστική κλάση) την πλήρη ανταποδοτικότητα των ελεύθερων επαγγελματιών, για 40 έτη ασφάλισης ο μισθωτός θα χρηματοδοτεί με 18 ευρώ τον μήνα (ασφάλιση ελεύθερου επαγγελματία στην πρώτη κλάση), με 19 ευρώ (ασφάλιση στην τρίτη κλάση) και με 21 ευρώ (ασφάλιση στην έκτη κλάση) την υπερ-αναλογικότητα των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων. Ετσι, εγκαθιδρύονται συνθήκες ανισοτήτων στην ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών μεταξύ των δυο αυτών εργασιακών κατηγοριών (μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών) κι αυτό γιατί, κατά βάση, οι μισθωτοί και οι εργοδότες τους θα καταβάλλουν ως ασφαλιστική εισφορά για κύρια σύνταξη 20% του μισθού τους για 14 φορές τον χρόνο.

Στην περίπτωση παράλληλης ασφάλισης προβλέπεται ότι εάν το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς από τη μισθωτή εργασία υπερβαίνει το ποσό της 2ης ασφαλιστικής κατηγορίας (262 ευρώ), τότε δεν υπάρχει καμία υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικής εισφοράς. Εάν όμως το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς από μισθωτή εργασία είναι κάτω των 262 ευρώ, τότε καταβάλλεται ως ασφαλιστική εισφορά λόγω της παράλληλης απασχόλησης η διαφορά.

 Για την απασχόληση των συνταξιούχων, το πρόσφατο ασφαλιστικό νομοσχέδιο προβλέπει ότι σε περίπτωση απασχόλησης συνταξιούχου μειώνεται η σύνταξή του από 60% (Ν.4387/16) σε 30%. Εξαιρούνται αυτής της μείωσης οι αγρότες και οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι σε φορείς της γενικής κυβέρνησης στους οποίους συγκαταλέγονται οι μετακλητοί σε υπουργεία και κυβερνητικές θέσεις.

 Για τις ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών, προβλέπεται η μείωσή τους από 1/6/2020 κατά 0,98% ως εξής: πρώτον, κατά 0,75 ποσοστιαίες μονάδες (0,48 εργοδότη και 0,27 εργαζομένου) η οποία προβληματίζει, διότι θα επιβαρύνει τα έσοδα του λογαριασμού ανεργίας του προϋπολογισμού του ΟΑΕΔ και, δεύτερον, κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες που θα μειώσει τα έσοδα από τον Ενιαίο Λογαριασμό για την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών (ΕΛΕΚΠ).