Η συνεχιζόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα γύρω από το ενδεχόμενο ομαλής λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ έχουν δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα εύθραυστο και ανησυχητικό περιβάλλον για την παγκόσμια οικονομία. Οι εξελίξεις αυτές ήδη αρχίζουν να επηρεάζουν την καθημερινότητα πολιτών και επιχειρήσεων, κυρίως μέσω της ενεργειακής αγοράς.
Διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ότι, εάν η κατάσταση δεν σταθεροποιηθεί και η ροή του πετρελαίου δεν επανέλθει πλήρως έως τα τέλη Ιουλίου, οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας ενδέχεται να αυξηθούν αισθητά.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Goldman Sachs, σε ένα αρνητικό σενάριο όπου οι εξαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή —και ειδικότερα μέσω των Στενών του Ορμούζ— παραμείνουν περιορισμένες και η παραγωγή στον Περσικό Κόλπο μειωθεί σημαντικά, η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 120 δολάρια το βαρέλι μέσα στο έτος. Αν και αυτό δεν αποτελεί το βασικό σενάριο, αναδεικνύει τη σοβαρότητα των κινδύνων που υπάρχουν στην αγορά.
Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, πάντως, οι επιπτώσεις θεωρούνται αξιοσημείωτες. Η Goldman Sachs έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα πάνω τις προβλέψεις της για το Brent, εκτιμώντας ότι θα κινηθεί κοντά στα 90 δολάρια το βαρέλι στο τελευταίο τρίμηνο του έτους, ενώ για το αμερικανικό αργό (WTI) οι τιμές αναμένονται γύρω στα 83 δολάρια. Τα επίπεδα αυτά συνεπάγονται αυξημένο κόστος ενέργειας, με άμεσες επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονομική δραστηριότητα.
Για τα νοικοκυριά, αυτό σημαίνει ακριβότερα καύσιμα, αυξημένους λογαριασμούς ρεύματος και ανατιμήσεις σε βασικά προϊόντα. Όπως αντιλαμβάνεστε αναφερόμαστε σε ανατιμήσεις πάνω στις υπάρχουσες ανατιμήσεις που όλοι διαπιστώνουμε πηγαίνοντας να ψωνίσουμε στο σούπερ μάρκετ. Η ενέργεια βλέπετε αποτελεί βασικό συντελεστή κόστους σε κάθε στάδιο της παραγωγής και της εφοδιαστικής αλυσίδας, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις στο πετρέλαιο να περνούν γρήγορα στις τελικές τιμές. Από τα τρόφιμα μέχρι τα μεταφορικά και τις υπηρεσίες, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα γίνεται όλο και εντονότερη, κάτι που δεν ισχύει μονάχα για τη χώρα μας αλλά για ολόκληρο τον πλανήτη καθώς η οικονομία είναι αν μη τι άλλο παγκοσμιοποιημένη όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.
Οι επιχειρήσεις βρίσκονται επίσης αντιμέτωπες με ένα διπλό πλήγμα: από τη μία πλευρά βλέπουν να αυξάνεται το λειτουργικό κόστος (ιδίως σε κλάδους όπως οι μεταφορές, η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή) και από την άλλη περιορίζεται η καταναλωτική ζήτηση, καθώς τα νοικοκυριά αναγκάζονται να περικόψουν δαπάνες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα περιθώρια κέρδους συρρικνώνονται και κατά συνέπεια ενισχύεται όλο και περισσότερο ο κίνδυνος επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί όμως και το ενδεχόμενο ελλείψεων στην αγορά. Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μονάχα στο επίπεδο των τιμών, αλλά σχετίζονται και με τη διαθεσιμότητα προϊόντων, λόγω της διαταραχής στις θαλάσσιες μεταφορές. Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί κομβικό πέρασμα εκτός από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, και για τη διακίνηση λιπασμάτων και άλλων κρίσιμων πρώτων υλών. Οποιαδήποτε παρατεταμένη διακοπή δημιουργεί αλυσιδωτές αντιδράσεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Παράλληλα, δεν αποκλείονται και πρόσθετοι παράγοντες που θα επιδεινώσουν την κατάσταση, όπως πιθανοί περιορισμοί στις εξαγωγές ενέργειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να διευρύνει τη διαφορά τιμών μεταξύ των διεθνών δεικτών πετρελαίου και να ενισχύσει περαιτέρω τη μεταβλητότητα στην αγορά.
Την ίδια ώρα πάντως, άλλοι μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι ως προς την πορεία των εξελίξεων. Η Morgan Stanley για παράδειγμα, εκτιμά ότι η ροή εμπορευμάτων μέσω των Στενών θα μπορούσε να αποκατασταθεί σχετικά σύντομα, ακόμη και μέχρι τα τέλη Μαΐου. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, προβλέπει ότι οι τιμές θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας έως και τα 110 δολάρια το βαρέλι το δεύτερο τρίμηνο του 2026, πριν αρχίσουν να αποκλιμακώνονται σταδιακά.
Αυτή την ώρα η τιμή του πετρελαίου Brent (στις 12:05 ώρα Ελλάδος) είναι στα 104,59 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας μια αύξηση της τάξης του +2.83%. Η σημαντική αυτή άνοδος οφείλεται στη διακοπή των διπλωματικών επαφών όσον αφορά τη λήξη του πολέμου στο Ιράν και την επιβολή περιορισμών στη ναυσιπλοΐα της περιοχής. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι αυξήσεις έχουν ξεπεράσει το 20%, επιβεβαιώνοντας πόσο ευαίσθητη είναι η αγορά σε γεωπολιτικές εξελίξεις.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις