Στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής συνεχίστηκε η αντιπαράθεση ανάμεσα στο υπουργείο Περιβάλλοντος και εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σχετικά με το κυβερνητικό σχέδιο για τη βελτίωση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων και την αντιμετώπιση της λειψυδρίας.

Εκπρόσωποι Περιφερειών, Δήμων, καθώς και των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, κατέθεσαν τις απόψεις τους, εκφράζοντας παράλληλα επιφυλάξεις και προτείνοντας εναλλακτικές λύσεις. Από την πλευρά του, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου υποστήριξε ότι το σημερινό μοντέλο, με περισσότερους από 700 φορείς διαχείρισης υδάτων, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής.

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας σημείωσε ότι ο κατακερματισμός οδηγεί σε μεγάλες απώλειες νερού, αυξημένες διαρροές και άνιση ποιότητα υπηρεσιών προς τους πολίτες, ενώ παρέπεμψε σε παραδείγματα χωρών όπως η Ολλανδία, η Σκωτία, η Ιρλανδία και η Πολωνία, όπου εφαρμόστηκαν συγχωνεύσεις οργανισμών με θετικά αποτελέσματα τόσο στο λειτουργικό κόστος όσο και στη μείωση των διαρροών. Ο κ. Παπασταύρου παρουσίασε τους τέσσερις άξονες της κυβερνητικής πολιτικής για το νερό: έργα αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών, εθνική στρατηγική για τους υδάτινους πόρους, νέα αρχιτεκτονική διαχείρισης και αξιοποίηση της τεχνογνωσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Αναφερόμενος στην αποτίμηση των δημοτικών δικτύων, διευκρίνισε ότι αυτή θα πραγματοποιείται από ορκωτό ελεγκτή, βάσει της μεθοδολογίας που θα καθορίζει η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), απορρίπτοντας τις αιτιάσεις ότι η διαδικασία θα ελέγχεται από την ΕΥΔΑΠ.

Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι διασφαλίζονται πλήρως τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων και υποστήριξε πως η κυβέρνηση πραγματοποίησε εκτενή διαβούλευση με τους δημάρχους των εμπλεκόμενων περιοχών. Τέλος, χαρακτήρισε τη μεταρρύθμιση «επιλογή ευθύνης για το μέλλον», τονίζοντας ότι η διατήρηση του σημερινού μοντέλου θα διαιώνιζε τις απώλειες νερού, τις διαρροές και τις ανισότητες στην παροχή υπηρεσιών ύδρευσης.

Αντιδράσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Νωρίτερα, εκ μέρους της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Αττικής (ΠΕΔΑ), ο δήμαρχος Σπάτων-Αρτέμιδος Δημήτρης Μάρκου εξέφρασε ενστάσεις για τη διαδικασία αποτίμησης των δικτύων ύδρευσης, επισημαίνοντας ότι το σχέδιο νόμου αναθέτει την εκτίμηση της αξίας τους σε συμβούλους που επιλέγει η ίδια η ΕΥΔΑΠ.

«Ο αποκτών δεν μπορεί να καθορίζει μόνος του την αξία αυτού που παραλαμβάνει», ανέφερε, προτείνοντας τη συγκρότηση τριμελούς επιτροπής αποτίμησης με συμμετοχή εκπροσώπου της ΕΥΔΑΠ, του οικείου δήμου και ανεξάρτητου μέλους από το Οικονομικό Επιμελητήριο. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο δήμαρχος Σπάτων, Δ. Κιούσης, ο οποίος επικαλέστηκε ομόφωνη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για τη διατήρηση του δικτύου υπό δημοτική διαχείριση.

Αντίθετη στο νομοσχέδιο εμφανίστηκε και η Περιφερειακή Ένωση Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας. Ο δήμαρχος Θέρμης Θ. Παπαδόπουλος ανέφερε ότι η ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΠΕΔΚΜ βασίζεται σε τρεις λόγους: τη σύντομη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης, τη μετατροπή της εθελοντικής συνένωσης των ΔΕΥΑ σε υποχρεωτική και την έλλειψη ρητής κατοχύρωσης του δημόσιου χαρακτήρα του νερού.

Κριτική στο προωθούμενο σχέδιο άσκησε και ο Δήμαρχος Διστόμου-Αράχοβας-Αντίκυρας, Ιωάννης Σταθάς υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων πως «το νερό είναι δημόσιο αγαθό γι’ αυτό και η διαχείριση των υδάτων δεν μπορεί να γίνεται από επιχειρήσεις εισηγμένες στο χρηματιστήριο”. Παράλληλα, πρότεινε την εισαγωγή «προαιρετικότητας», ώστε οι δήμοι να επιλέξουν εάν θέλουν να ενταχθούν ή όχι στο σχέδιο, σημειώνοντας προς την πολιτική ηγεσία πως «θα το βρείτε μπροστά σας στο Συμβούλιο Επικρατείας», ενώ υποστήριξε πως η αποτίμηση της περιουσίας «δεν μπορεί να γίνει από τον φορέα που θα πάρει όλα τα δίκτυα».

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις