Την απαλλαγή, λόγω αμφιβολιών, των δύο αστυνομικών που δικάζονται για την υπόθεση ομαδικού βιασμού 19χρονης στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας τον Οκτώβριο του 2022, πρότεινε ο εισαγγελέας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, όπου εκδικάζεται η υπόθεση από τον περασμένο Φεβρουάριο.
Κατά την αγόρευσή του, ο εισαγγελέας ανέφερε ότι από την αποδεικτική διαδικασία «δεν προέκυψε με βεβαιότητα η έλλειψη συναίνεσης εκ μέρους της καταγγέλλουσας», σημειώνοντας πως, κατά την εκτίμησή του, οι καταθέσεις της 19χρονης περιέχουν αντιφάσεις και κενά ως προς τα πραγματικά περιστατικά.
«Κατακριτέα και άκρως αντιυπηρεσιακή η συμπεριφορά των κατηγορουμένων, όμως εδώ δεν είμαστε δικαστήριο ήθους», ανέφερε χαρακτηριστικά ο εισαγγελέας, τονίζοντας ότι οι ποινικές ευθύνες πρέπει να θεμελιώνονται αποκλειστικά στα αποδεικτικά στοιχεία και όχι στην ηθική αξιολόγηση της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων.
Ο εισαγγελέας υποστήριξε ότι τα στοιχεία της δικογραφίας δεν οδηγούν με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι υπήρξε βιασμός, αλλά αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο συναινετικής σεξουαλικής συνεύρεσης, για την οποία, όπως είπε, η καταγγέλλουσα ενδέχεται να μετάνιωσε εκ των υστέρων.
«Δεν έχουμε βιασμό. Έχουμε μία σεξουαλική συνεύρεση και στη συνέχεια το ένα μέλος τη μετάνιωσε. Είναι μία εκδοχή που πρέπει να εξεταστεί από το δικαστήριο», ανέφερε επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, και το βιντεοληπτικό υλικό που περιλαμβάνεται στη δικογραφία.
Παράλληλα, ο εισαγγελέας άσκησε δριμεία κριτική στη συμπεριφορά των δύο κατηγορουμένων, σημειώνοντας ότι «ευτέλισαν το εθνόσημο», δεν σεβάστηκαν την καταγγέλλουσα και εκμεταλλεύτηκαν την υπηρεσιακή τους ιδιότητα για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους επιθυμίες «σε λάθος τόπο και χρόνο», με μία νεαρή γυναίκα που βρισκόταν σε ευάλωτη θέση.
Όπως υπογράμμισε, ακόμη και αν οι γενετήσιες πράξεις ήταν συναινετικές, οι αστυνομικοί όφειλαν να διαφυλάξουν το κύρος της υπηρεσίας τους, επισημαίνοντας ωστόσο ότι τα ζητήματα αυτά αφορούν πειθαρχικές και όχι ποινικές ευθύνες.
Αναφερόμενος στο ζήτημα της συναίνεσης, ο εισαγγελέας υποστήριξε ότι η συμπεριφορά της καταγγέλλουσας, όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, δεν συνάδει, κατά την εκτίμησή του, με εκείνη ενός προσώπου που υφίσταται αστυνομική βία. Επισήμανε ότι δεν αποχώρησε από τον χώρο όταν, σύμφωνα με τη δική της κατάθεση, βρέθηκε μόνη της, ούτε κάλεσε σε βοήθεια, παρά το γεγονός ότι το δωμάτιο όπου φέρεται να τελέστηκε ο βιασμός βρισκόταν δίπλα στο γραφείο ενδοοικογενειακής βίας.
«Με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, δεν μπορώ να καταλήξω με βεβαιότητα στη μη συναίνεση. Αυτό πρέπει να αποδεικνύεται», ανέφερε.
Ο εισαγγελέας πρόσθεσε ακόμη ότι, κατά την άποψή του, εάν οι κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση να βιάσουν την 19χρονη, δύσκολα θα επέλεγαν έναν χώρο όπως το Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας, το οποίο εκείνη την ώρα παρουσίαζε αυξημένη κίνηση. Η αναφορά αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από το ακροατήριο, με τη λέξη «Ντροπή» να ακούγεται από την αίθουσα.
Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του δεύτερου κατηγορουμένου, κρίνοντας ότι διαβεβαίωσε την καταγγέλλουσα πως δεν είχε αποθηκεύσει σχετικό οπτικό υλικό ενώ, σύμφωνα με την κατηγορία, το είχε διατηρήσει.
Αντίθετα, για τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος δικάζεται για συνέργεια, ο εισαγγελέας έκρινε ότι δεν προέκυψε δόλος ως προς τη συνδρομή που φέρεται να παρείχε στους συγκατηγορούμενούς του και ζήτησε την απαλλαγή του λόγω αμφιβολιών.
Καταλήγοντας, ο εισαγγελέας επανέλαβε ότι η συμπεριφορά των δύο αστυνομικών υπήρξε «κατακριτέα» και «άκρως αντιυπηρεσιακή», πλην όμως, όπως είπε, «οι άνθρωποι καταδικάζονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι με ηθικές κρίσεις», ζητώντας από το δικαστήριο να τους απαλλάξει από την κατηγορία του βιασμού λόγω αμφιβολιών.
Οι απολογίες
Κατά τις απολογίες τους σε προηγούμενη δικάσιμο οι δυο κατηγορούμενοι αστυνομικοί είχαν κάνει λόγο για συναινετική σεξουαλική συνεύρεση με την 19χρονη μέσα στα αποδυτήρια του Αστυνομικού Τμήματος Ομόνοιας.
Συγκεκριμένα, οι εν λόγω δύο αστυνομικοί, μέλη της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. το επίδικο διάστημα, κατηγορούνται για βιασμό κατά συναυτουργία της νεαρής γυναίκας και ο ένας εξ’ αυτών αντιμετωπίζει και επιπλέον αδίκημα για παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Ο τρίτος κατηγορούμενος της υπόθεσης, επίσης αστυνομικός, προϊστάμενος των δυο παραπάνω, δικάζεται για συνέργεια και για συνδρομή.
Ωστόσο, κατά τις απολογίες τους οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν το αδίκημα του βιασμού και έκαναν λόγο για συναινετική σεξουαλική πράξη με την νεαρή γυναίκα, για «λάθος» και για «επιπολαιότητα» για την οποία μετάνιωσαν, όπως ισχυρίστηκαν, την ίδια ημέρα. Ο τρίτος κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι δυο υφιστάμενοί του θα προχωρούσαν σε τέτοιες πράξεις και δη μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα και πως αν το γνώριζε- όπως κατηγορείται- όχι μόνο δεν θα το επέτρεπε αλλά θα τους είχε συλλάβει κιόλας.
Από την πλευρά της η νεαρή γυναίκα έχει υποστηρίξει κατά την κατάθεσή της στο δικαστήριο ότι πριν από τον καταγγελλόμενο βιασμό το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου 2022 είχε απευθυνθεί στους κατηγορούμενους αστυνομικούς, που έκαναν περιπολία στο Θησείο, προκειμένου να τους ρωτήσει για ένα πρόβλημα που είχε προκύψει στο κατάστημα εστίασης που δούλευε. Εκείνοι, σύμφωνα με την κατάθεσή της δήλωσαν άγνοια και της πρότειναν να πάει στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του ΑΤ Ομονοίας. Όταν έφτασαν εκεί, σύμφωνα με την κατάθεσή της, δύο εξ αυτών την οδήγησαν στα αποδυτήρια και τη βίασαν, με τον έναν να την βιντεοσκοπεί.
Η δίκη συνεχίζεται και αυτή την ώρα αγορεύουν στο δικαστήριο οι συνήγοροι.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις