Η ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης από τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα συνοδεύθηκε από τη φιλοδοξία να εξελιχθεί σε ένα αξιόπιστο σχήμα παραγωγής νέων πολιτικών που έχει ανάγκη ο τόπος. Ο εμπνευστής και δημιουργός της ΕΛ.Α.Σ μίλησε όχι απλά για πολιτική αλλαγή, αλλά για αλλαγή πολιτικής, βαθιά επεξεργασμένης, πλήρως κοστολογημένης και ικανής να αποτελέσει την εναλλακτική απέναντι στην εγκατεστημένη και κυριαρχούσα εδώ και επτά χρόνια πρόταση της ΝΔ του κ. Μητσοτάκη.
Ο ίδιος παρουσίασε στο Θησείο κάποιες γενικές αρχές και βασικές επιδιώξεις, μίλησε για την τρέχουσα, αδιέξοδη κατ’ αυτόν, οικονομική πολιτική, για το σχήμα που ευνοεί τους λίγους και καταδικάζει τους πολλούς σε μια ζωή στερημένη. Το σχήμα αυτό πρέπει να αλλάξει, διακήρυξε ο κ. Τσίπρας, ένα νέο παραγωγικό μοντέλο επιβάλλεται να αναδειχθεί, ικανό να αναγεννήσει τις προσδοκίες και τις ελπίδες της λαϊκής πλειοψηφίας.
Στη βάση αυτής της αλλαγής πολιτικής μίλησε για την επιβολή πατριωτικής εισφοράς, φορολογικές αλλαγές ικανές να χρηματοδοτήσουν τη μείωση των φόρων. Αυτές τις βασικές αρχές και αξίες του νέου κόμματος ανέλαβαν να εξηγήσουν τα πολλά νέα στελέχη, τομεάρχες, σκιώδεις υπεύθυνοι και άλλοι πρόθυμοι «αυθεντικοί» ερμηνευτές των απόψεων και των θέσεων του νέου ηγέτη. Κάπως έτσι άρχισαν οι αστοχίες και τα παρατράγουδα. Ο καθένας έβγαινε και έλεγε από κάτι, ορισμένοι έφθασαν να ορίζουν κατά το δοκούν τη ζώνη του φορολογητέου πλούτου και έφθασαν να επιβάλλουν φόρους σε ό,τι πετάει και ό,τι κολυμπάει. Ήταν αυτή η πρώτη κρίση θέσεων και προσανατολισμού του νέου κόμματος. Ήταν τέτοια η ζημιά που ο Αλέξης Τσίπρας έσπευσε να δώσει συνέντευξη στον Alpha προκειμένου να αμβλύνει τις εντυπώσεις και κυρίως να μαζέψει την κατάσταση. Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει. Το κενό και το έλλειμμα εξειδίκευσης των θέσεων και των επιμέρους πολιτικών είναι υπαρκτό.
Η διεκδίκηση δε της πλειοψηφίας σε τούτη τη σύνθετη και απαιτητική εποχή δεν μπορεί να υποστηριχθεί με ευκολίες του παλιού καιρού. Ο Γιώργος Χουλιαράκης, εκ των στενών συνεργατών του κ. Τσίπρα στο νέο εγχείρημα, δεν κρύβει τις δυσκολίες διαμόρφωσης αξιόπιστης προοδευτικής οικονομικής πολιτικής στο παρόν περιβάλλον της ανοιχτής οικονομίας και του πλήθους των εξωτερικών περιορισμών. Κατ’ αυτόν, από το 1990 και εντεύθεν οι συνθήκες άσκησης εθνικής οικονομικής πολιτικής έχουν στενέψει σημαντικά.
Η χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση και η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων έχουν επιβάλει ένα νέο σύνολο περιορισμών, τους οποίους καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να παρακάμψει. Εθνικές πολιτικές που αγνοούν τους περιορισμούς των αγορών ή, ακόμη χειρότερα, που μπορούν να περιπέσουν σε δημοσιονομική αναξιοπιστία αργά ή γρήγορα θα βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντική επιδείνωση των όρων χρηματοδότησής τους. Επισημαίνει έτσι χαρακτηριστικά ότι η πειθαρχία των αγορών δεν μπορεί να αγνοηθεί, τα δημόσια οικονομικά επιβάλλεται να διατηρούνται δυναμικά βιώσιμα αν θέλουμε να αποφύγουμε επώδυνες οικονομικές προσαρμογές.
Προς επίρρωση των παραπάνω αναφέρει την περίπτωση της Βρετανίδας Λιζ Τρας, η κυβέρνηση της οποίας κατέρρευσε εν ριπή οφθαλμού επειδή οι αγορές προσέβαλαν τη δημοσιονομική επάρκεια των πολιτικών της. Και επίσης δεν διστάζει να υπενθυμίσει την ελληνική κατάρρευση του 2009 για τους ίδιους περίπου λόγους. Τούτων δοθέντων εξηγεί ότι η ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής βιωσιμότητας δημιουργεί για τις προοδευτικές δυνάμεις ένα τρίλημμα πολιτικής οικονομίας. Οι υπεύθυνοι χάραξης νέας οικονομικής πολιτικής καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε τρεις ανταγωνιστικούς στόχους: τη φιλόδοξη αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου, τη διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και το σημαντικό πολιτικό κόστος που συχνά συνεπάγεται η αύξηση της φορολογίας.
Παρά ταύτα πιστεύει ότι υπάρχει ρεαλιστικός τρόπος διαμόρφωσης επαρκούς και αξιόπιστης προοδευτικής οικονομικής πολιτικής, ικανής να υπηρετήσει τέσσερις θεμελιώδεις στόχους: τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών, την κοινωνική συμπερίληψη, την αναδιανομή και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Καθένας από αυτούς τους στόχους απαιτεί συγκεκριμένες επιμέρους πολιτικές και πόρους βεβαίως. Η αναγγελλόμενη π.χ. μείωση της φορολογίας των μισθωτών αποτελεί στοιχείο αναδιανομής, η οποία ωστόσο επιβάλλεται να χρηματοδοτηθεί είτε με περικοπές δαπανών είτε μέσω της «πατριωτικής εισφοράς», μιας ειδικής φορολογίας ορισμένου χρόνου για το 1% του ελληνικού λαού που κερδίζει αφειδώς τα τελευταία χρόνια και μένει ανέγγιχτο. Μόνο που πρέπει να προσδιοριστεί πλήρως η ζώνη επιβολής της και να διευκρινιστούν τα όριά της.
Οπως και να έχει, η συγκρότηση και η απόδοση αξιόπιστης εναλλακτικής πολιτικής, ικανής να συνεπάρει τους εκλογείς, ούτε απλή είναι ούτε αυτονόητη. Απαιτεί επεξεργασίες, έμπνευση και πολιτική απόφαση, που ωστόσο θα προσπερνά τον κύκλο του αναξιόπιστου αριστερού λαϊκισμού που εκπροσωπείται και στο νέο κόμμα Τσίπρα.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις