Ένα 11χρονο αγόρι από τον Καναδά έχασε τη ζωή του από λύσσα, μετά από περιστατικό κατά το οποίο ξύπνησε μέσα στη νύχτα και διαπίστωσε ότι μια νυχτερίδα βρισκόταν πάνω στο πρόσωπό του, καλύπτοντας τη μύτη και το στόμα του.
Το συμβάν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια οικογενειακής επίσκεψης σε εξοχική κατοικία στο βόρειο Οντάριο το 2024, σύμφωνα με μελέτη περίπτωσης που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Canadian Medical Association Journal.
Όπως αναφέρεται, το παιδί ξύπνησε έντρομο και απομάκρυνε τη νυχτερίδα χτυπώντας την με το χέρι του, ενώ ο πατέρας του στη συνέχεια κατάφερε να την παγιδεύσει και να την απελευθερώσει εκτός σπιτιού. Το αγόρι δεν παρουσίαζε εμφανή σημάδια δαγκώματος, ενώ η συμπεριφορά του ζώου δεν φάνηκε ασυνήθιστη, με αποτέλεσμα η οικογένεια να μην αναζητήσει άμεσα ιατρική βοήθεια.
Πότε εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα
Σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά το αρχικό περιστατικό, το παιδί άρχισε να εμφανίζει σταδιακά συμπτώματα, με πρώτο το μυρμήγκιασμα και το μούδιασμα στη δεξιά πλευρά του προσώπου. Στη συνέχεια, παρουσίασε πρήξιμο στην περιοχή του προσώπου και μειωμένη όρεξη.
Τέσσερις ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, επισκέφθηκε τοπική μονάδα επειγόντων περιστατικών, όπου οι γιατροί εκτίμησαν ότι πιθανότατα επρόκειτο για παράλυση Bell, ενδεχομένως σχετιζόμενη με λοίμωξη από ιό έρπητα, και του χορηγήθηκε αντιική θεραπεία.
Τρεις ημέρες αργότερα, μεταφέρθηκε εκ νέου στα επείγοντα νοσοκομείου στο Οντάριο, παρουσιάζοντας έντονο πόνο κατά την κατάποση και επεισόδια εμέτου. Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκαν έλκη στα ούλα, καθώς και ήπια δυσλειτουργία κρανιακού νεύρου στη δεξιά πλευρά του προσώπου, το οποίο σχετίζεται με την αισθητικότητα και τη λειτουργία της μάσησης.
Οι γονείς ενημέρωσαν τότε τους γιατρούς για το περιστατικό με τη νυχτερίδα και, την επόμενη ημέρα, ο γιατρός των επειγόντων ειδοποίησε τις αρμόδιες υπηρεσίες δημόσιας υγείας. Παρ’ όλα αυτά, το παιδί πήρε εξιτήριο με πιθανή διάγνωση ερπητικής ουλοστοματίτιδας, δηλαδή λοίμωξης από τον ιό του έρπητα που προκαλεί επώδυνες πληγές στο στόμα και τα χείλη.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία
Το επόμενο πρωί, το 11χρονο αγόρι επέστρεψε στο νοσοκομείο παρουσιάζοντας αδυναμία στη δεξιά πλευρά του προσώπου, μειωμένη αισθητικότητα και δυσκολία στην ομιλία.
Ενώ περίμενε να εισαχθεί, εμφάνισε πυρετό, δυσκολία στην κατάποση, σύγχυση και οπτικές ψευδαισθήσεις. Μέχρι το βράδυ της ίδιας μέρας η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί δραματικά. Οι γιατροί τον διασωλήνωσαν και τον μετέφεραν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων.
«Όταν εξετάσαμε τον ασθενή στη ΜΕΘ Παίδων, υποψιαστήκαμε έντονα ότι επρόκειτο για λύσσα», αναφέρουν οι γιατροί στη δημοσίευσή τους.
Η διάγνωση επιβεβαιώθηκε την τέταρτη ημέρα της νοσηλείας του μέσω μοριακού ελέγχου (PCR), ενώ η Καναδική Υπηρεσία Επιθεώρησης Τροφίμων ταυτοποίησε και το στέλεχος του ιού της λύσσας που μεταδίδεται από νυχτερίδες.
Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, το παιδί κατέληξε τη 17η ημέρα της νοσηλείας του.
Κάθε επαφή ανθρώπου με νυχτερίδα θεωρείται υψηλού κινδύνου
Η λύσσα είναι μια ιογενής νόσος που προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα ανθρώπων και άλλων θηλαστικών και θεωρείται – σχεδόν πάντοτε – θανατηφόρα όταν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.
Η μετάδοση γίνεται μέσω δαγκώματος ή γρατζουνιάς από μολυσμένο ζώο ή όταν το σάλιο ή άλλα σωματικά υγρά του έρθουν σε επαφή με τα μάτια, τη μύτη, το στόμα ή ανοιχτές πληγές.
Στον Καναδά καταγράφονται κάθε χρόνο αρκετές χιλιάδες περιστατικά λύσσας σε ζώα, ωστόσο στους ανθρώπους η νόσος είναι εξαιρετικά σπάνια. Από το 1924 έχουν αναφερθεί μόλις 28 ανθρώπινα κρούσματα σε ολόκληρη τη χώρα.
Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν το πρώτο κρούσμα λύσσας που αποκτήθηκε εντός της επαρχίας του Οντάριο από το 1967.
Η λύσσα παραμένει μία από τις πιο θανατηφόρες λοιμώξεις στον κόσμο
Στις Ηνωμένες Πολιτείες λιγότεροι από δέκα άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από λύσσα, σύμφωνα με τα στοιχεία των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC). Ωστόσο, ο οργανισμός προειδοποιεί ότι η νόσος εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς ο ιός κυκλοφορεί στην άγρια πανίδα σχεδόν σε ολόκληρη τη χώρα, με μοναδική εξαίρεση τη Χαβάη.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η λύσσα εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας σε περισσότερες από 150 χώρες, κυρίως στην Αφρική και την Ασία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), προκαλεί δεκάδες χιλιάδες θανάτους κάθε χρόνο, ενώ το 40% των θυμάτων είναι παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών.
Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι το 99% των περιστατικών λύσσας στους ανθρώπους οφείλεται σε δαγκώματα μολυσμένων σκύλων. Ωστόσο, στην αμερικανική ήπειρο, όπου η νόσος στους σκύλους έχει σε μεγάλο βαθμό τεθεί υπό έλεγχο, οι νυχτερίδες αποτελούν πλέον τη σημαντικότερη πηγή μετάδοσης του ιού.
Στον Καναδά, εκτός από τις νυχτερίδες, συχνοί φορείς του ιού είναι επίσης οι βρωμοκούναβοι (skunks) και οι αλεπούδες.
Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και μήνες μετά
Σύμφωνα με την Canadian Veterinary Medical Association (εθνική ένωση κτηνιάτρων του Καναδά), τα συμπτώματα της λύσσας στους ανθρώπους εμφανίζονται συνήθως από 20 έως 60 ημέρες μετά την έκθεση στον ιό, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθούν πολύ νωρίτερα ή αρκετούς μήνες αργότερα.
Στα αρχικά στάδια, η νόσος μοιάζει με μια κοινή ίωση και εκδηλώνεται με πυρετό, πονοκέφαλο, αδυναμία ή πόνο στο σημείο όπου εισήλθε ο ιός στον οργανισμό.
Καθώς εξελίσσεται, προκαλεί δυσκολία στην κατάποση, υπερβολική παραγωγή σάλιου, μυϊκούς σπασμούς, επιληπτικές κρίσεις, σύγχυση, έντονο άγχος, υδροφοβία (φόβο για το νερό) και σοβαρές διαταραχές της συμπεριφοράς.
Τι πρέπει να κάνετε μετά από επαφή με άγριο ζώο
Οι ειδικοί συμβουλεύουν να μην πλησιάζει κανείς άγνωστα ή άγρια ζώα και να μην επιτρέπει στα κατοικίδια να κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα. Παράλληλα, συνιστούν να αναφέρονται στις αρμόδιες υπηρεσίες τυχόν άγρια ζώα που παρουσιάζουν ασυνήθιστη συμπεριφορά και να λαμβάνονται μέτρα ώστε νυχτερίδες και άλλα άγρια ζώα να μην μπορούν να εισέλθουν σε κατοικίες.
Τα CDC συστήνουν επίσης οι ιδιοκτήτες να διατηρούν τα κατοικίδιά τους πλήρως εμβολιασμένα κατά της λύσσας και όσοι πρόκειται να ταξιδέψουν σε περιοχές υψηλού κινδύνου να συμβουλεύονται τον γιατρό τους σχετικά με τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα.
Εάν κάποιος δεχθεί δάγκωμα ή γρατζουνιά από ζώο, οι καναδικές κτηνιατρικές αρχές συνιστούν να πλύνει αμέσως και σχολαστικά την πληγή με άφθονο νερό και σαπούνι για τουλάχιστον 15 λεπτά, να εφαρμόσει αντισηπτικό με βάση το αλκοόλ και να αναζητήσει χωρίς καθυστέρηση ιατρική βοήθεια.
Οι γιατροί υπογραμμίζουν ότι η λεγόμενη μετα-εκθεσιακή προφύλαξη (Post-Exposure Prophylaxis – PEP), η οποία περιλαμβάνει αντιλυσσικά εμβόλια και χορήγηση ειδικής ανοσοσφαιρίνης, μπορεί να αποτρέψει πλήρως την εκδήλωση της νόσου, εφόσον χορηγηθεί εγκαίρως, πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.
Αντίθετα, όταν η λύσσα εκδηλωθεί κλινικά, δεν υπάρχει σήμερα καθιερωμένη και αποτελεσματική θεραπεία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο θάνατος επέρχεται μέσα σε επτά έως δεκατέσσερις ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.
Οι γιατροί του Πανεπιστημίου της Μανιτόμπα τονίζουν ότι οι νυχτερίδες μπορεί να μην εμφανίζουν τα κλασικά σημάδια της λύσσας. Για τον λόγο αυτό, κάθε άμεση επαφή ανθρώπου με νυχτερίδα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περιστατικό υψηλού κινδύνου και να αξιολογείται άμεσα από γιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχει εμφανές δάγκωμα ή τραυματισμός.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις