Τις λεπτομέρειες που οδήγησαν στην εξιχνίαση της δολοφονίας της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη στα Χανιά από τον 43χρονο κατηγορούμενο παρουσίασαν στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας, κάνοντας λόγο για μια από τις πιο απαιτητικές και πολύπλοκες υποθέσεις των τελευταίων μηνών.
Όπως αναφέρθηκε, οι έρευνες ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες μετά την εξαφάνιση της γυναίκας, γεγονός που δυσκόλεψε σημαντικά το έργο των αρχών. Παρ’ όλα αυτά, οι αστυνομικοί προχώρησαν σε εκτεταμένες έρευνες στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό της περιβάλλον, ενώ αξιοποίησαν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, καταθέσεις μαρτύρων και κάθε διαθέσιμο στοιχείο για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Καθοριστική για την εξιχνίαση της υπόθεσης αποδείχθηκε η ανάλυση υλικού από κάμερες ασφαλείας. Η τελευταία καταγεγραμμένη εικόνα της 45χρονης προερχόταν από κάμερα που βρισκόταν σε απόσταση μόλις 83 μέτρων από το σπίτι όπου, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, δολοφονήθηκε. Οι αρχές διαπίστωσαν ότι η γυναίκα εισήλθε στην οικία, χωρίς να καταγραφεί στη συνέχεια η έξοδός της.
Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν κινήσεις του οχήματος του φερόμενου δράστη, το οποίο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της σορού σε αγροτική περιοχή. Στο αυτοκίνητο βρέθηκαν ίχνη αίματος, ενώ από τα ευρήματα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να καθαρίσει τόσο το όχημα όσο και τους χώρους όπου εκτυλίχθηκε το έγκλημα, χωρίς όμως να καταφέρει να εξαφανίσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.
Η αστυνομία εκτιμά ότι ο συνδυασμός τεχνικών μέσων, βιντεοληπτικού υλικού και εγκληματολογικών ευρημάτων ήταν καθοριστικός για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και τη σύνδεση του κατηγορούμενου με το έγκλημα.
Πώς άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι της υπόθεσης
Η αποκάλυψη του εγκλήματος ήταν μία απαιτητική διαδικασία κρύβοντας σύνθετες δυσκολίες, σύμφωνα με τα όσα περιέγραψε ο Διευθυντής Αστυνομίας Χανίων Ταξίαρχος Κανέλλος Νικολάου, κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση.
Η εξαφάνιση της 45χρονης δηλώθηκε στις 8 Ιουνίου, ενώ από την έρευνα προέκυψε ότι τα ίχνη της είχαν χαθεί ήδη από τις 30 Μαΐου.
«Ουσιαστικά, οι αστυνομικές έρευνες ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες μετά τον πραγματικό χρόνο εξαφάνισης, γεγονός που δημιούργησε αντικειμενικές δυσκολίες ως προς την ανεύρεση και διατήρηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων» εξήγησε ο κ. Νικολάου, προσθέτοντας:
«Παρά ταύτα, από την πρώτη στιγμή αναπτύχθηκε ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο, με μοναδικό στόχο τη διακρίβωση της τύχης της αγνοούμενης και την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης».
Οι αστυνομικές αρχές πραγματοποίησαν εκτεταμένες αναζητήσεις και συλλογή πληροφοριών από το οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον της παθούσας. Παράλληλα, απευθύνθηκαν αιτήματα σε αεροπορικές και ακτοπλοϊκές εταιρείες, συν ότι αξιοποιήθηκαν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ώστε να προσδιοριστούν οι τελευταίες επιβεβαιωμένες κινήσεις της.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην αξιολόγηση και διασταύρωση των μαρτυρικών καταθέσεων.
Οι αστυνομικοί προχώρησαν στη λεπτομερή ανασύνθεση του χρονολογίου των γεγονότων, εξετάζοντας κάθε πληροφορία και κάθε αναφερόμενη επαφή της παθούσας κατά τις τελευταίες ώρες πριν από την εξαφάνισή της.

Έπεσε σε αντιφάσεις ο 43χρονος Σκοπιανός
Όπως προέκυψε από τη συστηματική αστυνομική έρευνα, εντοπίστηκαν σημαντικές αντιφάσεις και ασυνέπειες στους ισχυρισμούς προσώπου που είχε έρθει σε επαφή με το θύμα την ημέρα της εξαφάνισής της και σταδιακά βρέθηκε στο επίκεντρο των ερευνών ως άτομο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές.
Πρόκειται για τον 43χρονο Σκοπιανό, ενοικιαστή της 43χρονης Σταυρούλας.
Παράλληλα, οι αστυνομικοί προχώρησαν στη συλλογή και ανάλυση εκτεταμένου βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή.
«Η επεξεργασία των καταγραφών επέτρεψε την ακριβή ανασύνθεση κρίσιμων κινήσεων της παθούσας και του υπόπτου, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στην οικία του την ημέρα της εξαφάνισής της και αποκαλύπτοντας σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών δεδομένων και των ισχυρισμών που είχαν προβληθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας» ανέφερε ο κ. Νικολάου.
Το καθοριστικό σημείο καμπής της έρευνας, σύμφωνα με τον Διευθυντή της Αστυνομίας Χανίων , υπήρξε η εγκληματολογική διερεύνηση της οικίας στο Βαρύπετρο, όπου είχε μεταβεί η Σταυρούλα λίγο πριν χαθούν τα ίχνη της.
Με τη συνδρομή εξειδικευμένου συνεργείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών πραγματοποιήθηκε ενδελεχής και εξονυχιστική εξερεύνηση τόσο της οικίας όσο και του οχήματος που χρησιμοποιούσε ο φερόμενος δράστης.
Ειδικότερα, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Διερεύνησης Εγκλημάτων και Εξέτασης Αποτυπωμάτων, αξιοποιώντας αρχικά ειδικές πηγές φωτισμού και στη συνέχεια εφαρμόζοντας εξειδικευμένες εγκληματολογικές μεθόδους ανίχνευσης βιολογικών ιχνών (bluestar), εντόπισαν κηλίδες αίματος σε διάφορα σημεία των εξεταζόμενων χώρων.
Ο κ. Νικολάου υπογράμμισε συγκεκριμένα: «Τα ευρήματα συλλέχθηκαν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα εγκληματολογικά πρωτόκολλα, διασφαλίστηκαν ως πειστήρια και υποβλήθηκαν σε εργαστηριακές εξετάσεις. Παράλληλα, συλλέχθηκαν δείγματα γενετικού υλικού από στενούς συγγενείς της αγνοούμενης, καθώς και από τον βασικό ύποπτο της υπόθεσης, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες συγκριτικές αναλύσεις.
Οι επιστημονικές εξετάσεις της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών απέδωσαν εξαιρετικά σημαντικά αποτελέσματα. Το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τις κηλίδες ταυτοποιήθηκε ως προερχόμενο από γυναίκα και, μέσω της συγκριτικής ανάλυσης με δείγματα των γονέων της αγνοούμενης, προέκυψε με εξαιρετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι ανήκε στη Σταυρούλα Λεβεντάκη».
Η συνδυαστική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των τηλεπικοινωνιακών στοιχείων, των αποτελεσμάτων της εγκληματολογικής έρευνας, των εργαστηριακών αναλύσεων DNA και του βιντεοληπτικού υλικού επέτρεψε στους αστυνομικούς να σχηματίσουν ένα πλήρες, συνεκτικό και απολύτως τεκμηριωμένο αποδεικτικό πλαίσιο.
Υπό το βάρος των αδιάσειστων στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί, ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του και υπέδειξε στους αστυνομικούς το ακριβές σημείο όπου είχε μεταφέρει και αποκρύψει τη σορό της παθούσας, σε ιδιόκτητο αγροτεμάχιο σε περιοχή Βαθύλακκο των Χανίων.
Άμεσα οργανώθηκε επιχείρηση έρευνας στο συγκεκριμένο σημείο, παρουσία ιατροδικαστή και εξειδικευμένων συνεργείων. Κατά τις εργασίες εκταφής εντοπίστηκε η σορός του θύματος θαμμένη στο έδαφος, τυλιγμένη σε διαδοχικές σακούλες και δεμένη με πλαστικούς σφιγκτήρες, επιβεβαιώνοντας πλήρως τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια της προανάκρισης.
Σήμερα, Δευτέρα 22 Ιουνίου, έχει προγραμματιστεί η διενέργεια νεκροψίας – νεκροτομής, προκειμένου να προσδιοριστούν τα ακριβή αίτια θανάτου.
Παρόντες στη συνέντευξη ο Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής Κρήτης Υποστράτηγος Γεώργιος Δούκης, ο Αστυνομικός Διευθυντής Χανίων, Ταξίαρχος Κανέλλος Νικολάου και ο Υποδιευθυντής Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων, Γιάννης Σγουρός.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις