Νέα αύξηση κατέγραψαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, με το συνολικό χρέος να φτάνει πλέον στα 51,78 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα παραμένει μία από τις μεγαλύτερες «πληγές» του ασφαλιστικού συστήματος.

Μέσα σε μόλις τρεις μήνες, οι οφειλές αυξήθηκαν κατά περίπου 470 εκατ. ευρώ, από τα 51,31 δισ. ευρώ που είχαν καταγραφεί στο τέλος του 2025. Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά περίοδο συσσώρευσης χρεών, καθώς σε ετήσια βάση η αύξηση ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τέλος Μαρτίου του 2025 οι συνολικές οφειλές προς το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) ανέρχονταν σε 49,73 δισ. ευρώ, ενώ έναν χρόνο αργότερα προσέγγισαν τα 52 δισ. ευρώ.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη δυσκολία χιλιάδων επαγγελματιών, αυτοαπασχολουμένων και επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, αλλά και τα περιορισμένα περιθώρια που διαθέτει το σύστημα για την ανάκτηση σημαντικού μέρους των οφειλών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλο τμήμα της αύξησης δεν προέρχεται από νέες βασικές οφειλές, αλλά από προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και επιβαρύνσεις που συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει χιλιάδες οφειλέτες, οι οποίοι βλέπουν τα χρέη τους να διογκώνονται ακόμη και όταν δεν δημιουργούν νέες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

Παράλληλα, η εισπρακτική απόδοση του ΚΕΑΟ εμφανίζεται χαμηλότερη σε σχέση με προηγούμενες περιόδους. Κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους εισπράχθηκαν 392 εκατ. ευρώ, ποσό αισθητά μειωμένο τόσο σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, όταν τα έσοδα είχαν φτάσει τα 494 εκατ. ευρώ, όσο και σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, όταν είχαν εισπραχθεί 453 εκατ. ευρώ.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι περίπου 10,71 δισ. ευρώ από το συνολικό χρέος θεωρούνται ουσιαστικά ανεπίδεκτα είσπραξης. Πρόκειται για οφειλές που συνδέονται με πτωχευμένες επιχειρήσεις, εταιρείες υπό εκκαθάριση, οφειλέτες που έχουν αποβιώσει ή περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται πλέον πραγματική δυνατότητα ανάκτησης των ποσών.

Έτσι, το χρέος που θεωρητικά μπορεί να ανακτηθεί περιορίζεται στα 41,7 δισ. ευρώ. Ωστόσο, ακόμη και για αυτό το ποσό οι εκτιμήσεις παραμένουν συγκρατημένες, καθώς μεγάλο μέρος αφορά οφειλέτες με χαμηλή οικονομική δυνατότητα ή επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας.

Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία δείχνουν ότι η συμμετοχή των οφειλετών στις υφιστάμενες ρυθμίσεις παραμένει περιορισμένη. Μόλις 5,06 δισ. ευρώ έχουν ενταχθεί σε κάποιο καθεστώς ρύθμισης, με την πάγια ρύθμιση των έως 24 δόσεων να αποτελεί σήμερα τη μοναδική ενεργή επιλογή για όσους επιδιώκουν να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ενεργοποιήσει νέα έκτακτη ρύθμιση έως 72 δόσεων για χρέη προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η πλατφόρμα αναμένεται να ανοίξει προς τα τέλη Ιουνίου και να παραμείνει διαθέσιμη έως το τέλος του έτους.

Η ρύθμιση θα αφορά ληξιπρόθεσμες και αρρύθμιστες οφειλές που δημιουργήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Για να παραμείνει κάποιος ενταγμένος στο σχήμα, θα πρέπει να εξυπηρετεί κανονικά τόσο τις δόσεις της ρύθμισης όσο και τις τρέχουσες ασφαλιστικές και φορολογικές του υποχρεώσεις.

Ωστόσο, πριν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή, το νέο πλαίσιο προκαλεί αντιδράσεις στην αγορά. Επαγγελματικοί φορείς και εκπρόσωποι επιχειρήσεων ζητούν η ρύθμιση να καλύψει το σύνολο των οφειλών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δημιουργήθηκαν μετά το 2023. Όπως υποστηρίζουν, χιλιάδες επιχειρήσεις και επαγγελματίες που επιβαρύνθηκαν και κατά την τελευταία διετία κινδυνεύουν να μείνουν εκτός της νέας ευκαιρίας ρύθμισης.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η νέα παρέμβαση μπορεί να ανακόψει την ανοδική πορεία των χρεών προς τον ΕΦΚΑ ή αν το ασφαλιστικό σύστημα θα συνεχίσει να βλέπει το βουνό των οφειλών να μεγαλώνει, παρά τις συνεχείς προσπάθειες είσπραξης και διευκόλυνσης των οφειλετών.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις