Το απόγευμα της Τρίτης η περιοχή της Χριστούπολης Σπάτων είχε πλημμυρίσει από φωνές μικρών παιδιών. Τα τραγούδια από την τελετή αποφοίτησης μαθητών μεγάλου ιδιωτικού σχολείου ακούγονταν απ’ άκρη σ’ άκρη. Σύντομα ένα φορτηγό από τα παρακείμενα εργοτάξια καταφέρνει να τις σκεπάσει.
«Ο χώρος είναι ανοιχτός και ο ήχος ταξιδεύει» λέει στο «Βήμα» ο Κωνσταντίνος Σκρίνης, τοπογράφος και κάτοικος Χριστούπολης – ενός οικισμού που περιβάλλεται από τρία data centers (κέντρα δεδομένων). Μελλοντικά, μπορεί να γίνουν τέσσερα. Το πρώτο, αυτό που ήδη έχει αποκτήσει σκελετό, σε μια έκταση 30 στρεμμάτων και ισχύος 12,5 MW, σχεδόν αγγίζει τις αυλές των σπιτιών τους. Μεταξύ του κτηρίου και της κατοικημένης περιοχής παρεμβάλλεται μία στενή λωρίδα δρόμου. Η εικόνα του είναι η πρώτη που έχουν οι κάτοικοι του οικισμού βγαίνοντας από τα σπίτια τους. Τα άλλα δύο data centers βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του οικισμού. Στο πρώτο, το οποίο εκτείνεται σε 60 στρέμματα και όταν θα τεθεί σε λειτουργία θα έχει ισχύ 80 MW, συνεχίζονται οι αρχαιολογικοί έλεγχοι, ενώ στο δεύτερο, ισχύος 25 MW, προχωρούν οι εργασίες και εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει μέσα στο 2027.
Εντονες αντιδράσεις των κατοίκων
Οι αντιδράσεις των κατοίκων της Χριστούπολης Σπάτων είναι έντονες, καθώς θεωρούν ότι ο θόρυβος από τα τρία κέντρα, τα οποία θα είναι 24ωρης λειτουργίας, θα δημιουργεί σοβαρά προβλήματα, ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες. «Το μεγάλο μας άγχος είναι κατ’ αρχάς ο θόρυβος. Την ημέρα, με τη διέλευση των οχημάτων, κάπως “χάνεται”. Το βράδυ όμως ακούγεται έντονα μέσα στην ησυχία. Γι’ αυτό μας απασχολεί άμεσα, λόγω γειτνίασης με τα data centers. Τα άλλα ζητήματα που αφορούν την ενέργεια και το νερό θεωρώ ότι πρέπει να απασχολήσουν όλες τις γύρω περιοχές, μην πω και το Λεκανοπέδιο», τονίζει ο κ. Σκρίνης.
Οι κάτοικοι, οι οποίοι βρίσκονται σε συνεχείς διαβουλεύσεις με τους αρμόδιους φορείς τον τελευταίο χρόνο, έχουν ήδη προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας την κατάργηση απόφασης που επιτρέπει σε κέντρα δεδομένων, ισχύος κάτω των 20 MW, να μην εκπονούν μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. «Οι επιπτώσεις των τριών data centers θα δοκιμαστούν για πρώτη φορά σε βάρος μας και θα είναι μετά βεβαιότητας εξαιρετικά δυσμενείς», γράφουν στην προσφυγή τους στο ΣτΕ. Οι κάτοικοι της Χριστούπολης επισκέφθηκαν προσφάτως το data center στο Κορωπί. «Είδαμε, ακούσαμε και ο θόρυβος ήταν τρομερά ενοχλητικός. Και είναι μόλις 6,5 MW. Αυτό που κατασκευάζεται μπροστά στα σπίτια μας θα είναι το διπλάσιο και το άλλο που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά θα είναι πολλαπλάσιο», αναφέρει ο κ. Σκρίνης. Αντιδράσεις υπήρχαν εξαρχής και από τη διεύθυνση μεγάλου ιδιωτικού σχολείου που εδρεύει στην περιοχή, αλλά και τον Δήμο Σπάτων-Αρτέμιδος.
Νερό από την ΕΥΔΑΠ εν μέσω λειψυδρίας
«Κάνουμε μία μελέτη φέρουσας ικανότητας για να δούμε τι και πόσο αντέχει η περιοχή» λέει στο «Βήμα» ο δήμαρχος της περιοχής Δημήτρης Μάρκου, διευκρινίζοντας ότι ο Δήμος δεν έχει πρόβλημα με τις επενδύσεις αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επιβαρύνουν τη ζωή των κατοίκων. «Θέλουμε μία αρμονική συνύπαρξη» σημειώνει. Από την ενημέρωση που έχει ο ίδιος αναφορικά με τις πηγές υδροδότησης, «οι εταιρείες δε χρησιμοποιούν αποθέματα του υδροφόρου ορίζοντα, αλλά παίρνουν νερό από την ΕΥΔΑΠ, το οποίο και βελτιώνουν». Ωστόσο, πρόκειται για ένα ακανθώδες ζήτημα, λόγω του κινδύνου λειψυδρίας που αντιμετωπίζει η Αττική, το οποίο προκαλεί την αντίδραση των ειδικών επιστημόνων.
«Δεν μπορείς να κάνεις data center χωρίς να έχεις βρει την πηγή υδροδότησης και δεν μπορεί αυτή η πηγή να είναι εις βάρος της υδροδότησης των κατοίκων» σχολιάζει ο ομότιμος καθηγητής Υδρολογίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) Δημήτρης Κουτσογιάννης.
Σύμφωνα με την επίκουρη καθηγήτρια Υδρολογίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής (ΠΑΔΑ), Ελισάβετ Φελώνη, η επικείμενη ανάπτυξη των data centers στην Ελλάδα φέρνει στο προσκήνιο μια κρίσιμη και συχνά αθέατη περιβαλλοντική πρόκληση: οι υποδομές αυτές δεν είναι απλώς ενεργοβόρες, αλλά και υδροβόρες. «Στη διεθνή βιβλιογραφία», σημειώνει, «βρίσκουμε στοιχεία που δείχνουν ότι για μια τυπική μεγάλη εγκατάσταση οι ανάγκες ψύξης των servers απαιτούν έως και 19 εκατομμύρια λίτρα νερού ημερησίως – ποσότητα που αντιστοιχεί στην ημερήσια κατανάλωση μιας ολόκληρης πόλης 120.000 κατοίκων – ασκώντας ασφυκτική πίεση στα τοπικά υδροδοτικά συστήματα».
Όπως επισημαίνει, στη χώρα μας μέχρι σήμερα δε βλέπουμε επαρκείς πρωτοβουλίες για την ανάλυση και τη διαχείριση του σχετικού υδρολογικού ρίσκου, σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως στη γειτονική Ιταλία. Ως «εξαιρετικό παράδειγμα καλής και προοδευτικής διακυβέρνησης» φέρνει την Περιφέρεια της Λομβαρδίας, η οποία δημιούργησε το πρώτο ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο για τα κέντρα δεδομένων. Αυτός ο νόμος, εξηγεί η κυρία Φελώνη, κατευθύνει στρατηγικά τις επενδύσεις σε ανακατασκευασμένες πρώην βιομηχανικές ζώνες, δίνει προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση, την εξοικονόμηση νερού και την υποχρεωτική επαναχρησιμοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας, για παράδειγμα μέσω δικτύων τηλεθέρμανσης.
«Η Ελλάδα», καταλήγει, «πρέπει να κινηθεί άμεσα προς αυτή την κατεύθυνση. Δε χρειαζόμαστε οριζόντιες αρνήσεις, αλλά ένα σύγχρονο και τεχνοκρατικά ορθό πλαίσιο ώστε να θεσπίσουμε κανόνες που προστατεύουν το περιβάλλον και τους φυσικούς μας πόρους, μετατρέποντας τις ψηφιακές επενδύσεις σε έναν πραγματικό μοχλό για δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη για την κοινωνία και όχι σε μια ασύμμετρη απειλή για τα οικοσυστήματα και τις τοπικές κοινότητες».
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις