Η απόκτηση κατοικίας έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά. Η εκτόξευση των ενοικίων, η αύξηση των τιμών πώλησης ακινήτων και οι αυστηροί όροι τραπεζικής χρηματοδότησης έχουν καταστήσει το όνειρο της ιδιόκτητης στέγης ιδιαίτερα δύσκολο για χιλιάδες νέους εργαζόμενους και οικογένειες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» επιχείρησε να δώσει τη δυνατότητα σε χιλιάδες δικαιούχους να αποκτήσουν πρώτη κατοικία με σημαντικά ευνοϊκότερους όρους δανεισμού σε σχέση με αυτούς που προσφέρει η αγορά.
Τα στοιχεία που δημοσιοποίησαν τα υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας δείχνουν ότι το πρόγραμμα κινήθηκε με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς απορρόφησης. Μέχρι τις 10 Ιουνίου 2026 είχαν εγκριθεί 15.193 στεγαστικά δάνεια συνολικής αξίας 1,83 δισ. ευρώ, ενώ 12.266 δικαιούχοι είχαν ήδη προχωρήσει στην υπογραφή συμβάσεων δανείου συνολικού ύψους 1,34 δισ. ευρώ. Από αυτά έχουν ήδη εκταμιευθεί περίπου 1,22 δισ. ευρώ προς περισσότερους από 11.000 ωφελούμενους.
Τα μεγέθη αυτά καταδεικνύουν ότι το πρόγραμμα πλησίασε τον αρχικό στόχο που είχε τεθεί για τη στήριξη έως 20.000 πολιτών στην απόκτηση πρώτης κατοικίας, ενώ η διαδικασία συμβασιοποίησης συνεχίζεται για όσους διαθέτουν εγκεκριμένο δάνειο και έχουν εντοπίσει το κατάλληλο ακίνητο.
Οι περιοχές με τη μεγαλύτερη συμμετοχή
Η μεγαλύτερη συμμετοχή καταγράφεται στην Αττική, όπου εγκρίθηκαν περισσότερα από 6.000 δάνεια συνολικού ύψους σχεδόν 800 εκατ. ευρώ. Ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με πάνω από 3.500 εγκρίσεις, ενώ σημαντική παρουσία εμφανίζουν η Θεσσαλία, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, η Δυτική Ελλάδα και η Ήπειρος.
Η γεωγραφική κατανομή των δανείων αποτυπώνει το μεγάλο ενδιαφέρον που υπήρξε σε ολόκληρη τη χώρα. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα πρόγραμμα που περιορίστηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά για μια παρέμβαση που αξιοποιήθηκε από νοικοκυριά σε όλες τις περιφέρειες.
Παράλληλα, ειδική μέριμνα δόθηκε σε κοινωνικές ομάδες με αυξημένες ανάγκες. Στους δικαιούχους περιλαμβάνονται 1.670 πολύτεκνες οικογένειες, 108 άτομα με αναπηρία, καθώς και οικογένειες που κατοικούν σε ακριτικές περιοχές του Έβρου και έλαβαν πρόσθετη επιδότηση επιτοκίου.
Ποιοι απέκτησαν σπίτι
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για το οικονομικό προφίλ των δικαιούχων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, το 57% όσων εντάχθηκαν στο πρόγραμμα διαθέτουν ετήσιο εισόδημα από 12.000 έως 24.000 ευρώ, ενώ ένα επιπλέον 29% έχει εισόδημα μεταξύ 24.000 και 36.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το 86% των ωφελούμενων διαθέτει εισόδημα έως 36.000 ευρώ ετησίως. Ο μέσος όρος εισοδήματος των δικαιούχων διαμορφώνεται στις 21.000 ευρώ.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόγραμμα απευθύνθηκε κυρίως σε νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, τα οποία δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση από το τραπεζικό σύστημα χωρίς κάποια μορφή κρατικής στήριξης.
Η μέση ηλικία των ωφελούμενων είναι τα 38 έτη, ενώ σχεδόν έξι στους δέκα είναι έγγαμοι. Πρόκειται κυρίως για νέους εργαζόμενους και οικογένειες που βρίσκονται σε φάση δημιουργίας νοικοκυριού και αντιμετωπίζουν το υψηλό κόστος στέγασης.
Τι σπίτια αγοράστηκαν
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τα στοιχεία του προγράμματος αφορά τα χαρακτηριστικά των κατοικιών που αγοράστηκαν. Η μέση εμπορική αξία των ακινήτων ανέρχεται στις 152.000 ευρώ, η μέση επιφάνεια στα 88 τετραγωνικά μέτρα και το μέσο έτος κατασκευής είναι το 1982.
Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι η πλειονότητα των δικαιούχων δεν στράφηκε σε νεόδμητα ή ακριβά ακίνητα, αλλά κυρίως σε παλαιότερες κατοικίες που καλύπτουν τις στεγαστικές ανάγκες μιας οικογένειας. Παράλληλα, το πρόγραμμα συνέβαλε στην επαναφορά σημαντικού αριθμού παλαιών ακινήτων στην αγορά, τα οποία για χρόνια παρέμεναν αναξιοποίητα.
Οι παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη είχε διπλό όφελος: από τη μία πλευρά βοήθησε χιλιάδες νέους να αποκτήσουν σπίτι και από την άλλη ενεργοποίησε ένα τμήμα του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος.
Η αγορά περιμένει το επόμενο βήμα
Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στην επόμενη ημέρα της στεγαστικής πολιτικής. Παρά τη σημαντική συμβολή του «Σπίτι μου ΙΙ», το πρόβλημα της στέγασης εξακολουθεί να απασχολεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου οι τιμές των ακινήτων και τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση προχωρά σε νέες παρεμβάσεις που στοχεύουν κυρίως στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Από τις 15 Ιουνίου ενεργοποιείται το πρόγραμμα «Ανακαίνιση Κατοικίας», μέσω του οποίου θα επιδοτούνται εργασίες ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης κλειστών ακινήτων, ώστε να επιστρέψουν στην αγορά και να αυξηθεί ο αριθμός των διαθέσιμων κατοικιών.
Παράλληλα, συνεχίζονται οι παρεμβάσεις που αφορούν την αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, την κοινωνική αντιπαροχή και τον περιορισμό φαινομένων που μειώνουν το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα σε περιοχές με έντονη στεγαστική πίεση.
Σε κάθε περίπτωση, το «Σπίτι μου ΙΙ» αφήνει πίσω του ένα σημαντικό αποτύπωμα. Περισσότερα από 12.000 νοικοκυριά απέκτησαν ήδη τη δική τους κατοικία, ενώ συνολικά τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» έχουν οδηγήσει σε πάνω από 24.000 εγκεκριμένα δάνεια και περισσότερες από 20.000 συμβάσεις αγοράς κατοικίας. Σε μια περίοδο όπου η πρόσβαση στη στέγη αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά ζητήματα, τα στοιχεία αυτά δείχνουν το μέγεθος της παρέμβασης που πραγματοποιήθηκε στην αγορά κατοικίας.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις