Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική απειλή, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα για χιλιάδες νοικοκυριά, νέους εργαζόμενους και οικογένειες που δυσκολεύονται να βρουν προσιτή κατοικία. Το παράδοξο είναι ότι, την ίδια στιγμή που η ζήτηση για στέγαση αυξάνεται συνεχώς, η χώρα διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα κενών ή αναξιοποίητων ακινήτων.
Το μεγάλο παράδοξο της ελληνικής αγοράς ακινήτων
Η ελληνική αγορά κατοικίας παρουσιάζει σήμερα μια ιδιόμορφη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η ζήτηση για κατοικίες προς αγορά και ενοικίαση παραμένει ισχυρή, ιδιαίτερα στην Αθήνα και σε μεγάλες πόλεις. Από την άλλη, χιλιάδες ακίνητα παραμένουν κλειστά, εγκαταλελειμμένα ή μη ορθά αξιοποιημένα, χωρίς καμία απόδοση.
Οι αιτίες είναι πολλές και αλληλένδετες. Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο αφορά τις κληρονομικές και ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες. Σε πολλές περιπτώσεις, ένα ακίνητο ανήκει σε πολλούς συνιδιοκτήτες, οι οποίοι αδυνατούν να συμφωνήσουν για την αξιοποίησή του ή βρίσκονται σε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες και κληρονομικά ζητήματα.
Παράλληλα, χιλιάδες παλαιά διαμερίσματα αντιμετωπίζουν πολεοδομικά προβλήματα, αυθαίρετες κατασκευές ή ελλιπή έγγραφα, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη μεταβίβαση ή την ανακαίνισή τους.
Το υψηλό κόστος αποκατάστασης αποτελεί επίσης καθοριστικό παράγοντα, ειδικά σε ακίνητα μεγάλης παλαιότητας που είναι για έτη εγκαταλελειμμένα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι απαιτούμενες παρεμβάσεις για ενεργειακή αναβάθμιση, στατική ενίσχυση και εκσυγχρονισμό είναι τόσο ακριβές, ώστε οι ιδιοκτήτες επιλέγουν να αφήσουν το ακίνητο κενό.
Σημαντικός παράγοντας είναι και η έλλειψη εμπιστοσύνης στη μακροχρόνια μίσθωση. Αρκετοί ιδιοκτήτες εκφράζουν ανησυχία για την πιθανότητα κακοπληρωτών, τις αργές διαδικασίες αποβολής και τη φορολογική επιβάρυνση. Ως αποτέλεσμα, ένα μέρος του αποθέματος παραμένει εκτός αγοράς.
Η γραφειοκρατία ως βασικό εμπόδιο επενδύσεων
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της συζήτησης στο forum ήταν ότι η γραφειοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ανασταλτικούς παράγοντες για την ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων.
Οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, στις πολεοδομικές εγκρίσεις, στις μεταβιβάσεις και στις διαδικασίες του Κτηματολογίου αυξάνουν σημαντικά το κόστος και την αβεβαιότητα για επενδυτές, κατασκευαστές αλλά και απλούς ιδιοκτήτες.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου μια ανακαίνιση ή μια αξιοποίηση ακινήτου χρειάζεται μήνες ή ακόμη και χρόνια μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαιτούμενες εγκρίσεις. Η κατάσταση αυτή αποθαρρύνει όχι μόνο τις μεγάλες επενδύσεις, αλλά και μικρές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να επαναφέρουν χιλιάδες κατοικίες στην αγορά.
Η ανάγκη για επιτάχυνση των διαδικασιών κρίθηκε επιτακτική. Η αλλαγή του μοντέλου εγκρίσεων της Αρχαιολογίας και των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής, η πλήρης ψηφιοποίηση του Κτηματολογίου, η διασύνδεση πολεοδομικών υπηρεσιών, η ηλεκτρονική διαχείριση τίτλων και αδειών και η απλοποίηση των μεταβιβάσεων θεωρούνται βασικές προϋποθέσεις, ώστε η αγορά να λειτουργήσει με μεγαλύτερη ταχύτητα και διαφάνεια.
Η ψηφιοποίηση δεν είναι απλώς μια τεχνική μεταρρύθμιση. Είναι εργαλείο ανάπτυξης, αρκεί να μειώνεται και η ψηφιακή γραφειοκρατία. Δηλαδή, δεν αρκεί μια πολύπλοκη διαδικασία να γίνεται ηλεκτρονική· πρέπει παράλληλα να απλοποιείται.
Όσο μειώνονται οι διοικητικές καθυστερήσεις, τόσο αυξάνεται η ασφάλεια δικαίου και η εμπιστοσύνη επενδυτών και πολιτών. Ένα από τα μεγαλύτερα πεδία αδιανόητων καθυστερήσεων είναι η εγκατάσταση νέων παροχών ρεύματος από τον ΔΕΔΔΗΕ, που μπορεί να φτάσει ακόμη και το ένα έτος.
Το στεγαστικό δε λύνεται μόνο με νέες κατασκευές
Ένα ακόμη σημαντικό σημείο που αναδείχθηκε στη συζήτηση είναι ότι η λύση του στεγαστικού προβλήματος δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις νέες αναπτύξεις κατοικιών, οι οποίες δεν αφορούν κατά κύριο λόγο τις μισθώσεις.
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη μεγάλο οικιστικό απόθεμα, το οποίο σε σημαντικό βαθμό παραμένει ανενεργό. Επομένως, η ενεργοποίηση των κλειστών ακινήτων αποτελεί ίσως τη γρηγορότερη και πιο ρεαλιστική λύση για την άμεση αύξηση της προσφοράς.
Για να συμβεί αυτό, απαιτούνται στοχευμένα φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα. Η παροχή εκπτώσεων φόρου για ανακαινίσεις, επιδοτήσεις ενεργειακής αναβάθμισης, χαμηλότοκα δάνεια και κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά.
Παράλληλα, κρίθηκε αναγκαία η ενίσχυση της ασφάλειας στις μισθώσεις, ώστε οι ιδιοκτήτες να αισθάνονται ότι μπορούν να διαθέσουν τα ακίνητά τους χωρίς υπερβολικό ρίσκο.
Η ανάγκη για κοινωνική κατοικία
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην ανάγκη δημιουργίας ενός πιο οργανωμένου πλαισίου κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Η Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαθέτει εξαιρετικά περιορισμένο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά καλείται να καλύψει σχεδόν αποκλειστικά όλες τις στεγαστικές ανάγκες, με αποτέλεσμα οι πιέσεις στις τιμές να μεταφέρονται άμεσα στους πολίτες.
Η αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, είτε μέσω δημόσιων επενδύσεων είτε μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο. Το Δημόσιο διαθέτει σημαντική ακίνητη περιουσία που παραμένει ανεκμετάλλευτη ή υποαξιοποιημένη.
Μέσα από οργανωμένα προγράμματα, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν κατοικίες με ελεγχόμενα ενοίκια για νέους εργαζόμενους, οικογένειες, φοιτητές ή ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορούν να προσφέρουν ταχύτητα υλοποίησης, τεχνογνωσία και πρόσβαση σε κεφάλαια, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει σαφές θεσμικό πλαίσιο, διαφάνεια και κοινωνικός στόχος.
Το Δημόσιο έχει στο χαρτοφυλάκιό του δεκάδες χιλιάδες ακίνητα και αναμένει περισσότερα από τα ακίνητα αγνώστου ιδιοκτήτη στο Κτηματολόγιο. Παράλληλα, η κυβέρνηση οφείλει να ενεργοποιήσει και τις άλλες δομές του κράτους, τους φορείς, τις περιφέρειες και βέβαια τους δήμους, που σήμερα διαθέτουν πολλά ακίνητα κενά και αναξιοποίητα.
Το στεγαστικό δεν λύνεται χωρίς να ξυπνήσει ο κοιμώμενος γίγαντας και ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης, το Ελληνικό Δημόσιο, σε όλες τις πτυχές του.
Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η Ελλάδα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την κατοικία. Η λύση δεν βρίσκεται σε μία μόνο παρέμβαση, αλλά σε έναν συνδυασμό πολιτικών.
Χρειάζονται δράσεις όπως φορολογικά κίνητρα, μείωση φορολογίας ακινήτων, ουσιαστικά κίνητρα για την αξιοποίηση κενών ιδιωτικών ακινήτων, ταχύτερες διαδικασίες και λιγότερη γραφειοκρατία, διαδικασίες για ασφάλεια μισθώσεων, ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης.
Το στεγαστικό πρόβλημα δεν θα λυθεί από μόνο του. Απαιτεί συντονισμένη δράση κράτους, αγοράς και θεσμών. Και κυρίως απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ώστε η κατοικία να παραμείνει ένα βασικό κοινωνικό αγαθό και όχι ένα διαρκώς πιο δυσεύρετο προνόμιο. Είμαστε σε σημείο καμπής και το στεγαστικό αποτελεί κεντρικό ζήτημα για τη βιώσιμη πορεία της κοινωνίας, της οικονομίας και της ανάπτυξης.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις