Δεκαετία ’80. Σάββατο βράδυ. Οι γονείς μου συνήθως ετοιμάζονταν να βγουν και εγώ, πιτσιρίκι τότε, στηνόμουν μπροστά στην τηλεόραση από τις εννιά παρά, για να δω την ελληνική ταινία που έπαιζε κάθε βδομάδα. Η κρατική τηλεόραση ήταν η μοναδική μας επιλογή τότε, αλλά για μένα αυτό δεν συνιστούσε πρόβλημα γιατί υπήρχαν οι ελληνικές ταινίες. Ήταν μια γλυκιά παράδοση, ένα κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας.
Θυμάμαι, επίσης, τη γιαγιά μου που με κρατούσε εκείνα τα Σαββατόβραδα να βλέπει τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και να λέει με ενθουσιασμό, «Α, παίζει και ο κυρ Γιώργης!» Ποτέ δεν τον έλεγε με το κανονικό του όνομα. Σαν να ήταν αυτός ο ρόλος του πιο γνωστός, ο πιο αγαπημένος. Μου εξηγούσε μάλιστα ότι ήταν «συγχωριανός» μας, καθώς ήταν από το Διακοφτό, ένα χωριό πριν τα Καλάβρυτα απ’ όπου και κατάγομαι. Ακόμη και σήμερα, κάθε φορά που τον βλέπω στην τηλεόραση, μια γλυκιά αύρα νοσταλγίας με πλημμυρίζει…
Γιατί τα λέω όλα αυτά; Επειδή οι ελληνικές ταινίες είναι κάτι περισσότερο από απλές αναμνήσεις για τις γενιές του ’60, του ’70 και του ’80. Είναι ένα κομμάτι του πολιτισμού μας, γεμάτο εικόνες που αποτυπώθηκαν μέσα μας. Και κάθε ηθοποιός από εκείνη την εποχή, όπως ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, μας θυμίζει κάτι αγαπημένο, κάτι δικό μας.

Το στοίχημα του Νίκου Καραθάνου
Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, η κλασική ταινία “Τζένη Τζένη” της Φίνος Φιλμ παίρνει σάρκα και οστά δια χειρός Νίκου Καραθάνου. Ρίσκο θα έλεγε κανείς και μάλιστα μεγάλο, γιατί πώς να αποτυπώσει κάποιος θεατρικά τη μαγεία μιας ταινίας που αποτελεί σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής; Πώς να μεταδώσεις εκ νέου εκείνη την αίσθηση, την αθωότητα και την χαρά;
Και όμως, ο Νίκος Καραθάνος το κατάφερε. Πατώντας γερά πάνω στο πρωτότυπο σενάριο των Κώστα Πρετεντέρη και Ασημάκη Γιαλαμά, και με την εξαίρετη διασκευή και δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Αποσκίτη, έκανε πράξη τη μοναδική του σύλληψη και δημιούργησε ένα «Ηλιόλουστο Ρέκβιεμ» που αναπαριστά με τρόπο ταυτόχρονα τρυφερό και λυτρωτικό το παρελθόν.
Η έννοια του «Ηλιόλουστου Ρέκβιεμ» στον τίτλο δεν είναι καθόλου τυχαία. Στην καρδιά της παράστασης, συνυπάρχουν η χαρά και η μελαγχολία, το φως και η σκιά, σ΄ένα παράξενο λυτρωτικό δίπολο. Δεν πρόκειται για μία απλή αναδρομή σε μια ξεχασμένη εποχή, αλλά για μια βαθιά αναζήτηση της απώλειας, της ζωντάνιας, της αθωότητας και της ανεμελιάς που χαρακτήριζαν εκείνη την Ελλάδα. Μέσα από μια νοσταλγική ματιά, αυτό το θεατρικό “Τζένη Τζένη” μάς καλεί να αντιμετωπίσουμε τις σκιές του παρελθόντος και να αναγνωρίσουμε το πόσο πολύ έχουμε αλλάξει, αλλά και το πόσο σημαντικό είναι να γιορτάζουμε το φως, ακόμα και όταν οι σκιές μεγαλώνουν γύρω μας.
Στη σκηνή δεσπόζει το χαρακτηριστικό λογότυπο της Φίνος Φιλμ, παραπέμποντας στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ μεγάλες φωτογραφίες του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, της Τζένης Καρέζη και του Λάμπρου Κωνσταντάρα πλαισιώνουν σκηνικά την παράσταση, φέροντας μαζί τους μια αίσθηση κλασικής μεγαλοπρέπειας και ταυτόχρονα μια απλότητα που μάλλον έχει χαθεί στο πέρασμα των χρόνων.

Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη φλερτάρει με την αίσθηση του χαμένου παραδείσου και της νοσταλγίας, ενώ ταυτόχρονα αναδίδει έναν αέρα φρεσκάδας και ανανέωσης. Ένα τεράστιο Requiem δεσπόζει, φωτισμένο από έντονα νέον φώτα παραπέμποντας σε μια εποχή που φαντάζει τόσο κοντινή και τόσο μακρινή ταυτόχρονα. Η σκηνή γεμίζει με ασπρόμαυρες τηλεοράσεις με “χιόνια”, ένα νησιώτικο εκκλησάκι μπαίνει και βγαίνει από το σκηνικό για τις ανάγκες της υπόθεσης. Στο βάθος, μια μεγάλη οθόνη προβάλει αποσπάσματα της ομώνυμης ταινίας και εικόνες από θαλασσινές νησιώτικες στιγμές, προσφέροντας ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, γεμάτο ομορφιά και ρομαντισμό.
Ένας σκηνικός ύμνος στο παρελθόν, στην αυθεντικότητα εκείνης της εποχής που υπήρξε τόσο αληθινή και γεμάτη ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, και μια σύγκρουση με το παρόν. Εντύπωση προκαλούν πιο μπροστά οι ταμπέλες με τα κινεζικά ιδεογράμματα και τα κόκκινα φαναράκια, σαν μια κριτική (;) στο φαινόμενο της επιφανειακής και εύκολης κόπιας που αναζητά την ταυτότητά της μέσα από ξένες επιρροές.
Οι ερμηνείες
Οι ηθοποιοί και οι ερμηνείες τους αποτελούν το ισχυρότερο όπλο της παράστασης. Κάθε χαρακτήρας αποπνέει μοναδική αύρα και μοιάζει με φάντασμα μιας άλλης εποχής. Η “παρουσία” των θρυλικών ηθοποιών της ταινίας, οι εικόνες και οι μάσκες με τα χαρακτηριστικά τους πρόσωπα δεν λειτουργούν απλώς ως αναφορά, αλλά ως γέφυρα μεταξύ του τότε και του τώρα. Όπως αυτοί οι αλλοτινοί ηθοποιοί, έτσι και οι σύγχρονοι, είναι οι καθρέφτες της κοινωνίας μας. Και κάπως έτσι η παράσταση αποκτά έναν έντονα βιωματικό χαρακτήρα, με το κοινό να συναντά στο θεατρικό έργο κομμάτια του εαυτού του.
Ο Νίκος Καραθάνος είναι συγκινητικός στον ρόλο του Κοσμά Σκούταρη. Είναι ο κομματάρχης που, μέσα σε μια μόνο στιγμή, «πουλάει» τον Γκόρτσο, τον υποψήφιο βουλευτή που μέχρι εκείνη τη στιγμή στήριζε με όλη του τη δύναμη, για χάρη της μοναχοκόρης του. Με τις κινήσεις του και τη μαγκούρα του, παραπέμπει στον αξεπέραστο Διονύση Παπαγιαννόπουλο, φέρνοντας στην σκηνή τη φυσικότητα και την αυθεντικότητα του ηθοποιού που τόσο αγαπήσαμε. Μια από τις πιο όμορφες στιγμές είναι εκείνη που, φορώντας τη μάσκα του, χορεύει και μας παρασύρει με μια αίσθηση μελαγχολικής ομορφιάς.
Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη στον ρόλο της Τζένης Σκούταρη είναι απολαυστική. Συνδυάζει με μοναδικό τρόπο την τσαχπινιά και την ελαφρότητα, αλλά ταυτόχρονα την έντονη συναισθηματική φόρτιση και τη βαρύτητα που έδινε στην ηρωίδα της η Τζένη Καρέζη. Ζωντανεύει τον χαρακτήρα της με αίσθηση χιούμορ και συναισθηματικού βάθους και καταφέρνει να μας μεταφέρει την αμφιθυμία της ηρωίδας απέναντι σε όλα τα ευτράπελα που βιώνει.
Ο Χρήστος Λούλης, ως Νίκος Μαντάς, είναι πραγματικά αξιολάτρευτος. Υποδύεται τον όμορφο νέο που επιστρέφει από την Αμερική για να ακολουθήσει τη θέληση των δικών του, οι οποίοι τον προορίζουν για υπουργό Ναυτιλίας. Με την ερμηνεία του αποτυπώνει την εσωτερική σύγκρουση και τον παλμό του νεαρού που βρίσκεται μεταξύ του προσωπικού του ονείρου και των απαιτήσεων της οικογένειας.

Ο Κώστας Μπερικόπουλος στον ρόλο του εφοπλιστή Μίλτου Κασσανδρή και η Χαρούλα Αλεξίου ως η σύζυγός του, δημιουργούν ένα απολαυστικό δίδυμο ως θείοι του Νίκου Μαντά. Οι χαρακτήρες τους θέλουν να επιβάλλουν την εξουσία τους και πιστεύουν ότι τα χρήματά τους αρκούν για να πετύχουν τα πάντα. Η Χαρούλα Αλεξίου με την επιβλητική της παρουσία αποδίδει την υπερβολική αυτοπεποίθηση της συζύγου του Κασσανδρή, ενώ ο Κώστας Μπερικόπουλος είναι ένας εφοπλιστής που, πέρα από την οικονομική του δύναμη, θέλει να ελέγξει και την πολιτική σκηνή του τόπου.
Η Ζέτα Μακρυπούλια στον ρόλο της Υβόννης και η Ιωάννα Μαυρέα ως η μητέρα της είναι εξαιρετικές. Δημιουργούν ένα δίδυμο που, με έναν εξαιρετικό συνδυασμό απατηλής γοητείας και σκευωρίας, προσπαθεί να επιπλεύσει στον αφρό της κοινωνίας μέσω της κοροϊδίας.
Εξαιρετική είναι και η εμφάνιση του Άγγελου Παπαδημητρίου στον ρόλο της θείας Ματίνας. Η ευφυής ανατροπή που φέρνει ο ηθοποιός αυτός στη σκηνή είναι άκρως απολαυστική, αποδεικνύοντας την ικανότητά του να συνδυάζει το χιούμορ με τη συναισθηματική ένταση του χαρακτήρα. Αποκορύφωμα; Η σκηνή που τραγουδά το “Μεγάλο Μυστικό Μου” της Καίτης Χωματά.
Η συναισθηματική φόρτιση που αποπνέει η παράσταση δεν οφείλεται μόνο στη θεατρική της φόρμα, αλλά και στη δύναμη του μουσικού τοπίου που τη συνοδεύει. Η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου εντείνει την ατμόσφαιρα της νοσταλγίας, ενώ η εξαιρετική χρήση του φωτισμού από την Ελίζα Αλεξανδροπούλου προσδίδει ένα αίσθημα μυσταγωγίας και μαγείας σε κάθε σκηνή, απογειώνοντας τη θεατρική εμπειρία.

Το θεατρικό “Τζένη Τζένη” είναι μια κατάδυση στο πέλαγος της ελληνικής ταυτότητας. Είναι ένα “ηλιόλουστο ρέκβιεμ”. Ο Νίκος Καραθάνος μάς καλεί να δούμε την “Τζένη Τζένη” όχι ως μια παλιά ταινία, αλλά ως έναν καθρέφτη. Σε μια χώρα που αναζητά τον εαυτό της ξανά και ξανά, αυτό το έργο έρχεται να μας θυμίσει πως, ακόμα και αν “όλοι οι μεγάλοι ήταν κάποτε παιδιά”, το σημαντικό είναι να βρίσκουμε τον τρόπο να γιορτάζουμε το φως, ακόμα και όταν οι σκιές μεγαλώνουν.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις