Η Ελλάδα εμφανίζει τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης κατά τη διάρκεια των Σαββατοκύριακων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα της Eurostat, γεγονός που αντανακλά τόσο τη διάρθρωση της οικονομίας όσο και τις ιδιαίτερες συνθήκες της αγοράς εργασίας στη χώρα.

Πιο συγκεκριμένα, το 31,5% των μισθωτών στην Ελλάδα δηλώνει ότι εργάζεται συνήθως το Σάββατο ή την Κυριακή, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Πολύ κοντά ακολουθούν η Κύπρος με 31,3% και η Μάλτα με 29,2%. Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη Λιθουανία (3,0%), την Πολωνία (4,2%) και την Ουγγαρία (6,2%).

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, περίπου το 21,3% των εργαζομένων ηλικίας 15 έως 64 ετών αναφέρει ότι εργάζεται τακτικά τα Σαββατοκύριακα, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Η τάση αυτή είναι πιο έντονη σε συγκεκριμένους κλάδους, κυρίως στις υπηρεσίες και το λιανεμπόριο, όπου σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι (47,6%) απασχολούνται αυτές τις ημέρες. Αντίστοιχα υψηλά επίπεδα παρατηρούνται και στον πρωτογενή τομέα, όπως η γεωργία και η αλιεία (47,2%), ενώ σε βασικά επαγγέλματα το ποσοστό διαμορφώνεται στο 25,7%.

Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στους αυτοαπασχολούμενους. Στην Ελλάδα, το 75% όσων εργάζονται για λογαριασμό τους δηλώνουν ότι δουλεύουν και τα Σαββατοκύριακα, ποσοστό που αποτελεί επίσης το υψηλότερο στην Ε.Ε. Ακολουθούν το Βέλγιο με 65,9% και η Γαλλία με 61,0%, ενώ στις τελευταίες θέσεις βρίσκονται χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Σλοβακία και η Πολωνία.

Τα δεδομένα αυτά συνδέονται άμεσα με ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας: τον αυξημένο εβδομαδιαίο χρόνο απασχόλησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2024, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εργάζονται κατά μέσο όρο 39,8 ώρες την εβδομάδα, έναντι 36 ωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε σχεδόν μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα ανά εβδομάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με την Ολλανδία, όπου ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας περιορίζεται στις 32,1 ώρες. Η απόκλιση των 7,7 ωρών αποτυπώνει μια διαφορετική προσέγγιση στην οργάνωση της εργασίας, αλλά και στις ισορροπίες μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.

Επιπλέον, στην Ελλάδα περίπου το 25% των εργαζομένων δηλώνει ότι εργάζεται περισσότερες από 45 ώρες εβδομαδιαία, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο στην Ε.Ε. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει την ένταση της εργασίας στη χώρα, ιδιαίτερα σε κλάδους που απαιτούν αυξημένη διαθεσιμότητα ή λειτουργούν με διευρυμένα ωράρια.

Η αυξημένη παρουσία εργασίας τα Σαββατοκύριακα αποδίδεται, σε σημαντικό βαθμό, στη δομή της ελληνικής οικονομίας, όπου ο τομέας των υπηρεσιών –και ειδικά ο τουρισμός και το λιανεμπόριο– έχει κυρίαρχο ρόλο. Οι δραστηριότητες αυτές λειτουργούν συχνά επτά ημέρες την εβδομάδα, δημιουργώντας ανάγκες για συνεχή στελέχωση.

Παράλληλα, η υψηλή συμμετοχή αυτοαπασχολούμενων στην ελληνική αγορά εργασίας ενισχύει την τάση για εργασία πέραν του πενθημέρου, καθώς πολλοί επαγγελματίες επιλέγουν –ή αναγκάζονται– να επεκτείνουν το ωράριό τους προκειμένου να διατηρήσουν το εισόδημά τους.

Συνολικά, τα στοιχεία της Eurostat σκιαγραφούν μια αγορά εργασίας με αυξημένες απαιτήσεις σε χρόνο και διαθεσιμότητα, γεγονός που επηρεάζει τόσο την καθημερινότητα των εργαζομένων όσο και τη συνολική ποιότητα ζωής. Την ίδια στιγμή, οι διαφορές σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύουν τις ανισορροπίες που εξακολουθούν να υπάρχουν εντός της Ε.Ε., τόσο ως προς τα ωράρια όσο και ως προς τις συνθήκες απασχόλησης.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις