Η δήλωση του καγκελάριου της Γερμανίας απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ ξεπέρασε τα όρια της συνήθους διπλωματικής ευγένειας μεταξύ δύο ηγετών, καθώς ο Φρίντριχ Μερτς άσκησε ιδιαίτερα σκληρή κριτική στην αμερικανική στρατηγική, δηλώνοντας πως «όλη αυτή η υπόθεση είναι, για να το πούμε ήπια, κακώς μελετημένη».

Συνεχίζοντας, ανέφερε: «Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να διακρίνω ποια στρατηγική έξοδο επιδιώκουν οι Αμερικανοί. Οι Ιρανοί διαπραγματεύονται πολύ επιδέξια ή, μάλλον, πολύ επιδέξια δεν διαπραγματεύονται. Ένα ολόκληρο έθνος, οι ΗΠΑ, εξευτελίζεται. Οι Ιρανοί είναι σαφώς ισχυρότεροι απ’ όσο νομίζαμε. Οι Αμερικανοί προφανώς δεν φαίνεται να έχουν μια πειστική διαπραγματευτική στρατηγική».

Η τοποθέτηση αυτή προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση, καθώς ο Μερτς έχει συνδέσει την πολιτική του ταυτότητα με τη σταθερή προσήλωσή του στις διατλαντικές σχέσεις και συγκαταλεγόταν μεταξύ των λίγων Ευρωπαίων ηγετών που είχαν στηρίξει τον πόλεμο, τον οποίο σήμερα χαρακτηρίζει στρατηγικά ανεπαρκή.

Όταν το Ισραήλ εξαπέλυσε την επίθεσή του στο Ιράν τον Ιούνιο του 2025, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, ο Γερμανός καγκελάριος δεν ζήτησε αυτοσυγκράτηση. Αντίθετα, είχε επαινέσει το Ισραήλ, λέγοντας πως έκανε «τη βρώμικη δουλειά» για λογαριασμό της Ευρώπης.

Αντίστοιχα, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ προχώρησαν σε νέα επίθεση στις 28 Φεβρουαρίου, ο Μερτς είχε δηλώσει πως «δεν είναι η στιγμή να κάνουμε μαθήματα στους συμμάχους μας, αλλά να σταθούμε ενωμένοι».

Η εντυπωσιακή αυτή αλλαγή στάσης φαίνεται πως δεν οφείλεται σε μια ξαφνική αναθεώρηση σχετικά με το διεθνές δίκαιο ή στους κινδύνους που συνεπάγεται ο πόλεμος, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι η σύγκρουση δεν εξελίχθηκε όπως αναμενόταν.

Αντί για μια γρήγορη αλλαγή καθεστώτος, στην οποία είχε στηριχθεί ο αρχικός σχεδιασμός, διαμορφώνεται πλέον ένα παρατεταμένο αδιέξοδο ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη, χωρίς σαφή προοπτική εξόδου. Παράλληλα, ο διπλός αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έχει οδηγήσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, εντείνοντας την παγκόσμια οικονομική ανησυχία.

Και η εσωτερική γερμανική κοινή γνώμη τον πιέζει. Η δημοτικότητα του ίδιου του Μερτς κατέρρευσε στο 19%, λιγότερο από έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, καθιστώντας τον αυτή τη στιγμή τον λιγότερο δημοφιλή ηγέτη στη Δύση.

Η εθνικιστική αντιπολίτευση, η Εναλλακτική για τη Γερμανία, το AfD, ξεπερνά πλέον τη Χριστιανική Δημοκρατία του Μερτς στις δημοσκοπήσεις. Σημαντικό είναι ότι η AfD, σε αντίθεση με τον Μερτς, αντιτάχθηκε στον πόλεμο στο Ιράν από την αρχή, καλώντας ανοιχτά τη Γερμανία να ευθυγραμμίσει τη στάση της με αυτή της Ισπανίας.

Η επερχόμενη οικονομική κρίση, η αποβιομηχάνιση, ο πληθωρισμός, η αστάθεια και οι πιθανές μεταναστευτικές ροές από τη Μέση Ανατολή φαίνεται να ανησυχούν πολύ περισσότερο τους Γερμανούς ψηφοφόρους από τη μοίρα του «καθεστώτος των μουλάδων» στην Τεχεράνη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αρχική στήριξη του Μερτς προς τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ήταν η λογική συνέπεια της ολοένα και πιο σκληρής στάσης της Γερμανίας απέναντι στο καθεστώς του Ιράν τα τελευταία χρόνια.

Η Γερμανία, μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, προώθησε την επαναφορά των κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν το 2025, ευθυγραμμιζόμενη με την εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» της κυβέρνησης Τραμπ, αντί να αφήσει χώρο για διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη σχετικά με μια διάδοχη συμφωνία.

Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία ήταν από τους βασικούς υποστηρικτές του χαρακτηρισμού των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης ως τρομοκρατικής οργάνωσης, σε αντίθεση με την πιο επιφυλακτική στάση της Γαλλίας. Τελικά, το Βερολίνο κατάφερε να πείσει τους επιφυλακτικούς.

Αξιοσημείωτο είναι, ωστόσο, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει ακόμη χαρακτηρίσει τους Φρουρούς ως τρομοκρατική οργάνωση.

Ποντάροντας τα πάντα στην αλλαγή καθεστώτος, η Γερμανία και οι εταίροι της στην Ε3 απέτυχαν να αναπτύξουν ένα ξεχωριστό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, ένα διαφορετικό σύνολο κινήτρων ή μια ουσιαστική εναλλακτική στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ.

Αυτό αποτελεί καταδικαστική ένδειξη της πολιτικής τους, καθώς σήμερα δεν υπάρχουν ευρωπαϊκές δυνάμεις που να μεσολαβούν για τον τερματισμό του πολέμου.

Όπως αναμενόταν, ο Τραμπ σχολίασε τη στάση του Μερτς λέγοντας ότι ο Γερμανός καγκελάριος «δεν ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Αν το Ιράν είχε πυρηνικά όπλα, όλος ο κόσμος θα ήταν όμηρος. Εγώ κάνω κάτι με το Ιράν, αυτή τη στιγμή, που άλλα κράτη ή πρόεδροι θα έπρεπε να είχαν κάνει εδώ και καιρό».

Κάτι που σημαίνει ότι οι αμερικανογερμανικές σχέσεις έγραψαν ένα κεφάλαιο που δύσκολα θα ξεχαστεί.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις