Η αγορά εργασίας βρίσκεται φέτος αντιμέτωπη με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, με τον τουριστικό κλάδο να δέχεται τις μεγαλύτερες πιέσεις λίγο πριν από την έναρξη της θερινής σεζόν. Οι κενές θέσεις εργασίας στον τουρισμό υπολογίζονται σε τουλάχιστον 90.000, ενώ συνολικά στην οικονομία το έλλειμμα εργαζομένων ξεπερνά τις 360.000 θέσεις, γεγονός που αποτυπώνει τη δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών σε πολλούς επαγγελματικούς τομείς.

Ξενοδοχεία, εστιατόρια και γενικότερα τουριστικές επιχειρήσεις προετοιμάζονται για τη νέα σεζόν με σημαντικά προβλήματα στελέχωσης, κυρίως σε θέσεις που σχετίζονται με την άμεση εξυπηρέτηση των πελατών. Σερβιτόροι, καμαριέρες, μάγειρες, βοηθοί κουζίνας και προσωπικό υποδοχής συγκαταλέγονται στις ειδικότητες με τη μεγαλύτερη έλλειψη, αναγκάζοντας πολλές επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τη λειτουργία τους ανάλογα με το διαθέσιμο προσωπικό.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι νέο, ωστόσο φέτος εμφανίζεται ακόμη πιο έντονο, καθώς η αυξημένη τουριστική ζήτηση δημιουργεί μεγαλύτερες ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό. Παρά την υψηλή ζήτηση για εργασία, αρκετές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν κατάλληλους εργαζομένους που να μπορούν να καλύψουν τις απαιτήσεις της σεζόν.

Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η ανάγκη για μάγειρες, οι οποίοι καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό ζήτησης στην αγορά, καλύπτοντας περίπου το 14% των αγγελιών για νέες προσλήψεις. Αμέσως μετά ακολουθούν επαγγέλματα που συνδέονται άμεσα με την καθημερινή εμπειρία των επισκεπτών, όπως οι υπάλληλοι υποδοχής, οι σερβιτόροι και οι μπάρμαν.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει πόσο εξαρτημένος είναι ο τουρισμός από το ανθρώπινο δυναμικό και πόσο καθοριστική είναι η επαρκής στελέχωση για την ομαλή λειτουργία του κλάδου, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου οι προσδοκίες για την τουριστική κίνηση παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον τουρισμό. Στον κατασκευαστικό κλάδο καταγράφεται αυξημένη ανάγκη για τεχνίτες, υδραυλικούς, ηλεκτροσυγκολλητές και χειριστές μηχανημάτων, ενώ στη βιομηχανία αναζητούνται τόσο ανειδίκευτοι εργάτες όσο και εξειδικευμένο προσωπικό. Παράλληλα, ο πρωτογενής τομέας συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές ελλείψεις σε εργάτες γης, ιδιαίτερα σε περιόδους συγκομιδής.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι μετακλήσεις εργαζομένων από τρίτες χώρες εμφανίζονται ως μερική μόνο λύση. Για το 2026 προβλέπεται η έλευση 94.300 εργαζομένων, αριθμός αυξημένος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά ανεπαρκής σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Με βάση τις εκτιμήσεις, μόλις μία στις τέσσερις κενές θέσεις αναμένεται να καλυφθεί μέσω αυτής της διαδικασίας.

Από τους μετακλητούς εργαζόμενους, περίπου 44.000 θα απασχοληθούν με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, ενώ 48.000 προορίζονται για εποχική απασχόληση, κυρίως σε γεωργία και τουρισμό. Οι υπόλοιποι αφορούν θέσεις υψηλής εξειδίκευσης. Σημαντικό μέρος των εργαζομένων θα κατευθυνθεί στον πρωτογενή τομέα, όπου εντοπίζονται και οι μεγαλύτερες ανάγκες.

Οι διακρατικές συμφωνίες προβλέπουν την κάλυψη συγκεκριμένων θέσεων από χώρες όπως το Μπαγκλαντές και η Αίγυπτος, κυρίως για εποχικές εργασίες. Ωστόσο, η ζήτηση παραμένει πολλαπλάσια, καθώς τα αιτήματα των επιχειρήσεων για εργατικό δυναμικό φτάνουν τις 400.000, με τον πρωτογενή τομέα να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος αυτών.

Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει μια αγορά εργασίας που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικονομίας, παρά την αυξημένη ζήτηση. Το ζήτημα της έλλειψης προσωπικού εξελίσσεται σε δομικό πρόβλημα, επηρεάζοντας όχι μόνο την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων, αλλά και την αναπτυξιακή δυναμική βασικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις