Ήταν Απρίλιος του 1963 όταν, μαζί με τα πολυαναμενόμενα εγκαίνια του εμβληματικού ξενοδοχείου Hilton, στην καρδιά της Αθήνα, οι κάτοικοι και οι επισκέπτες της ελληνικής πρωτεύουσας αντίκρισαν για πρώτη φορά την τεραστίων διαστάσεων γλυπτή σύνθεση του Γιάννη Μόραλη που κάλυπτε ολόκληρη την πρόσοψη του εντυπωσιακού συγκροτήματος. Σήμερα, 63 χρόνια μετά, το έργο αυτό συνεχίζει να συμβολίζει τον διάλογο του χθες με το σήμερα, της παλαιάς εποχής του Hilton με το νέο Conrad Athens The Ilisian, που άνοιξε πριν λίγες ημέρες τις πύλες του.

Η ανάθεση για την μελέτη των εξωτερικών τοίχων της ΒΔ και της ΝΑ πλευράς του φαραωνικού για τα δεδομένα της εποχής ξενοδοχείου έγινε στον σπουδαίο καλλιτέχνη το 1959 από τους αρχιτέκτονες του κτιρίου, Εμμανουήλ Βουρέκα, Προκόπη Βασιλειάδη, Σπύρου Στάικου και Αντώνη Γεωργιάδη. Ο Μόραλης είχε ήδη καθιερωθεί την εποχή εκείνη τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό μιας και έναν χρόνο πριν είχε εκπροσωπήσει, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον γλύπτη Αντώνη Σώχο, την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας. Ήταν λοιπόν ο πλέον κατάλληλος για να φιλοτεχνήσει ένα έργο που να συμβολίζει την συμπόρευση της ελληνικής ιστορίας με τον νέο, δυτικότροπο μοντέλο ζωής.

Η αρχική ιδέα που έπεσε στο τραπέζι ήταν η δημιουργία μιας κεραμεικής σύνθεσης. Το κόστος όμως ήταν δυσθεώρητο και το τελικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αμφιλεγόμενο οπότε κατέληξαν στην επιλογή των ανάγλυφων συνθέσεων πάνω σε μάρμαρο.

Όσο για τη θεματολογία; Ως προς αυτή οι αρχιτέκτονες έδωσαν στον καλλιτέχνη ιδιαίτερα αυστηρές κατευθύνσεις. Ήθελαν να προέρχεται από την αρχαία Αθήνα, και να περιλαμβάνει σύμβολα που να συνδυάζουν τις έννοιες της φιλοξενίας, του ταξιδιού, της διασκέδασης και της πολυτέλειας, τα οποία να μπορεί να αναγνωρίσει και να αποκωδικοποιήσει κάθε ξένος επισκέπτης.

Κάτω από αυτές τις περιοριστικές συνθήκες, που εγκλώβιζαν την καλλιτεχνική του φαντασία σε συγκεκριμένα πλαίσια, ξεκίνησε ο Μόραλης να σχεδιάζει σε υποκίτρινες πλάκες γιαννιώτικου μαρμάρου τις γλυπτές παραστάσεις του ακολουθώντας τις αρχές του γραμμικού σχεδίου. Χρειάστηκαν τρία ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρώσει το έργο.

Το τελικό σχέδιο σχεδιάστηκε αρχικά σε κλίμακα 1:20, σκαλίστηκε στη συνέχεια σε γύψο για να ξεκινήσει, αμέσως μετά η τμηματική χάραξή του σε 520 συνολικά πλάκες ύψους 150χ80 εκ., η λάξευση και τοποθέτηση στους κενούς τοίχους της μπροστινής αλλά και της πίσω όψης του κτιρίου. Η χάραξη, μάλιστα έγινε σε ανισόπαχες γραμμές σε συνάρτηση με το ηλιακό φως.

Τα δε μοτίβα που επέλεξε ο Μόραλης ήταν μεν εμπνευσμένα από την αρχαιότητα, όπως τού είχε ζητηθεί, δεν αποτελούσαν ωστόσο ακριβείς αντιγραφές, αλλά αυτό ακριβώς που συμβόλιζε το έργο, μια αρμονική σύμπραξη του χθες με το σήμερα.

Στον τοίχο της πρόσοψης του κτιρίου αποτύπωσε τη θεά Αθηνά με τη Νίκη, την ασπίδα, τον ήλιο, ένα βωμό, μια αετωματική απόληξη  ναού, αυλητρίδες που συμβολίζουν τη διασκέδαση και κανηφόρους που συμβολίζουν την προσφορά προς τον ξένο, ένα άρμα με αναβάτη και μια τριήρη που συμβολίζουν το ταξίδι, και δύο ακόμη καθολικά αναγνωρίσιμα αθηναϊκά σύμβολα την ελιά και την κουκουβάγια.

«Καταρχήν πρόσεξα τον άξονα, ώστε να μη γέρνει η σύνθεση, επειδή ο δρόμος είναι κατηφορικός. Δηλαδή, επειδή η δεξιά πλευρά κατεβαίνει, έδωσα την κίνηση τής όλης σύνθεσης προς τα αριστερά. Μου άρεσε που από πίσω φαίνεται ο Υμηττός. Φαντάσου πως τότε δεν είχαν ακόμα χτιστεί πολυκατοικίες στην περιοχή. Θυμάμαι και μια φορά που έβγαινε πίσω από τον Υμηττό το φεγγάρι και το τοπίο ήταν σχεδόν απόκοσμο» είχε αποκαλύψει ο ίδιος.

Αν και αρχικά είχαν εκφραστεί έντονες ανησυχίες για τον τεράστιο όγκο του κτιρίου το τελικό αποτέλεσμα έμελλε να αποτελέσει το διαχρονικό σήμα – κατατεθέν της Αθήνας. Η δε απολύτως ρηξικέλευθη δημιουργία του Γιάννη Μόραλη έθεσε τις βάσεις για για την καθιέρωση της δημιουργικής σύμπραξης της αρχιτεκτονικής με την τέχνη η οποία εκφράστηκε τα επόμενα χρόνια από πολλά ακόμη σημαντικά έργα.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις