Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ είναι πλέον, τόσο τυπικά όσο και ουσιαστικά, ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν. Ωστόσο, στην πράξη, η εικόνα που διαμορφώνεται γύρω από τη νέα ηγεσία της χώρας διαφέρει σημαντικά από εκείνη της προηγούμενης εποχής. Ο γιος του Αλί Χαμενεΐ δεν έχει δημόσια παρουσία, αποφεύγει τις εμφανίσεις, δεν προχωρά σε δημόσιες τοποθετήσεις και δεν εκπέμπει το πολιτικό και προσωπικό κύρος που χαρακτήριζε τον πατέρα του. Κυρίως, δεν φαίνεται να ασκεί τον συγκεντρωτικό και σχεδόν απόλυτο έλεγχο που είχε ταυτιστεί με τη μακρά περίοδο κυριαρχίας του Αλί Χαμενεΐ, ενώ παραμένει ασαφές αν διαθέτει τη δυνατότητα να το κάνει.

Στο νέο πολιτικό τοπίο του Ιράν, η εξουσία δεν φαίνεται πλέον να συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο, αλλά να έχει μετατοπιστεί σε ένα συλλογικό και ιδιαίτερα σκληροπυρηνικό κέντρο λήψης αποφάσεων. Στον πυρήνα αυτού του μηχανισμού βρίσκονται οι Φρουροί της Επανάστασης και στελέχη του συστήματος ασφαλείας, τα οποία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις στρατηγικές επιλογές της χώρας.

Ο νέος ανώτατος ηγέτης υπάρχει θεσμικά, όμως γύρω του φαίνεται να έχει διαμορφωθεί ένα ισχυρό στρατιωτικό συμβούλιο εξουσίας, το οποίο λαμβάνει τις πιο κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν τον πόλεμο, την εθνική ασφάλεια, τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ, αλλά ακόμη και το εύρος και τη μορφή των επαφών με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαφοροποίηση αυτή σε σχέση με το παρελθόν είναι βαθιά και δομική.

Ο Αλί Χαμενεΐ δεν ήταν απλώς ένας ανώτατος ηγέτης με θεσμικό ρόλο. Ήταν ο τελικός ρυθμιστής του συστήματος, το πρόσωπο που ενέκρινε, συγκρατούσε, επιτάχυνε ή ανέστελλε κάθε βασική πολιτική και στρατηγική επιλογή. Ήταν εκείνος που διατηρούσε την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στους διαφορετικούς πόλους εξουσίας του ιρανικού καθεστώτος.

Οι Φρουροί της Επανάστασης ενισχύθηκαν και απέκτησαν τεράστια επιρροή κατά τη διάρκεια της δικής του ηγεσίας. Η ισχύς τους μεγάλωσε με τη δική του ανοχή και στήριξη, μετατρέποντάς τους σε βασικό πυλώνα της κρατικής εξουσίας. Παρ’ όλα αυτά, παρέμεναν ενταγμένοι σε μια αυστηρά κάθετη δομή εξουσίας, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο ίδιος ο Αλί Χαμενεΐ.

Σήμερα, αυτή η πυραμιδική δομή φαίνεται να έχει γίνει πιο οριζόντια και λιγότερο προσωποκεντρική. Η εξουσία διαχέεται περισσότερο σε ένα δίκτυο ισχυρών παραγόντων και λιγότερο σε έναν απόλυτο ηγέτη. Και ίσως αυτή ακριβώς η μεταβολή να αποκαλύπτει περισσότερα για το μέλλον του Ιράν από ό,τι ο ίδιος ο τίτλος του νέου ανώτατου ηγέτη.

Η «αόρατη» εξουσία

Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ περιγράφεται ως μια αθέατη -σχεδόν άυλη- παρουσία. Από τη στιγμή που επελέγη, τον Μάρτιο, δεν έχει εμφανιστεί δημοσίως, ούτε έχει ακουστεί η φωνή του. Οι γραπτές ανακοινώσεις υπάρχουν, αλλά η φυσική απουσία του είναι από μόνη της πολιτικό γεγονός. Σε ένα καθεστώς που στηρίζεται στην προβολή αντοχής, ελέγχου και συμβολισμού, η αδυναμία δημόσιας παρουσίας δεν είναι δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Είναι στοιχείο ισχύος – ή μάλλον ένδειξη περιορισμένης ισχύος. Το ακόμη πιο κρίσιμο είναι ότι η απομόνωσή του δεν φαίνεται να είναι μόνο πολιτική.

Είναι και επιχειρησιακή. Μετά τον βομβαρδισμό του συγκροτήματος όπου διέμενε η οικογένεια Χαμενεΐ, η πρόσβαση σε εκείνον έχει γίνει εξαιρετικά δύσκολη. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τραυματίστηκε σοβαρά, ότι η υγεία του εξακολουθεί να απαιτεί παρακολούθηση και ότι η επικοινωνία μαζί του γίνεται με σχεδόν πρωτόγονα μέσα – χειρόγραφα σημειώματα, σφραγισμένους φακέλους, αλυσίδα έμπιστων αγγελιαφόρων. Αυτό δεν συνιστά απλώς μια λειτουργία μυστικότητας, αλλά ένα μοντέλο διακυβέρνησης που δεν μπορεί να λειτουργήσει με ταχύτητα, συνέχεια και προσωπική παρέμβαση. Οταν ο ηγέτης είναι δύσκολο να προσεγγιστεί, όταν η φωνή του δεν ακούγεται και όταν ακόμη και κορυφαίοι αξιωματούχοι αποφεύγουν να τον επισκεφθούν υπό τον φόβο του εντοπισμού από το Ισραήλ, η εξουσία μεταφέρεται αναπόφευκτα αλλού. Και στο Ιράν το «αλλού» έχει όνομα: Φρουροί της Επανάστασης.

Καθεστώς εντός του καθεστώτος

Οι Φρουροί της Επανάστασης δεν είναι μια νέα δύναμη. Είναι εδώ και χρόνια το βαθύ κράτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Εχουν πολιτική παρουσία, οικονομικά συμφέροντα, στρατιωτική ισχύ, δίκτυα πληροφοριών και υπερεθνικές διασυνδέσεις με συμμαχικές οργανώσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή. Αυτό που αλλάζει τώρα δεν είναι η ύπαρξή τους. Είναι η αναβάθμιση του ρόλου τους – από βασικό εργαλείο του συστήματος εξελίσσονται σε σχεδόν αυτόνομο φορέα στρατηγικής καθοδήγησης. Το νέο σχήμα θυμίζει λιγότερο θεοκρατική ιεραρχία και περισσότερο στρατιωτικό διευθυντήριο που λειτουργεί υπό τη θεσμική ομπρέλα του ανώτατου ηγέτη, αλλά χωρίς να εξαρτάται πλήρως από την προσωπική του βούληση.

Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ φαίνεται να εγκρίνει, να συνυπογράφει ή να ενημερώνεται. Δεν δείχνει, όμως, να επιβάλλεται ως ο αδιαμφισβήτητος αρχιτέκτονας της στρατηγικής. Αυτό έχει πρακτικές συνέπειες. Οι αποφάσεις για τις επιθέσεις κατά του Ισραήλ και κρατών του Κόλπου για το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, για το αν θα συνεχιστούν ή όχι οι συνομιλίες με την Ουάσινγκτον, ακόμη και για τη σύνθεση της ιρανικής αντιπροσωπείας αποδίδονται πρωτίστως στους στρατηγούς. Οχι στους πολιτικούς. Οχι στο υπουργείο Εξωτερικών. Οχι σε έναν πανίσχυρο, προσωπικό ηγέτη όπως στο παρελθόν. Με άλλα λόγια, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν έπεσε. Μεταμορφώνεται. Και αυτή η μεταμόρφωση έχει έντονα στρατιωτικά χαρακτηριστικά.

Ο άνθρωπος που χρωστά στους στρατηγούς

Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ δεν είναι άσχετος με αυτόν τον κόσμο. Το αντίθετο. Η διαδρομή του εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί δεν συγκρούεται μαζί του. Ως έφηβος πολέμησε στον πόλεμο Ιράν – Ιράκ ενταγμένος σε μονάδα των Φρουρών. Εκεί δημιούργησε δεσμούς ζωής με ανθρώπους που αργότερα αναδείχθηκαν σε κεντρικές φιγούρες του στρατιωτικού και πληροφοριακού μηχανισμού. Αυτοί οι δεσμοί δεν είναι απλώς παλιές φιλίες. Είναι πολιτικό κεφάλαιο, μηχανισμός εμπιστοσύνης και, σήμερα, σχέση αμοιβαίας εξάρτησης.

Ο νέος ηγέτης στερείται το θρησκευτικό βάρος και το επαναστατικό εκτόπισμα του πατέρα του. Δεν διαθέτει το ίδιο κύρος για να επιβληθεί εκ των άνω. Αντιθέτως, οφείλει σε μεγάλο βαθμό τη θέση του στην υποστήριξη εκείνων που τον στήριξαν στη μάχη της διαδοχής. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος – ή, αν το δει κανείς από την πλευρά του συστήματος, ο πυρήνας της νέας ισορροπίας.

Ο Χαμενεΐ δεν κυβερνά απέναντι στους Φρουρούς. Κυβερνά μαζί τους. Και ίσως, σε ορισμένες στιγμές, υπό αυτούς. Η σχέση αυτή κάνει το νέο ιρανικό σχήμα πιο συλλογικό, αλλά όχι πιο ήπιο. Κάθε άλλο. Οι στρατηγοί βλέπουν τον πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ως υπαρξιακή δοκιμασία για το καθεστώς. Αρα, σκέφτονται με όρους επιβίωσης. Και όταν ένα σύστημα σκέφτεται αποκλειστικά με όρους επιβίωσης, σκληραίνει.

Η πολιτική ηγεσία στο περιθώριο

Η άλλη όψη της ανόδου των στρατηγών είναι η σχετική υποβάθμιση των εκλεγμένων θεσμών. Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν και η κυβέρνησή του μοιάζουν να έχουν περιοριστεί σε ρόλο διαχειριστή της εσωτερικής κανονικότητας – τροφοδοσία, καύσιμα, καθημερινή λειτουργία του κράτους. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, που πριν από τον πόλεμο ηγούνταν των επαφών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δείχνει να έχει παραμεριστεί. Αντί γι’ αυτόν πρωταγωνιστεί ο Μοχάμαντ-Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, πρόεδρος του Κοινοβουλίου, πρώην στρατηγός των Φρουρών και άνθρωπος του μηχανισμού.

Το μήνυμα είναι σαφές. Σε περίοδο πολέμου και ακραίας πίεσης το καθεστώς εμπιστεύεται τους ανθρώπους του σκληρού πυρήνα. Οχι όσους εκπροσωπούν την εκλογική νομιμοποίηση ή τη θεσμική διπλωματία. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν οι εσωτερικές αντιθέσεις. Το ιρανικό σύστημα ουδέποτε υπήρξε απολύτως ενιαίο. Πάντα είχε παράλληλα κέντρα, φράξιες, ανταγωνισμούς, δημόσιες ή υπόγειες συγκρούσεις. Ομως, στη σημερινή φάση το κέντρο βάρους δείχνει σαφώς μετατοπισμένο. Οι στρατηγοί ακούνε τις άλλες φωνές, αλλά δεν δείχνουν διατεθειμένοι να τις αφήσουν να καθορίσουν την τελική γραμμή.

Το επεισόδιο του Ισλαμαμπάντ

Η πιο καθαρή απόδειξη γι’ αυτό ήρθε όταν ετοιμαζόταν ο δεύτερος γύρος συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Ισλαμαμπάντ. Ενώ οι δύο αποστολές ετοιμάζονταν να μεταβούν στο Πακιστάν, οι στρατηγοί πάτησαν φρένο. Η αιτία δεν ήταν διαδικαστική. Ηταν στρατηγική. Στην Τεχεράνη αναπτύχθηκε διαφωνία για το κατά πόσο είχε νόημα να συνεχιστούν οι επαφές όσο ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρούσε τον ναυτικό αποκλεισμό κατά του Ιράν, ενώ παράλληλα προχωρούσε σε απειλές και κινήσεις πίεσης.

Η κατάσχεση δύο ιρανικών πλοίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες λειτούργησε ως επιταχυντής. Για τους Φρουρούς η κίνηση αυτή εκλήφθηκε ως ευθεία υπονόμευση της εκεχειρίας και ως απόδειξη ότι η Ουάσινγκτον ήθελε όχι διαπραγμάτευση, αλλά υποταγή. Ο Πεζεσκιάν και ο Αραγτσί φέρονται να υποστήριξαν ότι το κόστος του πολέμου είναι τεράστιο και ότι η χώρα χρειάζεται επειγόντως χώρο για άρση κυρώσεων και ανοικοδόμηση. Οι στρατηγοί, όμως, είχαν άλλη άποψη και εντελώς διαφορετική ανάγνωση. Επέλεξαν τη σύγκρουση και οι συνομιλίες κατέρρευσαν.

Το επεισόδιο αυτό είναι αποκαλυπτικό. Δείχνει ότι το ερώτημα στην Τεχεράνη δεν είναι πλέον αν θα υπάρχει πολιτική σκέψη. Το ερώτημα είναι ποιος έχει το δικαίωμα του τελευταίου λόγου όταν η πολιτική σκέψη συγκρούεται με τη λογική του στρατιωτικού μηχανισμού. Και προς το παρόν, ο τελευταίος λόγος ανήκει στους δεύτερους. Για την Ουάσινγκτον -και γενικότερα για τη Δύση- το νέο αυτό σχήμα είναι πιο δύσκολο να διαβαστεί, αλλά δεν είναι απαραίτητα πιο «λογικό», όπως υποστηρίζει ο Τραμπ.

Αντίθετα, ένα σύστημα στο οποίο η εξουσία ασκείται από έναν συλλογικό στρατιωτικό πυρήνα μπορεί να είναι πιο ανθεκτικό στις πιέσεις, λιγότερο ευάλωτο σε προσωπικές μεταστροφές και πιο διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει την κλιμάκωση ως εργαλείο διαπραγμάτευσης. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ είναι η καλύτερη απόδειξη. Δεν πρόκειται μόνο για στρατιωτική ή ενεργειακή κίνηση. Είναι γεω-οικονομικός μοχλός παγκόσμιας εμβέλειας.

Ενα στρατιωτικό διευθυντήριο μπορεί να τον ενεργοποιήσει πιο ψυχρά, πιο συντεταγμένα και πιο κυνικά από μια σύνθετη πολιτική ηγεσία που θα σταθμίζει ευρύτερα το κόστος. Την ίδια ώρα, η πιθανότητα μιας ειρηνευτικής συμφωνίας παραμένει θολή.

Τα μεγάλα αγκάθια -ο εμπλουτισμός ουρανίου και το απόθεμα υψηλά εμπλουτισμένου υλικού- είναι ακριβώς τα πεδία στα οποία οι Φρουροί δύσκολα θα δεχθούν βαθιές υποχωρήσεις χωρίς βαρύ αντάλλαγμα. Και όσο οι ίδιοι αισθάνονται ότι άντεξαν πέντε εβδομάδες πολέμου χωρίς να γονατίσουν, τόσο θα ενισχύεται η άποψη ότι δεν χρειάζεται να υποχωρήσουν γρήγορα.

Άλλωστε, όπως μετέδωσε το Axios, πρόταση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για επανέναρξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και τερματισμό του πολέμου υπέβαλε το Ιράν, μεταθέτοντας τις διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά σε μεταγενέστερο στάδιο. Η νέα πρόταση της Τεχεράνης επιδιώκει να παρακάμψει αυτό το σημείο τριβής, ανοίγοντας τον δρόμο για ταχύτερη συμφωνία μέσω της εστίασης στην άρση του αποκλεισμού και την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης.

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις