Η επίσκεψη του προέδρου της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, στην Αθήνα αποτέλεσε κεντρικό θέμα στη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τασούλα.

Κατά τη διάρκεια του διαλόγου τους, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι πρόκειται για μια επίσκεψη με ιδιαίτερο συμβολικό βάρος, υπογραμμίζοντας πως δόθηκε η ευκαιρία όχι μόνο να επιβεβαιωθούν οι σταθεροί συμμαχικοί δεσμοί Ελλάδας και Γαλλίας, αλλά και να ενταχθεί η ελληνογαλλική συνεργασία σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συζήτησης για το μέλλον της Ευρώπης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι η Ελλάδα και η Γαλλία, με την υπογραφή της συμφωνίας αμοιβαίας συνδρομής και αμυντικής συνεργασίας το 2021, είχαν βρεθεί μπροστά από τις εξελίξεις, καθώς ήταν από τις πρώτες χώρες που έθεσαν στο ευρωπαϊκό επίπεδο το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως σημείωσε, η σχετική συζήτηση έχει πλέον αποκτήσει αυξημένη δυναμική στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η επίσκεψη Μακρόν δεν περιορίστηκε μόνο στην ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας σε τομείς όπως η άμυνα και η εξωτερική πολιτική, αλλά ανέδειξε και ένα κοινό στρατηγικό όραμα για μια Ευρώπη πιο αυτόνομη, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ικανή να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και τα συμφέροντα των πολιτών της σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και μεταβολές.

Τέλος, επισήμανε ότι αυτή η προσέγγιση συνδέεται αναπόφευκτα και με ζητήματα οικονομικής πολιτικής, καθώς και με την ανάγκη στήριξης των φιλόδοξων ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών που έχουν τεθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Είμαστε εν μέσω μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης. Η ελληνική κυβέρνηση έχει κάνει το καλύτερο που μπορεί για να στηρίξει τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, όμως πάντα κινούμαστε στα πλαίσια των δημοσιονομικών κανόνων και της πειθαρχίας. Δεν μας επιβάλλεται από την Ευρώπη, αλλά από την ανάγκη την οποία έχουμε να μειώσουμε αυτό το δυσβάσταχτο χρέος το οποίο έχουμε κληρονομήσει από άλλες γενιές. Αναφέρω ενδεικτικά, έδειξα και γραφικά χθες την ανάρτηση που έκανα. Είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία της οικονομίας ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια πέτυχε τη μεγαλύτερη και ταχύτερη καταγεγραμμένη μείωση του χρέους ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ από οποιαδήποτε οικονομία στην ιστορία των σύγχρονων οικονομιών.

Αυτό είναι μια πολύ μεγάλη επιτυχία. Παίρνουμε από τις επόμενες γενιές ένα πολύ μεγάλο βάρος. Στο τέλος αυτού του χρόνου, δεν θα έχουμε πια το υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη. Αυτή η πολιτική μείωσης του χρέους δίνει μεγάλες ανάσες όχι μόνο σε επόμενες γενιές γιατί δεν θα χρειαστεί να κληρονομήσουν ένα μεγάλο βάρος, αλλά μας επιτρέπει κιόλας να μπορούμε να δανειζόμαστε με καλύτερους όρους και να ανταποκρινόμαστε στις έκτακτες ανάγκες με πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Όμως, δεν μπορούμε να αποκλίνουμε από αυτή την πορεία, η οποία είναι και θα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη εθνική προτεραιότητα. Για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση συμβαίνει αυτό με τέτοια ταχύτητα και σε τέτοιο συστηματικό βαθμό.

Επειδή είστε λάτρης της ιστορίας, δεν μπορώ να μην θυμίσω τη φράση που είχε πει ο Ανδρέας Παπανδρέου: ή θα πολεμήσουμε το χρέος ή το χρέος θα μας καταπιεί. Μας κατάπιε το χρέος για πολλές δεκαετίες και για πρώτη φορά είμαστε στην ευχάριστη θέση να μπορούμε να πούμε ότι αντιμετωπίζουμε αυτό το διαχρονικό πρόβλημα με διαφορετικούς όρους.

Επειδή εκ των πραγμάτων τα εθνικά πλαίσια για αυτούς τους λόγους είναι περιορισμένα, γι’ αυτό και νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό η συζήτηση για τον επόμενο προϋπολογισμό της Ευρώπης να γίνει με όρους, θα έλεγα, ευρύτητας ορίζοντα. Αν έχουμε μεγάλες φιλοδοξίες που έχουμε στην άμυνα, την κλιματική κρίση, στα ζητήματα κοινωνικής συνοχής, στην τεχνητή νοημοσύνη, πρέπει η Ευρώπη να έχει τα χρηματοδοτικά εργαλεία για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει αυτές τις φιλοδοξίες. Θα είναι μία δύσκολη συζήτηση. Ελπίζω ότι θα κορυφωθεί τον Δεκέμβριο αυτού του έτους, όταν θα πρέπει να συμφωνήσουμε για τον προϋπολογισμό. Πρέπει να είμαστε πιο φιλόδοξοι. Εφόσον απαιτούνται περαιτέρω ευρωπαϊκοί πόροι, θα πρέπει να σκεφτούμε πώς θα τους χρησιμοποιήσουμε. Νομίζω ότι μ’ αυτή την κοινή θέση θα προσέλθουμε στη διαπραγμάτευση και σας διαβεβαιώνω ότι αυτό που έγινε, το οποίο έδειξε ότι η Γαλλία είναι στο πλευρό μας και αντίστροφα, έχει μια ευρωπαϊκή διάσταση η οποία νομίζω ότι σ’ αυτές τις δύσκολες συγκυρίες έχει ξεχωριστή σημασία».

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις