Η κλιμάκωση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία αναδεικνύουν τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν. Η έκκληση του Ντόναλντ Τραμπ προς συμμάχους για συμμετοχή σε ναυτικές συνοδείες, σε συνδυασμό με τη συγκρατημένη διεθνή ανταπόκριση, διαμορφώνει ένα σκηνικό έλλειψης συντονισμού και ανεπαρκούς προετοιμασίας για την «επόμενη ημέρα».
Οι πρόσφατες εξελίξεις καταδεικνύουν την απουσία ενός συνεκτικού αμερικανικού σχεδίου για τη διαχείριση της κρίσης, με την Ουάσινγκτον να εμφανίζεται αιφνιδιασμένη από τις συνέπειες των ίδιων των επιλογών της.
Διεθνής πίεση χωρίς συντονισμό
Η απαίτηση του Ντόναλντ Τραμπ προς χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιαπωνία και η Κίνα να συμμετάσχουν σε ναυτικές συνοδείες δεξαμενόπλοιων στον Περσικό Κόλπο ανέδειξε τα κενά στον διεθνή συντονισμό.
Παρά τη συμμετοχή των ΗΠΑ —μαζί με το Ισραήλ— στις επιθέσεις κατά του Ιράν, δεν υπήρξε επαρκής προετοιμασία για την προστασία της εμπορικής ναυτιλίας, η οποία αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της παγκόσμιας οικονομίας.
Το Ιράν, διαθέτοντας περιορισμένες συμβατικές στρατιωτικές επιλογές, επέλεξε να απαντήσει με ασύμμετρα μέσα.
Επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, απειλές κατά ναυτιλιακών διαδρομών και χρήση θαλάσσιων drones συνθέτουν ένα νέο επιχειρησιακό περιβάλλον. Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, τέτοιου είδους τακτικές αποδεικνύονται ιδιαίτερα αποτελεσματικές απέναντι σε έναν αντίπαλο που βασίζεται κυρίως στην παραδοσιακή στρατιωτική ισχύ.
Μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων, τουλάχιστον 16 πλοία έχουν δεχθεί επιθέσεις, γεγονός που έχει οδηγήσει πολλές ναυτιλιακές εταιρείες να αποφεύγουν τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.
Η εικόνα αυτή επιβαρύνει περαιτέρω την ενεργειακή ασφάλεια και εντείνει την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.
Επιχειρησιακά όρια και πολιτικές τριβές
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώνονται κυρίως σε πλήγματα κατά του ιρανικού ναυτικού και θέσεων πυραύλων, χωρίς ωστόσο να εξαλείφουν την απειλή χαμηλής έντασης.
Η παρουσία αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή δεν έχει αποδειχθεί επαρκής για την πλήρη προστασία των εμπορικών πλοίων, ενώ η προοπτική συνοδείας δεξαμενόπλοιων παραμένει επιχειρησιακά απαιτητική.
Την ίδια ώρα, η ανταπόκριση των συμμάχων υπήρξε περιορισμένη.
Η Ιαπωνία δήλωσε ότι δεν έχει λάβει επίσημο αίτημα, επικαλούμενη και νομικές δυσκολίες, ενώ η Κίνα δεν έχει τοποθετηθεί δημόσια. Στην Ευρώπη, η Γαλλία διατηρεί ναυτική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς τη μεταφορά δυνάμεων στο Ορμούζ εν μέσω έντονων συγκρούσεων. Το Ηνωμένο Βασίλειο, από την πλευρά του, επιτάχυνε την ανάπτυξη αντιτορπιλικού, χωρίς όμως να διαθέτει άμεσα επαρκείς δυνάμεις στην περιοχή.
Την ίδια ώρα, οι υπουργοί Εξωτερικών της EE εξέφρασαν χθες «σαφή επιθυμία» να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή ναυτική αποστολή EUNAVFOR ASPIDES στην Ερυθρά Θάλασσα, χωρίς ωστόσο να υπάρχει προς το παρόν διάθεση για επέκταση της εντολής της στα Στενά του Ορμούζ,
Η περιορισμένη αυτή κινητοποίηση ενισχύει την εικόνα διεθνούς απροθυμίας να εμπλακεί σε μια σύγκρουση που δεν θεωρείται κοινή προτεραιότητα. Την ίδια στιγμή, οι δηλώσεις Τραμπ ότι οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ «οφείλουν» να συνδράμουν, συνοδευόμενες από προειδοποιήσεις για το μέλλον της Συμμαχίας, δημιουργούν επιπλέον πολιτικές τριβές.
Η στάση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον θεσμικό ρόλο του ΝΑΤΟ, ο οποίος περιορίζεται γεωγραφικά στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η υλοποίηση ασφαλών συνοδειών προϋποθέτει σημαντικούς πόρους. Εκτιμήσεις αναφέρουν ότι απαιτούνται έως και δέκα πολεμικά πλοία για την προστασία περιορισμένου αριθμού δεξαμενόπλοιων, κάτι που καλύπτει μόλις ένα μικρό ποσοστό της προπολεμικής ναυτιλιακής κίνησης.
Το συνολικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η κρίση στον Περσικό Κόλπο αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα στρατηγικού σχεδιασμού.Η απουσία σαφούς και ολοκληρωμένης προσέγγισης από τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο δυσχεραίνει τη διαχείριση της κρίσης, αλλά και περιορίζει τη δυνατότητα συγκρότησης μιας αποτελεσματικής διεθνούς απάντησης.
Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις