Η ιστορία της Τζέιμι Λι Άροου αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές και συγκλονιστικές υποθέσεις που έχουν γίνει γνωστές τα τελευταία χρόνια. Ο πατέρας της έμεινε γνωστός ως «ο κανίβαλος της Σκάρα», μετά τη δολοφονία και τον αποκεφαλισμό της συντρόφου του το 2010, σε μια υπόθεση που συγκλόνισε ολόκληρη τη Σουηδία.

Για την μικρή τότε Τζέιμι, όμως, το γεγονός αυτό δεν ήταν απλώς μια είδηση που κυριαρχούσε στα πρωτοσέλιδα. Ήταν η πλήρης κατάρρευση της ζωής της. Ο πατέρας της, Ισάκιν Ντράμπαντ, είχε χωρίσει από τη μητέρα της όταν εκείνη ήταν ακόμη πολύ μικρή.

Παρόλα αυτά, η Τζέιμι συνέχισε να έχει επαφή μαζί του και είχε δεθεί πολύ με τη νέα του σύντροφο, Χέλε Κρίστενσεν, η οποία είχε γίνει για εκείνη σαν δεύτερη μητέρα. Ωστόσο, η σχέση της Χέλε με τον Ισάκιν ήταν τοξική και συχνά βίαιη, με αποτέλεσμα η Τζέιμι, σε μικρή ηλικία, να γίνεται μάρτυρας αρκετών έντονων καβγάδων μεταξύ τους.

Μια μέρα, η Χέλε έβαλε ένα πιάτο με φαγητό μπροστά στην Τζέιμι και της είπε: «Απόλαυσε το γεύμα σου… Αυτή είναι η τελευταία φορά που θα σου μαγειρέψω, γιατί ο Ισάκιν θα με σκοτώσει». Δυστυχώς, τα λόγια της αποδείχθηκαν προφητικά. Τον Νοέμβριο του 2010, ο Ντράμπαντ, ο οποίος δήλωνε σατανιστής, αποκεφάλισε τη σύντροφό του και έφαγε κομμάτια από τη σορό της.

Σε μια συγκλονιστική συνέντευξη της, η Τζέιμι περιέγραψε πως η μητέρα της προσπάθησε να την προστατεύσει από τη φρικτή αλήθεια για τον πατέρα της, λέγοντας: «Η ζωή που ήξερα, δεν υπήρχε πια».

«Δεν μου επιτρεπόταν να βλέπω τηλεόραση. Δεν μου επιτρεπόταν να ακούω ραδιόφωνο, δεν μου επιτρεπόταν να πηγαίνω σε καταστήματα. Δεν μου επιτρεπόταν να πηγαίνω στο σχολείο για ένα μήνα. Κρατούσαν τις κουρτίνες κλειστές επειδή οι γείτονες που περνούσαν προσπαθούσαν να κρυφοκοιτάξουν» θυμάται η Τζέιμι.

Καθώς η δίκη του Ντράμπαντ προχωρούσε, η υπόθεση έπαιρνε διαστάσεις στη Σουηδία. Οι πολίτες έμαθαν από τις εφημερίδες πως ο κανίβαλος με το ίδιο μαχαίρι αποκεφάλισε τη σορό και έσκισε τα ρούχα. Με πριόνι και τσεκούρι, ο δολοφόνος τεμάχισε τη σορό και κομμάτια σάρκας από τα άκρα της, τα οποία τηγάνισε με γαρνιτούρα από φύλλα κάνναβης.

Η Τζέιμι διηγήθηκε πώς η μητέρα της προσπάθησε να την προστατεύσει από την αλήθεια για τα εγκλήματα του πατέρα της. «Μια μέρα η μαμά μου με πήγε στο μαγαζί… Και ξαφνικά είδα το πρόσωπο του μπαμπά μου σε όλη την πρώτη σελίδα της μεγαλύτερης εφημερίδας της Σουηδίας» θυμάται.

Εκείνη την εποχή, δεν ήξερε τι σημαίνει η λέξη «κανίβαλος». Ενώ η μαμά της προσπάθησε να προστατεύσει τηn Τζέιμι από την φρικτή αλήθεια για το έγκλημα του πατέρα της, μόλις απέκτησε πρόσβαση σε υπολογιστή, έψαξε στο Διαδίκτυο για να ανακαλύψει τι σήμαινε. Η αλήθεια την τρομοκράτησε. Θυμάται: «Έπρεπε να σταματήσω, γιατί ήταν πολύ βίαιο και αηδιαστικό. Απλά δεν μπορούσα να δεχτώ ότι ο μπαμπάς μου είχε καμία σχέση με αυτή τη λέξη».

«Μαμά, ο μπαμπάς πούλησε την ψυχή μου στον διάβολο»: Η κόρη του κανίβαλου της Σουηδίας σε μια συγκλονιστική εξομολόγηση, δείτε βίντεο

Ακόμα και όταν καταδικάστηκε για τη δολοφονία και οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο, ο Ντράμπαντ συνέχισε να βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα. Ενώ βρισκόταν στο Περιφερειακό Νοσοκομείο Karsudden, ανέπτυξε σχέση με μία άλλη τρόφιμο δολοφόνο.

Ξεκίνησε επίσης ένα blog, απαντώντας σε ερωτήσεις του κοινού σχετικά με τα εγκλήματά του. «Οι περισσότεροι άνθρωποι λένε σε κάποιο σημείο της ζωής τους ότι δεν θα σκότωναν ποτέ κάποιον άλλο, αλλά αν το έχεις κάνει, δεν είναι πια μεγάλο θέμα» έγραψε σε ένα από τα άρθρα του. Άνοιξε επίσης ένα ηλεκτρονικό κατάστημα, όπου πουλούσε κούκλες βουντού, υπογεγραμμένες με το αίμα που έγραφαν: «Με λένε κανίβαλο της Σκάρα».

Όταν, ως έφηβη, η Τζέιμι βρήκε το θάρρος να επισκεφτεί τον πατέρα της στη φυλακή, ο Ντράμπαντ της έδωσε μία από αυτές τις κούκλες βουντού, λέγοντάς της ότι θα σκότωνε τα παιδιά, που την εκφόβισαν στο σχολείο. Εξηγεί ότι περνούσε μια δύσκολη περίοδο στο σχολείο, λόγω της φήμης του πατέρα της: «Στο σχολείο μου έκαναν bullying λόγω του πατέρα μου. Με αποκαλούσαν “η κόρη του κανίβαλου”». «Έτσι με γνώριζαν όλοι, κανείς δεν με γνώριζε ως Τζέιμι. Ήμουν απλώς η κόρη του κανίβαλου» συμπλήρωσε.

«Έφυγα από το σχολείο όταν ήμουν 14 ετών και άρχισα να κάνω παρέα με λάθος άτομα και να παίρνω ναρκωτικά… Η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ και στα 15 μου ήμουν πλήρως εθισμένη» θυμάται.

Η Τζέιμι επισκεπτόταν τον πατέρα της και θυμάται πως μία ημέρα του είπε: «Δεν ξέρω τι να κάνω, θέλω να πεθάνω. Αν δεν αλλάξει κάτι τώρα θα αυτοκτονήσω». Τότε της απάντησε «υπάρχει μόνο μία λύση» και «μου περιέγραψε μία τελετή λέγοντας πως αν την κάνω μαζί του, όλα θα άλλαζαν. Θα ήμουν χαρούμενη, πετυχημένη και θα έπαιρνα οτιδήποτε επιθυμούσα». Σύμφωνα με την ίδια, επρόκειτο για σατανιστική τελετή.

«Ήταν μια τελετή που θα πουλούσα την ψυχή μου στον διάβολο. Μου είπε να κάτσω κάτω, κράτησε τα χέρια μου και ήμασταν αντικριστά. Ενώ κρατούσαμε ο ένας τα χέρια του άλλου, μου είπε να κλείσω τα μάτια μου, κάτι που έκανα. Μου είπε να επαναλαμβάνω μετά από αυτόν και άρχισε να λέει λέξεις, απευθυνόμενος στον διάβολο. Διήρκησε περίπου δέκα λεπτά. Και ενώ έλεγα αυτά τα λόγια, αηδίασα και σκέφτηκα “μα, τι κάνω;”. Σκεφτόμουν πως δεν μπορώ να το κάνω αυτό, μετά πως ήταν αργά και έπρεπε να συνεχίσω, πως δεν υπήρχε επιστροφή. Όταν τελειώσαμε τα λόγια, κρατήσαμε κλειστά τα μάτια μας και συνεχίσαμε να κρατάμε ο ένας τα χέρια του άλλου. Θυμάμαι πως ένιωθα σαν να επιπλέουμε σε έναν μαύρο χώρο, ήταν περίεργο. Ο πατέρας μου, μου είπε: “Μπορείς να τα δεις Τζέιμι; Μπορείς να δεις τα όντα που πετούν γύρω σου; Είναι πάντα εδώ και σε ακολουθούν. Και τώρα δεν μπορείς να τα δεις. Εγώ τα βλέπω όλη την ώρα, αλλά εσύ δεν μπορείς. Αλλά σύντομα θα τα ακούς και στο τέλος θα τα βλέπεις. Αλλά μην φοβάσαι, είναι εδώ για να σε βοηθήσουν”. Και αυτά ήταν σαν δαίμονες. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω φοβηθεί τόσο. Ήξερα ότι σε οποιαδήποτε στιγμή θα άρχιζα να τα ακούω και δεν υπήρχε τρόπος να το σταματήσω. Ήταν αργά, είχα πουλήσει την ψυχή μου στον διάβολο» λέει.

«Γύρισα σπίτι στη μαμά μου τρέμοντας και κοιτούσα το πάτωμα. Η μητέρα μου με ρώτησε τι συνέβη. Θυμάμαι πως ένιωθα σαν να ήμουν κάτω από το νερό, δεν μπορούσα να την ακούσω καλά. Θυμάμαι να κάθομαι κουλουριασμένη στον καναπέ τρέμοντας. Κάλυψα τα αυτιά μου, τα μάτια μου και ήξερα πως οποιαδήποτε στιγμή θα χάσω το μυαλό μου και δεν θα επιστρέψω. Τραβούσα τα μαλλιά μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Άρχισα να χτυπάω το κεφάλι μου και άκουγα συνεχώς τη φωνή του πατέρα μου να λέει “θα αρχίσεις να τα ακούς, να τα βλέπεις, θα είναι πάντα μαζί σου”», συμπλήρωσε.

Στη συνέχεια έστειλε μήνυμα στη μητέρα της «να έρθει κάτω για να την αποχαιρετίσω. Επειδή ήξερα ότι δεν θα ήμουν ικανή να το κάνω τα επόμενα δευτερόλεπτα. Κατέβηκε και ούρλιαξα “αντίο μητέρα, φεύγω, δεν θα επιστρέψω”». Η Τζέιμι συγκινήθηκε και συνέχισε: «Πανικοβλήθηκε με ρωτούσε τι συνέβη επειδή δεν ήξερε. Με κρατούσε και της είπα “μαμά, ο μπαμπάς πούλησε την ψυχή μου στο διάβολο και δεν μπορώ να επιστρέψω, συγγνώμη. Θα τρελαθώ, πρέπει να με πας στο νοσοκομείο”. Η μητέρα μου εξοργίστηκε και με ρώτησε “πώς μπορεί ο πατέρας σου να στο πει αυτό; πώς μπορεί να σου το κάνει; Στην ίδια του την κόρη”. Με κρατούσε για αρκετή ώρα και είπε “Τζέιμι, ο πατέρας σου δεν μπορεί να σε μετατρέψει σε αυτό που είναι. Είσαι αγάπη και φως, ποτέ δεν θα είσαι το σκοτάδι που είναι εκείνος. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να γίνεις έτσι. Μην φοβάσαι, η αγάπη και το φως είναι δυνατότερα από το σκοτάδι του”. Σκέφτομαι τη μητέρα μου να μου το λέει εκείνο το βράδυ…

Μετά το συγκεκριμένο περιστατικό η Τζέιμι περιγράφει πως οι σχέσεις της με τον πατέρα της δυσκόλεψαν: «Δεν του μιλούσα για δύο-τρεις εβδομάδες, δεν απαντούσα. Εν τέλει του τηλεφώνησα και είπα “μπαμπά ένιωσα άσχημα μετά από αυτή την τελετή και αν συνεχίσουμε να έχουμε επαφή, δεν θέλω να με ανακατεύεις σε αυτά τα πράγματα”. Εξεπλάγην γιατί μου απάντησε “Τζέιμι το έκανα για να καταλάβεις ότι δεν θέλεις να είσαι έτσι πια. Ήθελα να δημιουργήσεις το δικό σου μονοπάτι έξω από το δικό μου σκοτάδι”».

Εν τέλει, η Τζέιμι έκοψε κάθε επαφή με τον πατέρα της, όπως είχε πει: «Είχαμε κάποιες πολύ μακρές και βαθιές συζητήσεις και του έκανα σαφές ότι τον αγαπώ και τον συγχωρώ. Αλλά τότε συνέβη κάτι. Μου έστειλε ένα μακρύ, διεστραμμένο, αρρωστημένο μήνυμα, στο οποίο ουσιαστικά απειλούσε εμένα και την οικογένειά μου αν επικοινωνούσα ξανά».

Το μήνυμα την πλήγωσε, αλλά την ανακούφισε: «Μου έδωσε την κατάληξη που χρειαζόμουν. Ήταν σαν να το χρειαζόμουν για να καταλάβω πόσο άρρωστο είναι όλο αυτό». Η ίδια δηλώνει πως είναι δύσκολο θα θρηνείς έναν άνθρωπο που είναι εν ζωή και σε ερώτηση για το αν αγαπάει τον πατέρα της απάντησε: «Νομίζω είναι αδύνατο να σταματήσεις να αγαπάς τον γονιό σου».

Τώρα, λέει η Τζέιμι, η αποστολή της στη ζωή είναι να διασφαλίσει ότι τα δικά της παιδιά δεν θα εκτεθούν ποτέ στον τρόμο που βίωσε: «Θέλω να δώσω στα παιδιά μου ό,τι δεν είχα. Θέλω να τους δώσω ασφάλεια, απεριόριστη αγάπη. Δεν θέλω ποτέ να έρθουν σε επαφή με οποιαδήποτε μορφή σκοταδιού. Τα παιδιά μου ήρθαν ως αγάπη και φως και έτσι θα φύγουν».

Όσο για το τι θα έλεγε στον νεότερο εαυτό της: «Αν μπορούσα να της δείξω ένα βίντεο, θα της έδειχνα τρία δευτερόλεπτα από αυτά που θα έρχονταν, τρία δευτερόλεπτα, λέγοντάς της “περίμενε, θα καλυτερέψουν τα πράγματα”. Λίγη ελπίδα».

Διαβάστε ΕΔΩ περισσότερες ειδήσεις